Η καρπόκαψα αποτελεί διαχρονικά έναν από τους σημαντικότερους εχθρούς της καλλιέργειας της καρυδιάς, καθώς μπορεί να προκαλέσει ιδιαίτερα σοβαρές απώλειες στην παραγωγή όταν δεν παρακολουθείται και δεν αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Η αποτελεσματική διαχείρισή της δεν βασίζεται σε προληπτικούς ή επαναλαμβανόμενους ψεκασμούς, αλλά στην κατανόηση της βιολογίας του εντόμου, στη συνεχή παρακολούθηση των πληθυσμών και στις στοχευμένες επεμβάσεις την κατάλληλη χρονική στιγμή.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ΑγροΤύπος συνομιλεί με τον γεωπόνο κ. Χαράλαμπο Ψαρογιάννη, παραγωγό και υπεύθυνο παραγωγής του Συνεταιρισμού Καρυδιών «ΓΑΙΑ ΔΟΜΟΚΟΥ», καθώς και υποψήφιο διδάκτορα στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ο οποίος μεταφέρει την εικόνα από την καλλιέργεια και δίνει πρακτικές κατευθύνσεις για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του εντόμου.
Η βιολογία της καρπόκαψας καθορίζει την εξέλιξη των προσβολών
Σύμφωνα με τον κ. Ψαρογιάννη, η καρπόκαψα (Cydia pomonella) μπορεί, υπό συνθήκες υψηλής πίεσης, να προκαλέσει ακόμη και απώλειες που αγγίζουν το 90% της παραγωγής, γεγονός που την καθιστά τον σημαντικότερο εχθρό της καρυδιάς. Όπως εξηγεί, πρόκειται για έντομο που υπάρχει μέσα στον ίδιο τον αγρό και δεν μετακινείται μαζικά από χωράφι σε χωράφι, αν και μπορεί να πλήξει και γειτονικές καλλιέργειες. Η προσβολή ξεκινά από τον πληθυσμό που ήδη βρίσκεται στο αγροτεμάχιο, καθώς οι προνύμφες της τελευταίας γενιάς διαχειμάζουν σε σχισμές του κορμού και άλλες προστατευμένες θέσεις του δέντρου, παραμένοντας σε διάπαυση μέχρι την επόμενη άνοιξη.
Η διαχειμάζουσα γενιά λειτουργεί ως δείκτης της πίεσης που θα δεχθεί η καλλιέργεια κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Όπως αναφέρει ο κ. Ψαρογιάννης, πρόκειται για μια γενιά στην οποία συνήθως δεν γίνονται χημικές επεμβάσεις σε εντατικά καλλιεργούμενους οπωρώνες όπου εφαρμόζεται ήδη πρόγραμμα φυτοπροστασίας, ωστόσο η παρακολούθησή της είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την εκτίμηση του κινδύνου. «Η πρώτη γενιά είναι αυτή που μας δείχνει τι πίεση έχουμε μέσα στο χωράφι μας», επισημαίνει χαρακτηριστικά.
Η συγκεκριμένη γενιά παρουσιάζει σημαντικές διαφορές σε σχέση με τις επόμενες. Τα θηλυκά ακμαία παράγουν περίπου 30 αυγά, ενώ στις επόμενες γενεές ο αριθμός αυτός διπλασιάζεται και μπορεί να φτάσει τα 60 αυγά ανά θηλυκό, γεγονός που εξηγεί γιατί ο πληθυσμός του εντόμου αυξάνεται εκθετικά όσο προχωρά η καλλιεργητική περίοδος.
Παράλληλα, διαφοροποιείται και ο τρόπος προσβολής των καρπών. Στη διαχειμάζουσα γενιά, όταν οι καρποί βρίσκονται ακόμη σε πολύ μικρό μέγεθος, η είσοδος της προνύμφης πραγματοποιείται από την περιοχή των σεπάλων, δηλαδή από την κορυφή του καρπού. Αντίθετα, στις επόμενες γενεές οι προνύμφες εισέρχονται κυρίως από τα πλάγια του καρυδιού και ιδιαίτερα στο σημείο όπου εφάπτονται δύο καρποί.
Όπως αναφέρει, σε χώρες όπως οι ΗΠΑ η πρώτη γενιά μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να αφήνεται να δράσει, λειτουργώντας ως μια ήπια φυσική αραίωση καρπών, καθώς τότε η καλλιέργεια βρίσκεται ακόμη σε στάδιο άνθους ή πολύ μικρού καρπιδίου. Πρόκειται, ωστόσο, για πρακτική που συνδέεται με συγκεκριμένα συστήματα διαχείρισης και δεν αναιρεί την ανάγκη παρακολούθησης του πληθυσμού.
Η παρακολούθηση των πτήσεων είναι το «κλειδί» για αποτελεσματική αντιμετώπιση
Όπως τονίζει ο κ. Ψαρογιάννης, η επιτυχής διαχείριση της καρπόκαψας βασίζεται πρωτίστως στην παρακολούθηση των πληθυσμών του εντόμου και όχι σε προγραμματισμένους ψεκασμούς χωρίς τεκμηρίωση. Οι φερομονικές παγίδες τύπου Delta χρησιμοποιούνται για την καταγραφή των αρσενικών ακμαίων, ενώ οι παγίδες καιρομόνης μπορούν να συλλέγουν τόσο αρσενικά όσο και θηλυκά άτομα, παρέχοντας ακόμη περισσότερες πληροφορίες για την εξέλιξη του πληθυσμού.
Αν και η χρήση τους δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στη χώρα μας, ο ίδιος επισημαίνει ότι προσφέρουν σημαντικά πλεονεκτήματα, καθώς επιτρέπουν ακόμη και την εκτίμηση της ωριμότητας των θηλυκών πριν από την ωοτοκία. Όπως εξηγεί, η διάκριση αρσενικών και θηλυκών ατόμων μπορεί να γίνει με παρατήρηση στο μικροσκόπιο, γεγονός που παρέχει χρήσιμες πληροφορίες για την εξέλιξη του πληθυσμού και τον χρόνο της ωοτοκίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η επίδραση της θερμοκρασίας στην εξέλιξη του εντόμου, καθώς κάθε γενιά αναπτύσσεται με βάση τη θερμική ηλικία και γι' αυτό οι ψυχρότερες ανοιξιάτικες συνθήκες μπορούν να μεταβάλουν σημαντικά τη δυναμική των πληθυσμών.«Φέτος, όπως και πέρυσι, η ψυχρή άνοιξη οδήγησε τη διαχειμάζουσα γενιά να εμφανίσει δύο κορυφές πτήσης», αναφέρει.
Το φαινόμενο αυτό σημαίνει ότι μέσα στον ίδιο οπωρώνα μπορούν να συνυπάρχουν προνύμφες διαφορετικής ηλικίας. Έτσι, όταν ανοίγονται προσβεβλημένα καρύδια, μπορεί να εντοπίζονται προνύμφες σε διαφορετικά στάδια ανάπτυξης, άλλες πιο κοντά στην έξοδο από τον καρπό και άλλες που χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να ολοκληρώσουν τον κύκλο τους. Σε αυτή την περίπτωση, ακόμη και αν πραγματοποιηθεί μία επέμβαση, οι νεότερες προνύμφες μπορούν να συνεχίσουν τον κύκλο τους και να προκαλέσουν νέες προσβολές λίγες ημέρες αργότερα.
Για τον λόγο αυτό, όπως υπογραμμίζει, οι επεμβάσεις πρέπει να βασίζονται στις συλλήψεις των παγίδων, στις καιρικές συνθήκες και στη χρονική στιγμή που ξεκινά η σύζευξη των ακμαίων.«Δεν ψεκάζουμε όποτε να 'ναι. Η επέμβαση πρέπει να γίνεται στο κατάλληλο χρονικό σημείο, ώστε να έχουμε το καλύτερο αποτέλεσμα», σημειώνει. Παράλληλα, επισημαίνει ότι οι άκαιροι και επαναλαμβανόμενοι ψεκασμοί αυξάνουν το κόστος παραγωγής και μπορούν να διαταράξουν την ισορροπία του αγροτεμαχίου. Ορισμένα σκευάσματα είναι πιο εκλεκτικά ως προς τα λεπιδόπτερα, όμως άλλα μπορούν να επηρεάσουν και ωφέλιμους οργανισμούς, δημιουργώντας στη συνέχεια περιθώριο εμφάνισης δευτερογενών προβλημάτων, όπως αφίδες και τετράνυχοι.
Η τρέχουσα γενιά είναι η πλέον επικίνδυνη – Ο ρόλος του κομφούζιου
Αναφερόμενος στη σημερινή εικόνα των καρυδεώνων, ο κ. Ψαρογιάννης εξηγεί ότι στην περιοχή τους οι καρποί έχουν πλέον αποκτήσει σχεδόν το μέγιστο μέγεθός τους και έχει ξεκινήσει η σκλήρυνση του κελύφους. Η διαδικασία αρχίζει από το κάτω άκρο του καρυδιού και εξελίσσεται προς τον ποδίσκο, παράλληλα με το γέμισμα του καρπού. Η εικόνα, ωστόσο, διαφοροποιείται ανάλογα με την περιοχή, καθώς στις βορειότερες ζώνες η σκλήρυνση του κελύφους μπορεί να έχει προχωρήσει περισσότερο. Η διαφοροποίηση αυτή συνδέεται τόσο με τη θερμική ηλικία των δέντρων όσο και με τη θερμική εξέλιξη του εντόμου. Ενδεικτικά, όπως αναφέρει, η πρώτη γενιά μετά τη διαχειμάζουσα μπορεί να είχε ξεκινήσει νωρίτερα σε περιοχές όπως η Κατερίνη, ενώ στη δική τους περιοχή οι πτήσεις των ακμαίων παρατηρήθηκαν μετά τις 25-30 Ιουνίου.
Όπως αναφέρει, η γενιά που δρα αυτή την περίοδο είναι η πλέον καταστροφική για την παραγωγή. «Αν δεν επέμβουμε τώρα, μπορεί να χαθεί έως και το 50% της παραγωγής, ενώ η επόμενη γενιά, που αναμένεται περίπου στα τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου, μπορεί να προκαλέσει επιπλέον σοβαρές απώλειες», τονίζει. Παρότι η σκλήρυνση του κελύφους δυσκολεύει την είσοδο της προνύμφης, δεν αποτελεί ασφαλή προστασία. Η είσοδος του εντόμου μπορεί να καθυστερήσει, ακόμη και για διάστημα μερικών ημερών, όμως η προσβολή εξακολουθεί να πραγματοποιείται. Επιπλέον, τα τραύματα που δημιουργούνται μπορούν να λειτουργήσουν ως ευνοϊκό σημείο για δευτερογενείς προσβολές, μεταξύ άλλων και από τον πορτοκαλοσκώληκα.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στη μέθοδο της σεξουαλικής σύγχυσης (κομφούζιο), η οποία εφαρμόζεται ήδη από αρκετούς καρυδοπαραγωγούς. Όπως εξηγεί, η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη σωστή εφαρμογή και τη συνολική εικόνα της περιοχής. Όταν εφαρμόζεται μεμονωμένα σε έναν οπωρώνα, ενώ οι γειτονικές καλλιέργειες ακολουθούν διαφορετική ή λιγότερο συντονισμένη διαχείριση, ενδέχεται να μην αποδώσει στον ίδιο βαθμό.
Οι διαχυτήρες φερομόνης πρέπει να τοποθετούνται ψηλά, στις κορυφές των δέντρων, καθώς εκεί πραγματοποιούνται οι νυχτερινές πτήσεις και η σύζευξη των ακμαίων. Με αυτόν τον τρόπο παρεμποδίζεται η σύζευξη και μειώνονται οι προσβολές. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι το κομφούζιο δεν αποτελεί από μόνο του πανάκεια. «Ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια εφαρμογής απαιτείται συνεχής παρακολούθηση, καθώς μπορεί να υπάρχει ένα αποδεκτό ποσοστό προσβολών και πρέπει να αξιολογείται στην πράξη αν το σύστημα λειτουργεί επαρκώς», επισημαίνει.
Καλλιεργητικά μέτρα, προστασία των ωφέλιμων οργανισμών και υπεύθυνη χρήση των φυτοπροστατευτικών
Πέρα από τις χημικές επεμβάσεις, σημαντικό ρόλο στη διαχείριση της καρπόκαψας παίζουν και τα καλλιεργητικά μέτρα, καθώς συμβάλλουν στη μείωση του πληθυσμού του εντόμου μέσα στον οπωρώνα. Ο κ. Ψαρογιάννης επισημαίνει ότι η άμεση συλλογή των προσβεβλημένων καρπών που πέφτουν στο έδαφος αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πρακτικές διαχείρισης, καθώς κάθε καρπός που παραμένει στο χωράφι μπορεί να αποτελέσει νέα εστία προσβολής. Η χρήση εργαλείων συλλογής, όπως τα ρολάκια συλλογής καρπών, διευκολύνει σημαντικά τη διαδικασία, ενώ η εξέταση των προνυμφών στους πεσμένους καρπούς βοηθά στην εκτίμηση της εξέλιξης του πληθυσμού και του χρόνου εμφάνισης της επόμενης γενιάς.
Παράλληλα, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη διατήρηση των ωφέλιμων οργανισμών και της βιοποικιλότητας. Όπως αναφέρει, στον Συνεταιρισμό «ΓΑΙΑ ΔΟΜΟΚΟΥ» εφαρμόζονται αναγεννητικές καλλιεργητικές πρακτικές, γι' αυτό και αποφεύγονται οι προληπτικοί εντομολογικοί ψεκασμοί.
Κλείνοντας, υπογραμμίζει ότι κάθε επέμβαση πρέπει να βασίζεται στα δεδομένα του κάθε αγροτεμαχίου, να πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον γεωπόνο και να αποφεύγεται η αλόγιστη χρήση των ίδιων δραστικών ουσιών, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος ανάπτυξης ανθεκτικότητας. «Έχουμε ευθύνη απέναντι στο αγροτεμάχιό μας, στην παραγωγή μας, στους υπόλοιπους παραγωγούς, στους πελάτες μας και στο περιβάλλον. Η φυτοπροστασία πρέπει να γίνεται με σύνεση και τεκμηρίωση», καταλήγει.