Παρά την υψηλή ζήτηση που έχει στις ξένες αγορές το ελληνικό μύδι, η μυδοκαλλιέργεια στη χώρα μας βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σειρά προβλημάτων που απειλούν τη βιωσιμότητά της.
Από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής μέχρι την παράνομη μυδοκαλλιέργεια, τη γραφειοκρατία στις αδειοδοτήσεις και το αυξημένο λειτουργικό κόστος, οι παραγωγοί εξέπεμψαν σήμα κινδύνου, ζητώντας άμεσα μέτρα στήριξης.
Όπως ανέφερε στην Αγροτική Διακομματική Επιτροπή της Βουλής, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Μυδοκαλλιεργητών και του Αγροτικού Συνεταιρισμού Μυδοκαλλιεργητών Μακρυγιαλού Πιερίας, Αναστάσιος Δραγάνης, η Ελλάδα παράγει κάθε χρόνο από 30.000 έως 40.000 τόνους μύδια. Πάνω από το 95% της παραγωγής εξάγεται κυρίως στην Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία. Οι διεθνείς προβλέψεις μάλιστα δείχνουν ότι η αγορά των μυδιών θα συνεχίσει ν’ αναπτύσσεται έως το 2034, καθώς θεωρούνται πλέον προϊόν υψηλής διατροφικής αξίας, λόγω της περιεκτικότητάς τους σε Ω3 λιπαρά οξέα.
ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΟΙ ΥΨΗΛΕΣ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΕΣ ΚΙ Η ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΜΥΔΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ
Όμως, οι παραγωγοί βλέπουν τις υψηλές θερμοκρασίες της θάλασσας να προκαλούν μεγάλες απώλειες τόσο στα εμπορεύσιμα μύδια όσο και στον γόνο. Όπως υπογράμμισε ο κ. Δραγάνης, όταν η θερμοκρασία του νερού ξεπερνά τους 30 βαθμούς Κελσίου, οι ζημιές είναι εκτεταμένες.
Στα σημαντικότερα προβλήματα συγκαταλέγεται και η παράνομη μυδοκαλλιέργεια. Εξήγησε πως οι μη αδειοδοτημένες εγκαταστάσεις δημιουργούν αθέμιτο ανταγωνισμό, επιβαρύνουν το περιβάλλον και δυσχεραίνουν την επιβίωση των νόμιμων παραγωγών. Παράλληλα, η ρύπανση από λύματα, ποτάμια και άλλες ανθρωπογενείς δραστηριότητες επηρεάζει την ποιότητα των υδάτων. Οι, δε, καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις και οι χρονοβόρες διοικητικές διαδικασίες εξακολουθούν να αποτελούν τροχοπέδη για τις επενδύσεις.
ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΧΕΡΙΩΝ, ΕΡΓΟΣΗΜΟ, ΚΑΥΣΙΜΑ
Ο κ. Δραγάνης αναφέρθηκε και στην έλλειψη εργατικού δυναμικού, ζητώντας την εφαρμογή του εργόσημου για τους εποχικούς εργαζόμενους, ώστε να μπορεί να καλυφθούν οι ανάγκες της παραγωγής χωρίς περιττή γραφειοκρατία.
Οι μυδοκαλλιεργητές διαμαρτυρήθηκαν και για το κόστος λειτουργίας των επαγγελματικών σκαφών. Αναφέρθηκαν στα ιδιαίτερα υψηλά τέλη επιθεώρησης και πιστοποίησης, που επιβαρύνουν κάθε χρόνο τις επιχειρήσεις τους, επισημαίνοντας ότι οι αλλαγές στο καθεστώς ελέγχων έχουν αυξήσει σημαντικά τα έξοδά τους.
ΑΙΤΗΜΑ ΓΙΑ ΕΝΤΑΞΗ ΣΤΟΝ ΕΛΓΑ ΚΑΙ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
Ο κλάδος εξακολουθεί να μην καλύπτεται επαρκώς για ζημιές, που προκαλεί η κλιματική αλλαγή, ενώ οι παραγωγοί ζητούν την ένταξή τους στον ΕΛΓΑ, ώστε να μπορούν ν’ αποζημιώνονται όταν καταστρέφονται οι καλλιέργειες από ακραία καιρικά φαινόμενα ή την αύξηση της θερμοκρασίας της θάλασσας.
Σημαντικές καθυστερήσεις, όπως αναφέρθηκε, καταγράφονται και στη δημιουργία των Περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών (ΠΟΑΥ). Όπως επισημάνθηκε, χρειάστηκαν 14 χρόνια για να ολοκληρωθεί η πρώτη ΠΟΑΥ, ενώ η αντίστοιχη πρόταση για τον Θερμαϊκό εξακολουθεί να εκκρεμεί, γεγονός που, σύμφωνα με τους παραγωγούς, συντηρεί την παρανομία και στερεί νέες νόμιμες άδειες εγκατάστασης.
Οι μυδοκαλλιεργητές ζήτησαν ένα ολοκληρωμένο σχέδιο στήριξης του κλάδου, ώστε ένας δυναμικός εξαγωγικός τομέας της ελληνικής οικονομίας να μπορέσει να ανταπεξέλθει ουσιαστικά στις νέες προκλήσεις και να αξιοποιήσει τις προοπτικές ανάπτυξης που παρουσιάζει η διεθνής αγορά.
Πάντως, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, η Αγροτική Διακομματική Επιτροπή της Βουλής, πήρε παράταση έως τις 5 Σεπτεμβρίου 2026 ώστε να συζητηθεί το πόρισμα, στο οποίο θα έχει ρόλο και το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Εκπρόσωποι φορέων μπορούν να στείλουν ακόμη, ιδέες και προτάσεις ως τα τέλη Ιουλίου ώστε να ενσωματωθούν. Το πόρισμα θα συζητηθεί και στην αρμόδια Επιτροπή και στη συνέχεια μετά τη διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, θα συζητηθεί στην Ολομέλεια στις αρχές του Σεπτέμβρη.