Το κρεμμύδι παραμένει μια από τις πιο σταθερές και διαδεδομένες καλλιέργειες στη χώρα, με παρουσία σχεδόν σε κάθε αγροτική περιοχή και με ρόλο-κλειδί τόσο στη διατροφή όσο και στην εγχώρια αγορά οπωροκηπευτικών. Πίσω όμως από τη σταθερή κατανάλωση, η φετινή εικόνα της καλλιέργειας και της διάθεσης αποτυπώνει μια πραγματικότητα με έντονες διαφοροποιήσεις, ανάλογα με την περιοχή, το μοντέλο παραγωγής και το κανάλι διάθεσης. Ο ΑγροΤύπος μίλησε με παραγωγούς, εμπόρους, συνεταιρισμούς, καταγράφοντας την εικόνα της αγοράς όπως διαμορφώνεται σήμερα, μέσα από τις εμπειρίες και τα δεδομένα που μεταφέρουν οι ίδιοι οι άνθρωποι του κλάδου.
Βοιωτία: Πίεση τιμών και αυξημένες ποσότητες στην αγορά
Ο κ. Στάθης Μπόβαλης, με παρουσία 75 ετών στο εμπόριο κρεμμυδιού, δραστηριοποιείται στη Βοιωτία αποκλειστικά στη συγκέντρωση, αποθήκευση και διάθεση του προϊόντος, συνεργαζόμενος με 5–6 παραγωγούς. Διαθέτει συσκευαστήριο και ψυκτικούς χώρους και διοχετεύει το κρεμμύδι κυρίως στις εγχώριες λαχαναγορές, με περιορισμένες εξαγωγές την άνοιξη. Η φετινή χρονιά χαρακτηρίζεται ζημιογόνα για το εμπόριο, καθώς τα κρεμμύδια αγοράστηκαν περίπου στα 40 λεπτά το κιλό και διατίθενται σήμερα από 35 έως 40 λεπτά, χωρίς ουσιαστικό περιθώριο κέρδους. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, «φέτος δεν υπάρχει κέρδος στο εμπόριο», επισημαίνοντας ότι το αυξημένο κόστος ρεύματος, μεροκάματων και υλικών συσκευασίας επιβαρύνει σημαντικά τη λειτουργία.
Παράλληλα, η αυξημένη παραγωγή από περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, όπως η Κοζάνη, έχει εντείνει τον ανταγωνισμό, δημιουργώντας πιέσεις στη διάθεση, ενώ στη Βοιωτία υπάρχουν σήμερα σημαντικά αποθέματα. Όπως αναφέρει, αυτή την περίοδο βρίσκονται σε εξέλιξη ή ξεκινούν οι νέες σπορές, κυρίως μέσα στον Φεβρουάριο, στοιχείο που θα επηρεάσει τη διαμόρφωση της αγοράς τους επόμενους μήνες. Σύμφωνα με τον ίδιο, η αγορά κρεμμυδιού παρουσιάζει έντονη εποχικότητα, με τη ζήτηση να αυξάνεται μετά τα μέσα Φεβρουαρίου. «Το κρεμμύδι τέσσερις μήνες είναι μπαχαρικό και μετά γίνεται σαλατικό», αναφέρει, εξηγώντας ότι παράγοντες όπως το Πάσχα, ο τουρισμός και η είσοδος της νέας παραγωγής καθορίζουν την πορεία της αγοράς.
Ο κ. Μπάκας Αθανάσιος δραστηριοποιείται στη Βοιωτία τόσο ως παραγωγός όσο και ως έμπορος–τυποποιητής κρεμμυδιού, με καλλιέργεια που ξεπερνά τα 1.000 στρέμματα. Η διάθεση γίνεται κυρίως μέσω λαχαναγορών, με περιορισμένες εξαγωγές την άνοιξη. Η φετινή χρονιά εξελίσσεται δύσκολα, καθώς τα περιθώρια στο εμπορικό σκέλος παραμένουν ιδιαίτερα περιορισμένα. Παρότι η τιμή παραγωγού κινήθηκε στα 25–30 λεπτά το κιλό, το αυξημένο κόστος ρεύματος, εργατικών και υλικών συσκευασίας επιβαρύνει καθοριστικά τη δραστηριότητα. Παράλληλα, η είσοδος νέων περιοχών στο κρεμμύδι, όπως η Κοζάνη και η Ορεστιάδα, έχει αυξήσει τις διαθέσιμες ποσότητες και τα αποθέματα στη Βοιωτία. «Η ποσότητα μας έχει καβαλήσει», αναφέρει, επισημαίνοντας ότι η εξέλιξη της αγοράς. Ακόμα αναφέρει ότι οι σπορές βρίσκονται σε εξέλιξη, ξεκίνησαν καλά και θα συνεχιστούν, με κορύφωση αυτόν τον μήνα.
Άλλος παραγωγός κρεμμυδιού από τη Βοιωτία, καλλιεργεί περίπου 110 στρέμματα και δραστηριοποιείται αποκλειστικά στην παραγωγή, σε συνεργασία με οικογενειακό συσκευαστήριο. Όπως εξηγεί, η καλλιέργεια πραγματοποιείται σε δύο βασικές περιόδους, ωστόσο φέτος επέλεξε να καλλιεργήσει μόνο τη δεύτερη, με σπορές που ξεκινούν από τον Ιανουάριο, αποφεύγοντας την πρώιμη καλλιέργεια μικρής ημέρας. «Τα τελευταία χρόνια οι καιρικές συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές και δεν ευνοούν στην περιοχή μου την καλή πορεία των κρεμμυδιών μικρής ημέρας», σημειώνει.
Η τελευταία συγκομιδή έγινε τον Αύγουστο και, χάρη στη δυνατότητα αποθήκευσης, το προϊόν εξακολουθεί να διατίθεται στην αγορά. Τον Μάιο καταγράφηκαν ζημιές από καιρικά φαινόμενα σε μέρος της καλλιέργειας, χωρίς όμως να χαθεί το σύνολο της παραγωγής. Η διάθεση γίνεται κυρίως στην εγχώρια αγορά, σε επαρχιακές αγορές και στην Αθήνα, χωρίς συνεργασία με αλυσίδες σούπερ μάρκετ, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις πραγματοποιούνται και εξαγωγές. Η τιμή πώλησης στο συσκευαστήριο κυμαίνεται φέτος από 35 έως 40 λεπτά το κιλό, με τάση υποχώρησης τους τελευταίους μήνες. «Εκεί που δίναμε τα πιο καλά προϊόντα με 40 λεπτά, πλέον έχουμε πάει έωσ 35», αναφέρει, επισημαίνοντας ότι τα κόστη αποθήκευσης και οι απώλειες βάρους περιορίζουν το τελικό όφελος. Σύμφωνα με τον ίδιο, δεν προβλέπει άνοδο τιμών το επόμενο διάστημα, καθώς οι αυξημένες ποσότητες από περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, όπως η Κοζάνη και η Ορεστιάδα, συνεχίζουν να πιέζουν την αγορά.
Έβρος: Χαμηλές τιμές και οριακή βιωσιμότητα για τους παραγωγούς
Στον Έβρο, ο Α.Σ. Παραγωγής Επεξεργασίας Εμπορίας Σκόρδου Βύσσας δραστηριοποιείται και στην καλλιέργεια κρεμμυδιού, με ανοιξιάτικες φυτεύσεις και συγκομιδή από τα τέλη Αυγούστου έως τον Σεπτέμβριο. Όπως εξηγεί ο υπεύθυνος του συνεταιρισμού, Τ. Γιαγκμογλίδης, στην περιοχή δεν επιλέγεται χειμερινή σπορά, λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών και του αυξημένου ρίσκου, με τις φυτεύσεις να πραγματοποιούνται τον Μάρτιο, όταν οι καιρικές συνθήκες το επιτρέπουν. Η φετινή χρονιά εξελίχθηκε δύσκολα, με μέσες αποδόσεις 5–5,5 τόνους ανά στρέμμα και μέση τιμή παραγωγού 27–28 λεπτά το κιλό, επίπεδα που δεν επιτρέπουν κερδοφορία. Οι περισσότερες ποσότητες έχουν ήδη συγκομιστεί και αποθηκευτεί, με μικρά αποθέματα να παραμένουν αυτή την περίοδο. Σύμφωνα με τον ίδιο, «με αυτές τις τιμές και αυτές τις αποδόσεις, κέρδος δεν υπάρχει για τον παραγωγό», καθώς το κόστος καλλιέργειας ξεπερνά τα 1.000 ευρώ ανά στρέμμα, λόγω άρδευσης, φυτοπροστασίας και αυξημένων εργατικών.
Η εικόνα της αγοράς επιβαρύνεται επιπλέον από τη γενικευμένη στροφή πολλών παραγωγών σε εναλλακτικές καλλιέργειες, όπως το κρεμμύδι, εξαιτίας της υποχώρησης άλλων προϊόντων. Αυτό έχει οδηγήσει σε φαινόμενα υπερπαραγωγής σε εθνικό επίπεδο. Όπως τονίζει χαρακτηριστικά, «σε όλη την Ελλάδα υπήρχαν κρεμμύδια», ενώ οι κλιματικές πιέσεις, οι απώλειες ποιότητας και η φύρα καθιστούν τη συγκεκριμένη καλλιέργεια ιδιαίτερα απαιτητική και οικονομικά επισφαλή.
Βιολογικό κρεμμύδι: Υψηλό κόστος και σταθερή ζήτηση στη λιανική
Η Γκουτζαμπασούλη Μαρία, παραγωγός βιολογικών κρεμμυδιών απο την Λάρισα, δραστηριοποιείται με χειμερινές και ανοιξιάτικες φυτεύσεις, με τελευταία συγκομιδή τον Σεπτέμβριο. Το προϊόν αποθηκεύεται σε κατάλληλους χώρους και ψυκτικά μέσα, ενώ αυτή την περίοδο υπάρχουν ακόμη διαθέσιμα αποθέματα, παράλληλα με την εξέλιξη της επόμενης καλλιεργητικής σκάλας. Η διάθεση γίνεται αποκλειστικά μέσω Λαϊκής Αγοράς, με τιμή πώλησης 2 ευρώ το κιλό για το βιολογικό κρεμμύδι. Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά, «είναι προϊόν πρώτης ανάγκης, δεν μπορεί ο κόσμος χωρίς κρεμμύδι», σημειώνοντας ότι η ζήτηση παραμένει σταθερή, παρά την υψηλότερη τιμή σε σχέση με το συμβατικό.
Σε επίπεδο καλλιέργειας, οι δυσκολίες είναι έντονες, καθώς η βιολογική παραγωγή δεν επιτρέπει χημικές παρεμβάσεις. «Δεν μπορούμε να έχουμε φάρμακα στις καλλιέργειές μας», αναφέρει, επισημαίνοντας προβλήματα από ζιζάνια, ασθένειες και αυξημένα εργατικά, λόγω της ανάγκης για χειρωνακτικές επεμβάσεις. Παρά τη χρήση εγκεκριμένων βιολογικών σκευασμάτων, οι απώλειες και η φύρα παραμένουν σημαντικός παράγοντας επιβάρυνσης της παραγωγής.