Η Δυτική Θεσσαλία αποτελεί διαχρονικά μία από τις σημαντικότερες κτηνοτροφικές περιοχές της χώρας, με την αιγοπροβατοτροφία και την αγελαδοτροφία να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην τοπική οικονομία. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια ο κλάδος καλείται να διαχειριστεί διαδοχικές προκλήσεις, από τις καταστροφικές πλημμύρες και τις ζωονόσους μέχρι το αυξημένο κόστος λειτουργίας και τη συνεχιζόμενη μείωση του παραγωγικού δυναμικού. Στο πλαίσιο αυτό, επικοινωνήσαμε με τον ζωοτέχνη του Αγροτικού Συνεταιρισμού Αγελαδοτρόφων και Προβατοτρόφων Δυτικής Θεσσαλίας, κ. Φιλίππου, προκειμένου να καταγράψουμε την εικόνα που διαμορφώνεται σήμερα στην κτηνοτροφία της περιοχής, τις επιπτώσεις των τελευταίων εξελίξεων και τις προοπτικές του κλάδου.
Η σημερινή εικόνα της κτηνοτροφίας στη Δυτική Θεσσαλία
Η εικόνα της κτηνοτροφίας στη Δυτική Θεσσαλία αποτυπώνεται σε μεγάλο βαθμό μέσα από τη δραστηριότητα του Αγροτικού Συνεταιρισμού Αγελαδοτρόφων και Προβατοτρόφων Δυτικής Θεσσαλίας, ο οποίος συνεργάζεται με εκατοντάδες παραγωγούς στις Περιφερειακές Ενότητες Τρικάλων και Καρδίτσας. Όπως αναφέρει ο ζωοτέχνης του συνεταιρισμού, ο συνεταιρισμός αριθμεί περίπου 350 μέλη, ενώ συνεργάζεται και με περίπου 150 ακόμη παραγωγούς που δεν είναι μέλη, αλλά διαθέτουν το γάλα τους μέσω αυτού.
Από τα μέλη του συνεταιρισμού, περίπου 20 είναι αγελαδοτρόφοι, περίπου 100 αιγοτρόφοι, ενώ η μεγάλη πλειονότητα αποτελείται από προβατοτρόφους. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο συνεταιρισμός καλύπτει πάνω από το 50% των παραγωγών στις Περιφερειακές Ενότητες Τρικάλων και Καρδίτσας, εκπροσωπώντας παράλληλα σημαντικό μέρος του ζωικού κεφαλαίου της περιοχής. Στην Περιφερειακή Ενότητα Καρδίτσας, το ποσοστό των παραγωγών που συνεργάζονται με τον συνεταιρισμό προσεγγίζει ακόμη και το 70%.
Ζωικό κεφάλαιο σε υποχώρηση μετά από διαδοχικά πλήγματα
Η εικόνα που περιγράφει ο ζωοτέχνης του συνεταιρισμού δείχνει ότι η κτηνοτροφία της Δυτικής Θεσσαλίας εξακολουθεί να βρίσκεται σε φάση συρρίκνωσης. Η μείωση αποτυπώνεται πρωτίστως στον αριθμό των ενεργών παραγωγών και των μονάδων, ενώ αντίστοιχη πίεση παρατηρείται στο ζωικό κεφάλαιο και στο συνολικό παραγωγικό δυναμικό της περιοχής.
Όπως εξηγεί, η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί αποτέλεσμα ενός μόνο παράγοντα, αλλά της διαδοχικής επίδρασης των πλημμυρών (Daniel) και των ζωονόσων, οι οποίες οδήγησαν αρκετούς παραγωγούς στην εγκατάλειψη της δραστηριότητας ή κατέστησαν αδύνατη την επαναλειτουργία των μονάδων τους. «Είναι μειωμένος ο αριθμός των παραγωγών. Αυτό έχει συμβεί και λόγω των πλημμυρών που είχε η περιοχή μας, ενώ στη συνέχεια ήρθαν και οι ζωονόσοι», αναφέρει χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με την εκτίμησή του, η μείωση κινείται περίπου στην τάξη του 10%, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν ακριβή συγκεντρωτικά στοιχεία.
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν και η επίδραση της ευλογιάς των προβάτων και των αιγών, καθώς τόσο τα Τρίκαλα όσο και η Καρδίτσα επηρεάστηκαν από κρούσματα. Σύμφωνα με τον ζωοτέχνη, μόνο στον συνεταιρισμό χάθηκαν περίπου 15 παραγωγοί, οι οποίοι μέχρι σήμερα δεν έχουν προχωρήσει σε ανασύσταση των εκτροφών τους. Αντίστοιχα, ούτε αρκετοί κτηνοτρόφοι που επλήγησαν από τις πλημμύρες επέστρεψαν στην παραγωγή.
Κατά τον χρόνο της επικοινωνίας και σύμφωνα με την εικόνα που μετέφερε ο ίδιος, στις Περιφερειακές Ενότητες Τρικάλων και Καρδίτσας δεν είχαν καταγραφεί νέα κρούσματα για διάστημα άνω των έξι μηνών. Παρά τη θετική αυτή εξέλιξη, οι συνέπειες εξακολουθούν να είναι εμφανείς, καθώς αρκετοί παραγωγοί δεν επέστρεψαν στη δραστηριότητα. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, «πολλοί τα παράτησαν», γεγονός που αποτυπώνεται στη μείωση των ενεργών μονάδων.
Ζήτηση και τιμές γάλακτος απέναντι στο υψηλό κόστος λειτουργίας
Παρά τη συρρίκνωση του παραγωγικού δυναμικού, η αγορά του αιγοπρόβειου γάλακτος εμφανίζει θετικά σημάδια. Στην αγορά καταγράφεται αυξημένη ζήτηση, κυρίως για το πρόβειο γάλα, καθώς οι επιπτώσεις των απωλειών που προκάλεσε η ευλογιά αρχίζουν πλέον να γίνονται περισσότερο αισθητές. Ο συνεταιρισμός συγκεντρώνει συνήθως ετησίως περίπου 12 εκατομμύρια κιλά αιγοπρόβειου γάλακτος, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 12.000 τόνους. Για τη φετινή περίοδο, ωστόσο, η συνολική ποσότητα αναμένεται ελαφρώς μειωμένη, χωρίς ακόμη να υπάρχει ακριβής αποτίμηση της υποχώρησης.
Κατά την τρέχουσα περίοδο, οι τιμές του πρόβειου γάλακτος κινούνται περίπου μεταξύ 1,55 και 1,60 ευρώ ανά κιλό, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι μπορεί να διαμορφωθούν σε υψηλότερα επίπεδα. Η τελική μέση τιμή, ωστόσο, δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί, καθώς, όπως εξηγεί ο ζωοτέχνης, ο συνεταιρισμός ολοκληρώνει συνήθως τη σχετική διαδικασία τον Σεπτέμβριο. Αντίστοιχα, το γίδινο γάλα κυμαίνεται περίπου από 1,00 έως 1,10 ευρώ ανά κιλό. «Φαίνεται ότι υπάρχει αρκετά μεγάλη ζήτηση για το πρόβειο γάλα», τονίζει ο ζωοτέχνης, επισημαίνοντας ότι η συγκυρία ως προς τις τιμές του προϊόντος είναι θετική.
Ωστόσο, οι καλύτερες τιμές δεν αρκούν από μόνες τους για να αλλάξουν την καθημερινότητα των κτηνοτρόφων. Παρότι το κόστος των ζωοτροφών εμφανίζεται σήμερα πιο σταθεροποιημένο —με το τριφύλλι να διαμορφώνεται περίπου στα 20-22 λεπτά το κιλό, έναντι 24-25 λεπτών την αντίστοιχη περσινή περίοδο— η ενέργεια και οι υπόλοιπες λειτουργικές δαπάνες εξακολουθούν να επιβαρύνουν σημαντικά τις εκμεταλλεύσεις.
Όπως περιγράφει, η οικονομική πίεση είναι γενικευμένη, με τους παραγωγούς να διαθέτουν σχεδόν το σύνολο των εσόδων τους για την κάλυψη των τρεχουσών υποχρεώσεων. «Κανένας δεν τελειώνει τον μήνα με σημαντικό οικονομικό περιθώριο. Όλοι ψάχνουν να βρουν και το τελευταίο ευρώ για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι η αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα
Παρά τη θετική συγκυρία ως προς τη ζήτηση και τις τιμές του γάλακτος, ο προβληματισμός για το μέλλον της κτηνοτροφίας παραμένει έντονος. Σύμφωνα με τον ζωοτέχνη, η περιοχή επηρεάζεται ταυτόχρονα τόσο από τα προβλήματα της γεωργίας όσο και από εκείνα της κτηνοτροφίας, με αποτέλεσμα να δοκιμάζονται δύο από τους βασικότερους παραγωγικούς πυλώνες των Περιφερειακών Ενοτήτων Τρικάλων και Καρδίτσας. Όπως επισημαίνει, οι υψηλές δαπάνες παραγωγής, οι χαμηλές τιμές σε αρκετά γεωργικά προϊόντα, οι συνέπειες των ζωονόσων και οι απώλειες ζωικού κεφαλαίου διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον για τους παραγωγούς.
Την ίδια στιγμή, η έλλειψη νέων ανθρώπων που επιλέγουν να εισέλθουν στο επάγγελμα και οι δυσκολίες στην ανασύσταση των εκτροφών εντείνουν την ανησυχία. Όπως αναφέρει, δεν υπάρχει ουσιαστική είσοδος νέων παραγωγών στον κλάδο, ενώ οι κτηνοτρόφοι που έχασαν τις μονάδες τους δυσκολεύονται να επανέλθουν.
Ιδιαίτερο εμπόδιο εξακολουθούν να αποτελούν και οι περιορισμοί στις μετακινήσεις και στην προμήθεια ζώων. Σύμφωνα με τον ζωοτέχνη, οι κτηνοτρόφοι μπορεί να αδυνατούν να αγοράσουν ζώα ή να αυξήσουν το κοπάδι τους ακόμη και όταν ένα κρούσμα εμφανίζεται σε διαφορετική περιοχή της χώρας, γεγονός που δυσχεραίνει την ανασύσταση των εκτροφών. «Δυστυχώς, ενώ είμαι αισιόδοξος άνθρωπος, αυτό δεν το βλέπω να γίνεται στον κλάδο μας», σημειώνει.
Ως μεγαλύτερο πρόβλημα χαρακτηρίζει, πάντως, την αβεβαιότητα που βιώνουν οι παραγωγοί. Όπως τονίζει, ένας κτηνοτρόφος μπορεί να εργάζεται κανονικά σήμερα και την επόμενη ημέρα να βρεθεί αντιμέτωπος με την απώλεια της δραστηριότητάς του, χωρίς σαφή προοπτική επανόδου.
Παρά τις προσπάθειες των κτηνοτρόφων να εφαρμόζουν τα μέτρα βιοασφάλειας και τη συνεχή ενημέρωση του συνεταιρισμού προς τα μέλη του, παραμένει αναγκαία η αντιμετώπιση των περιορισμών που δυσχεραίνουν την ανασύσταση και την ανάπτυξη των εκτροφών. Σε διαφορετική περίπτωση, ακόμη και η θετική συγκυρία που καταγράφεται σήμερα στην αγορά του αιγοπρόβειου γάλακτος δύσκολα θα μπορέσει να αντισταθμίσει τη διαρκή υποχώρηση του παραγωγικού δυναμικού και την αβεβαιότητα που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τον κλάδο.

