Η εμφάνιση και η εξάπλωση του Μαύρου Ακανθώδη Αλευρώδη (Aleurocanthus spiniferus) έχει αναδειχθεί σε σημαντική φυτοϋγειονομική πρόκληση για τις εσπεριδοκαλλιέργειες της Αργολίδας. Το έντομο υποβαθμίζει την ποιότητα και την εμπορική αξία των καρπών, επηρεάζει την ευρωστία των δέντρων και, χάρη στη γρήγορη αναπαραγωγή του και στον μεγάλο αριθμό φυτών-ξενιστών, μπορεί να εξαπλώνεται σε νέες περιοχές.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Σύλλογος Γεωπόνων Αργολίδας διοργάνωσε στις 7 Ιουλίου ενημερωτική ημερίδα στο Κουτσοπόδι, με στόχο την ενημέρωση παραγωγών, πολιτών και επαγγελματιών του κλάδου για την εξέλιξη της προσβολής και τα διαθέσιμα μέσα αντιμετώπισης. Ομιλητές ήταν ο Γενικός Διευθυντής του Μπενάκειου Φυτοπαθολογικού Ινστιτούτου, Δρ Παναγιώτης Μυλωνάς, και ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Προστασίας Φυτικής Παραγωγής του ΥΠΑΑΤ, κ. Χρήστος Αραμπατζής.
Η εξέλιξη της προσβολής και η εικόνα στην Αργολίδα
Ο Μαύρος Ακανθώδης Αλευρώδης κατάγεται από τη Νοτιοανατολική Ασία. Η πρώτη εμφάνισή του στην Ευρώπη καταγράφηκε το 2008 στην Ιταλία, ενώ στην Ελλάδα εντοπίστηκε για πρώτη φορά το 2016 σε πορτοκαλιές στην Κέρκυρα. Στη συνέχεια καταγράφηκε και σε άλλες εσπεριδοπαραγωγικές περιοχές της χώρας, ενώ το 2025 εντοπίστηκε και στην περιοχή του Άστρους Αρκαδίας.
Στην Αργολίδα η παρουσία και η εξάπλωση του εντόμου καταγράφονται την τελευταία τριετία. Η προσβολή έχει γίνει ιδιαίτερα εμφανής σε κήπους με πορτοκαλιές και λεμονιές στον αστικό ιστό του Άργους, ενώ έχει επεκταθεί και σε εμπορικούς εσπεριδοειδώνες της περιοχής.
Κύριοι ξενιστές του εντόμου είναι τα εσπεριδοειδή, μπορεί όμως να προσβάλει επίσης αμπέλια, αχλαδιές και διάφορα καλλωπιστικά φυτά. Η γειτνίαση αυτών των καλλιεργειών στην Αργολίδα διευκολύνει τη μετακίνησή του και ενισχύει την ανάγκη συντονισμένων μέτρων περιορισμού.
Τα ενήλικα εναποθέτουν μεγάλο αριθμό αυγών στην κάτω επιφάνεια των φύλλων, όπου στη συνέχεια αναπτύσσονται οι προνύμφες. Κατά την τροφική τους δραστηριότητα εκκρίνουν σακχαρώδεις ουσίες, τα λεγόμενα μελιτώματα, τα οποία λερώνουν φύλλα, κλαδίσκους και καρπούς. Πάνω στην κολλώδη αυτή επιφάνεια αναπτύσσεται η καπνιά, με αποτέλεσμα οι καρποί να μαυρίζουν και να χάνουν την εμπορική τους αξία, ενώ τα δέντρα εξασθενούν και εμφανίζουν μειωμένη ανάπτυξη.
Οι πολλοί ξενιστές δυσκολεύουν τον περιορισμό
Σημαντικές εστίες διατήρησης και διασποράς του εντόμου αποτελούν οι κοινόχρηστοι και εγκαταλειμμένοι χώροι, όπου υπάρχουν φυτά-ξενιστές που δεν μπορούν εύκολα να τεθούν υπό έλεγχο. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται ο αείλανθος, ο κισσός, οι τριανταφυλλιές και κληματίδες αμπέλου σε κήπους.
Τα φυτά αυτά μπορούν να λειτουργούν ως εστίες αναπαραγωγής και διατήρησης των πληθυσμών, ακόμη και όταν εφαρμόζονται μέτρα αντιμετώπισης στους οργανωμένους εσπεριδοειδώνες. Παράλληλα, η γρήγορη αναπαραγωγή και οι πολλές γενεές που αναπτύσσει το έντομο μέσα στον χρόνο δημιουργούν προϋποθέσεις περαιτέρω επέκτασης της προσβολής τόσο στην Αργολίδα όσο και σε άλλες περιοχές της χώρας.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στη διαχείριση των προσβεβλημένων κλαδιών. Στο Άργος έχει παρατηρηθεί η πρακτική να απορρίπτονται κομμένα κλαδιά από μολυσμένα δέντρα σε χώρους συγκέντρωσης απορριμμάτων, γεγονός που μπορεί να διευκολύνει τη διασπορά του εντόμου. Για τον περιορισμό του κινδύνου συστήνεται τα κλαδιά να τεμαχίζονται και να τοποθετούνται σε μεγάλες μαύρες σακούλες πριν από την απόρριψή τους, όταν δεν είναι δυνατή η καύση ή η ταφή τους.
Στην κλασική βιολογική καταπολέμηση η μόνιμη λύση
Κεντρικό σημείο της ημερίδας αποτέλεσε το πρόγραμμα κλασικής βιολογικής καταπολέμησης του Μαύρου Ακανθώδη Αλευρώδη, το οποίο εφαρμόζεται στην Ελλάδα από την άνοιξη του 2024 από το Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Τα εισβολικά έντομα φτάνουν συνήθως σε νέες περιοχές χωρίς τους εξειδικευμένους φυσικούς εχθρούς που περιορίζουν τους πληθυσμούς τους στις χώρες καταγωγής τους. Για τον λόγο αυτό, το πρόγραμμα προέβλεψε την αναζήτηση, εισαγωγή και εκτροφή εξειδικευμένων ωφέλιμων εντόμων.
Βασικό παρασιτοειδές του προγράμματος είναι το Encarsia smithi, το οποίο εισήχθη από το Βιετνάμ και την Ιαπωνία και δρα σε βάρος του Μαύρου Ακανθώδη Αλευρώδη. Η πρώτη εξαπόλυσή του στην Αργολίδα πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2024, ενώ στις αρχές Ιουνίου 2026 ακολούθησαν νέες εξαπολύσεις σε πέντε επιλεγμένες θέσεις με διαπιστωμένες προσβολές, τέσσερις στην περιοχή του Άργους και μία στην Ασίνη, σε συνεργασία με τη ΔΑΟΚ Αργολίδας.
Στο πρόγραμμα εντάχθηκε επίσης το Amitus hesperidum, το οποίο παρασιτεί διαφορετικό στάδιο της νύμφης και λειτουργεί συμπληρωματικά προς το Encarsia smithi. Παράλληλα εξαπολύθηκε και παρασιτοειδές του γένους Eretmocerus, το οποίο είναι λιγότερο εξειδικευμένο στον συγκεκριμένο αλευρώδη, αλλά έχει δώσει πολύ καλά αποτελέσματα στη Θεσπρωτία.
Διευκρινίστηκε ότι η κλασική βιολογική καταπολέμηση δεν βασίζεται σε εξαπολύσεις από αγρό σε αγρό. Τα ωφέλιμα έντομα απελευθερώνονται σε κατάλληλα επιλεγμένες θέσεις, με στόχο να εγκατασταθούν, να πολλαπλασιαστούν και να μετακινηθούν σταδιακά προς νέες προσβεβλημένες περιοχές.
Με βάση τη διεθνή εμπειρία, η συγκεκριμένη προσέγγιση αποτελεί τη μόνη βιώσιμη λύση με μόνιμα αποτελέσματα. Στην Ιαπωνία, στο Βιετνάμ και στη Νότια Αφρική έχει πλέον επέλθει οικολογική ισορροπία, ενώ ενθαρρυντικά αποτελέσματα από εξαπολύσεις ωφέλιμων εντόμων έχουν καταγραφεί και στη Θεσπρωτία, στον Εθνικό Κήπο και στο Προεδρικό Μέγαρο.
Αντίθετα, η αποκλειστική χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων, όταν οι πληθυσμοί είναι υψηλοί, απαιτεί επαναλαμβανόμενες εφαρμογές, δεν δίνει μόνιμη λύση και μπορεί να καταστεί οικονομικά ασύμφορη. Όταν απαιτείται χημική επέμβαση, τα σκευάσματα πρέπει να είναι ήπια και εκλεκτικά, ώστε να περιορίζονται οι επιπτώσεις στα ωφέλιμα έντομα.
Επισκοπήσεις και νέες φυτοϋγειονομικές απειλές
Στη δεύτερη εισήγηση της ημερίδας παρουσιάστηκε ο ρόλος των φυτοϋγειονομικών μέτρων στην αποτροπή της εισαγωγής νέων επιβλαβών οργανισμών και, όταν αυτοί εντοπίζονται, στον έγκαιρο περιορισμό της εξάπλωσής τους. Κεντρικό εργαλείο αποτελούν τα ετήσια προγράμματα επισκοπήσεων που εφαρμόζουν οι κατά τόπους ΔΑΟΚ.
Η ΔΑΟΚ Αργολίδας συμμετέχει για περισσότερο από μία δεκαετία στο Εθνικό Πρόγραμμα Επισκοπήσεων, με την τοποθέτηση παγίδων και τη συλλογή και αποστολή δειγμάτων φυτών και καρπών. Οι έλεγχοι καλύπτουν πλέον 30 επιβλαβείς οργανισμούς, γεγονός που αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της ποικιλίας των καλλιεργειών και του έντονου εξαγωγικού ενδιαφέροντος της περιοχής.
Μεταξύ των απειλών που παρουσιάστηκαν ήταν το βακτήριο Candidatus Liberibacter, που συνδέεται με την ασθένεια του πρασινίσματος των εσπεριδοειδών, καθώς και ο φορέας μετάδοσής του, η ασιατική ψύλλα Diaphorina citri, η οποία εντοπίστηκε στην Κύπρο το 2023. Αναφορά έγινε επίσης στον μύκητα Phyllosticta citricarpa, ο οποίος μπορεί να υποβαθμίσει σοβαρά την ποιότητα των καρπών.
Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε και ο πρόσφατος εντοπισμός ενός ενήλικου ατόμου Bactrocera zonata, της λεγόμενης «μύγας των ροδακίνων», σε παγίδα του δικτύου επισκοπήσεων της ΔΑΟΚ στην περιοχή του Αργολικού. Το εύρημα αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής επιτήρησης τόσο για τον έγκαιρο εντοπισμό νέων οργανισμών καραντίνας όσο και για την προστασία της φυτικής παραγωγής και των εξαγωγών της χώρας.
Οι απόψεις των ειδικών
Μιλώντας στον ΑγροΤύπο, ο Γενικός Διευθυντής του Μπενάκειου Φυτοπαθολογικού Ινστιτούτου, Δρ Παναγιώτης Μυλωνάς, εξήγησε ότι η προσβολή στην Αργολίδα δεν έχει ακόμη λάβει την έκταση που έχει καταγραφεί σε άλλες περιοχές της χώρας, χωρίς όμως να αποκλείεται η περαιτέρω εξάπλωσή της. Για τον λόγο αυτό, υπογράμμισε τη σημασία της έγκαιρης ενημέρωσης των παραγωγών και της συστηματικής παρακολούθησης των καλλιεργειών.
Όπως ανέφερε, όταν διαπιστώνεται η παρουσία του εντόμου, πρέπει να ενημερώνονται άμεσα οι αρμόδιες υπηρεσίες, καθώς εξακολουθεί να αποτελεί επιβλαβή οργανισμό καραντίνας. «Είναι υποχρέωση όλων μας να ενημερώνουμε τις αρμόδιες αρχές, ώστε να καταγράφεται η παρουσία του εντόμου και να έχουμε εικόνα για την εξέλιξη των πληθυσμών του», σημείωσε, εξηγώντας ότι τα στοιχεία αυτά αξιοποιούνται στον σχεδιασμό των δράσεων ολοκληρωμένης αντιμετώπισης.
Παράλληλα, επισήμανε ότι, όταν απαιτείται χημική επέμβαση, πρέπει να επιλέγονται όσο το δυνατόν πιο εκλεκτικά σκευάσματα, ώστε να προστατεύονται τα ωφέλιμα έντομα. Όπως τόνισε, «η ενημέρωση χρειάζεται παντού» και «δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις», ενώ η μελλοντική εξέλιξη της προσβολής δεν μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα.
Στον ΑγροΤύπο μίλησε επίσης ο πρόεδρος του Συλλόγου Γεωπόνων Αργολίδας, κ. Δημήτρης Δήμου, ο οποίος υπογράμμισε τη σημασία αντίστοιχων επιστημονικών δράσεων και της συνεργασίας με εξειδικευμένους επιστήμονες για την έγκαιρη ενημέρωση των παραγωγών και τη μεταφορά τεκμηριωμένης γνώσης στην πράξη.
Αναφερόμενος στην εμπειρία από προηγούμενη εφαρμογή βιολογικής καταπολέμησης στην περιοχή, τόνισε ότι η αντιμετώπιση ενός εντόμου δεν βασίζεται αποκλειστικά στη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων. «Οι παραγωγοί μας έχουν μάθει “ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε”», σημείωσε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι απαιτείται αλλαγή νοοτροπίας, προσεκτική χρήση των σκευασμάτων και αποφυγή σκληρών εντομοκτόνων που μπορούν να επηρεάσουν την εγκατάσταση των φυσικών εχθρών.
