Η συζήτηση για τον πρωτογενή τομέα συχνά περιορίζεται στις τιμές, στο κόστος παραγωγής ή στις καιρικές συνθήκες μιας χρονιάς. Πίσω όμως από τα στοιχεία υπάρχουν άνθρωποι που επιχειρούν να διατηρήσουν ζωντανή μια καλλιέργεια, προσαρμόζοντας το μοντέλο λειτουργίας τους στις απαιτήσεις της εποχής.
Με αφορμή μια συζήτηση με τον παραγωγό κ. Παναγιώτη Θεοχαρόπουλο από την περιοχή της Φωκίδας, ο οποίος δραστηριοποιείται στην ελαιοκαλλιέργεια από το 1980 και σήμερα διαχειρίζεται περίπου 250 στρέμματα, αναδείχθηκε μια διαφορετική πτυχή του κλάδου: η μετάβαση από την απλή παραγωγή στην καθετοποίηση και στην αναζήτηση προστιθέμενης αξίας μέσω της μεταποίησης και των εξαγωγών. Στα περισσότερα από σαράντα χρόνια παρουσίας στον κλάδο έχει βιώσει περιόδους υψηλής παραγωγής, ακραία καιρικά φαινόμενα, σημαντικές απώλειες από πυρκαγιές, αλλά και μεγάλες αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο παράγεται, μεταποιείται και διακινείται η ελιά.
Όταν η παραγωγή δεν αρκεί από μόνη της
Για δεκαετίες, η βασική δραστηριότητα της οικογένειας ήταν η καλλιέργεια της ελιάς. Ωστόσο, όπως εξηγεί ο ίδιος, πριν από περίπου 13-14 χρόνια η αστάθεια στη διάθεση του προϊόντος και οι διακυμάνσεις των τιμών οδήγησαν στην ανάγκη αναζήτησης νέας στρατηγικής. «Κάποια στιγμή χρειάζεται να έχεις όλο το πακέτο. Να ελέγξεις όλη τη διαδικασία», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Έτσι, η δραστηριότητα επεκτάθηκε πέρα από την πρωτογενή παραγωγή. Σήμερα η οικογένεια δεν περιορίζεται στην καλλιέργεια, αλλά διαθέτει ελαιοτριβείο, πραγματοποιεί επεξεργασία και εμπορία ελιάς και δραστηριοποιείται στις εξαγωγές, δημιουργώντας ένα περισσότερο καθετοποιημένο μοντέλο λειτουργίας. Η επιλογή αυτή, σύμφωνα με τον ίδιο, επέτρεψε στην επιχείρηση να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο στο τελικό προϊόν και να μειώσει την εξάρτησή της από τις διακυμάνσεις της αγοράς της πρώτης ύλης.
Η επιτραπέζια ελιά στο επίκεντρο
Παρότι η οικογένεια διαθέτει ελαιοτριβείο, το βασικό αντικείμενο παραμένει η επιτραπέζια ελιά. Όπως εξηγεί ο κ. Θεοχαρόπουλος, το ελαιοτριβείο αποτελεί μια δραστηριότητα περιορισμένης διάρκειας μέσα στο έτος, ενώ η επεξεργασία και η εμπορία επιτραπέζιας ελιάς προσφέρουν απασχόληση σε μεγαλύτερη χρονική βάση.
«Το λάδι είναι δεύτερο. Δεν είναι το κύριο επάγγελμά μας. Το ελαιοτριβείο είναι μια δουλειά για δύο μήνες. Εκείνο που έχουμε εμείς είναι η ελιά, την οποία επεξεργαζόμαστε και την κάνουμε εξαγωγή και την έχουμε όλο τον χρόνο δουλειά».
Παράλληλα, υπογραμμίζει τη διεθνή αναγνωρισιμότητα ορισμένων ελληνικών ποικιλιών, επισημαίνοντας ότι στην παγκόσμια αγορά οι καταναλωτές αναγνωρίζουν συγκεκριμένα ονόματα, όπως η Άμφισσα, η Καλαμάτα, η Χαλκιδική και η Θάσος, και τα συνδέουν άμεσα με συγκεκριμένους τύπους επιτραπέζιας ελιάς.
Η στροφή της οικογένειας προς την επεξεργασία και τις εξαγωγές συνδέθηκε, σύμφωνα με τον ίδιο, με την ανάγκη μεγαλύτερης σταθερότητας στη διάθεση του προϊόντος και καλύτερης αξιοποίησης της παραγωγής. Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της επιτραπέζιας ελιάς που επεξεργάζεται η επιχείρηση κατευθύνεται σε αγορές του εξωτερικού, κυρίως σε χώρες της Ευρώπης, ενώ μόνο ένα μικρό ποσοστό διατίθεται στην εγχώρια αγορά. Η καθετοποίηση της δραστηριότητας δεν προσέφερε μόνο μεγαλύτερο έλεγχο στην παραγωγική διαδικασία, αλλά δημιούργησε και τις προϋποθέσεις για μια πιο σταθερή παρουσία στις διεθνείς αγορές.
Η ποιότητα ξεκινά από το χωράφι
Στη διάρκεια της συζήτησης δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία της σωστής διαχείρισης του ελαιοκάρπου από τη συγκομιδή έως την επεξεργασία.
Σύμφωνα με τον παραγωγό, παλαιότερα οι ελιές συχνά παρέμεναν για ημέρες στις οικίες των παραγωγών μέχρι να συγκεντρωθεί επαρκής ποσότητα για ελαιοποίηση, γεγονός που επηρέαζε αρνητικά την ποιότητα του παραγόμενου ελαιολάδου.
Σήμερα, η διαδικασία είναι διαφορετική. «Όπως έρχονται από το κτήμα, πάνε κατευθείαν στο ελαιοτριβείο. Δεν μένουν να αρχίσουν να αλλοιώνονται», σημειώνει.
Ο ίδιος θεωρεί ότι η άμεση μεταφορά του καρπού για επεξεργασία συμβάλλει καθοριστικά στη διατήρηση των ποιοτικών χαρακτηριστικών του προϊόντος. Αντίστοιχα, αναφέρει ότι τα ελαιόλαδα που παρήχθησαν στο ελαιοτριβείο της οικογένειας την προηγούμενη ελαιοκομική περίοδο ήταν εξαιρετικής ποιότητας, ενώ σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και οι τοπικές κλιματικές συνθήκες.
Όπως εξηγεί, το σχετικά ξηρό περιβάλλον της περιοχής περιορίζει την ανάπτυξη μυκητολογικών προβλημάτων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την ποιότητα του καρπού και του ελαιολάδου.
Οι προκλήσεις που παραμένουν
Παρά την πολυετή εμπειρία και τη στροφή προς ένα πιο ολοκληρωμένο επιχειρηματικό μοντέλο, οι δυσκολίες του κλάδου παραμένουν σημαντικές. Το αυξημένο κόστος παραγωγής, η έλλειψη εργατικού δυναμικού και η δυσκολία προσέλκυσης νέων ανθρώπων στη γεωργία αποτελούν ζητήματα που απασχολούν έντονα τον ίδιο. «Το κυριότερο είναι ότι δεν υπάρχουν χέρια. Δεν υπάρχουν εργάτες», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Όπως σημειώνει, η έλλειψη εργατικού δυναμικού δεν αποτελεί πλέον μόνο ένα θεωρητικό πρόβλημα για τον κλάδο. Σε αρκετές περιπτώσεις οδηγεί ακόμη και στην εγκατάλειψη μέρους της παραγωγής, εκτιμώντας ότι περίπου το 20% του ελαιώνα της περιοχής παραμένει ασυγκόμιστο, καθώς πολλοί ιδιοκτήτες αδυνατούν ή δεν επιλέγουν να προχωρήσουν στη συγκομιδή.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι σε αρκετές περιπτώσεις το κόστος συγκομιδής και διαχείρισης μπορεί να αποδειχθεί δυσανάλογο σε σχέση με το οικονομικό αποτέλεσμα που λαμβάνει ο παραγωγός, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μικρές εκμεταλλεύσεις.
Η πορεία αυτή δεν υπήρξε χωρίς δυσκολίες. Ο ίδιος έχει δει μέρος της εκμετάλλευσής του να καταστρέφεται από τις μεγάλες πυρκαγιές που έπληξαν την περιοχή τα προηγούμενα χρόνια (2013 και 2022), χάνοντας πολλά ελαιόδεντρα. Παρά τις απώλειες, επέλεξε να συνεχίσει να επενδύει στην καλλιέργεια και στην ανάπτυξη της δραστηριότητας, παραμένοντας ενεργός στον κλάδο για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η καθετοποίηση φαίνεται να αποτελεί για ορισμένες εκμεταλλεύσεις έναν τρόπο ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και καλύτερης αξιοποίησης του παραγόμενου προϊόντος. Δεν αποτελεί εύκολη επιλογή ούτε λύση για όλους, όμως η περίπτωση του κ. Θεοχαρόπουλου δείχνει πώς η μετάβαση από την πώληση της πρώτης ύλης στην επεξεργασία, την εμπορία και τις εξαγωγές μπορεί να δημιουργήσει νέες προοπτικές για μια οικογενειακή αγροτική δραστηριότητα.