Η αγκινάρα αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά λαχανικά της ελληνικής γεωργίας, με μακρά παρουσία στον πρωτογενή τομέα. Υπήρξε εποχή που η αγκινάρα ήταν σχεδόν ταυτότητα ολόκληρων καλλιεργητικών ζωνών. Σήμερα, η εικόνα είναι διαφορετική: λιγότερα στρέμματα, υψηλά έξοδα και μια κατανάλωση που δεν είναι πια αυτονόητη. Η μεταβολή αυτή αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση στα Ίρια, μία από τις πλέον γνωστές περιοχές καλλιέργειας αγκινάρας, όπου για δεκαετίες η καλλιέργεια ήταν σχεδόν αποκλειστική. Από περίπου 7.000 στρέμματα αγκινάρας, σήμερα καλλιεργούνται μόλις 700–800, σύμφωνα με όσα γνωρίζουν όσοι παρακολουθούν από κοντά την πορεία της. Μιλώντας με ανθρώπους του κλάδου από την περιοχή –γεωπόνους και παραγωγούς– καταγράφουμε την εικόνα μιας καλλιέργειας που από βασίλισσα του κάμπου έχασε την κυρίαρχη θέση της, μέσα από τις συνθήκες που διαμορφώνονται σήμερα στο χωράφι και στην αγορά.
Η καλλιέργεια της αγκινάρας
Η αγκινάρα είναι μια καλλιέργεια με ιδιαιτερότητες, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τις επιλογές του παραγωγού. Πρόκειται για πολυετές φυτό, το οποίο παραμένει στο ίδιο χωράφι για δύο έως τρία χρόνια, αναβλαστάνοντας από το ίδιο ριζικό σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι η έκταση δεσμεύεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς τη δυνατότητα εύκολης εναλλαγής με άλλες καλλιέργειες. Στην πράξη, όπως περιγράφει ο γεωπόνος κ. Κώστας Τράκας, σε κάθε ρίζα εμφανίζονται πολλοί βλαστοί, τόσο ήμεροι όσο και άγριοι, «γεγονός που καθιστά αναγκαίο το αραίωμα». Η σωστή επιλογή των βλαστών επηρεάζει την πρωιμότητα, την ποιότητα και τελικά την εμπορική αξία της παραγωγής. Παράλληλα, η αγκινάρα είναι απαιτητική σε θρεπτικά στοιχεία και, αν δεν υποστηριχθεί με σωστή λίπανση, δεν μπορεί να δώσει ποιοτικά πλήρες αποτέλεσμα. Όλες αυτές οι καλλιεργητικές φροντίδες μεταφράζονται σε αυξημένο κόστος.
Σημαντικό βάρος στην καλλιέργεια αποτελεί και η φυτοπροστασία. Όπως αναφέρουν, έντομα και εχθροί όπως τετράνυχος, αφίδες και άλλα παράσιτα που επηρεάζουν την εικόνα και την ποιότητα της ανθοκεφαλής απαιτούν παρεμβάσεις με συγκεκριμένα σκευάσματα, τα οποία επιβαρύνουν περαιτέρω το κόστος παραγωγής. Παράλληλα, η αγκινάρα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στις χαμηλές θερμοκρασίες, καθώς «πτώση της θερμοκρασίας στους –1 έως –2 βαθμούς Κελσίου μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ζημιές», με κίνδυνο να χαθεί μεγάλο μέρος ή και το σύνολο της παραγωγής. Όπως επισημαίνει ο γεωπόνος, μετά από πολυετή καλλιέργεια αγκινάρας «το χωράφι χρειάζεται ανανέωση», είτε με ηλιοαπολύμανση είτε με επαναλαμβανόμενες καλοκαιρινές οργώσεις, ώστε να αποκατασταθεί η ισορροπία του εδάφους πριν την εγκατάσταση της επόμενης καλλιέργειας. Όλα τα παραπάνω συνθέτουν την εικόνα μιας ιδιαίτερης και απαιτητικής καλλιέργειας, που χρειάζεται συνεχή φροντίδα, εμπειρία και αυξημένο κόστος για να αποδώσει.
Η αλλαγή του τοπίου στα Ίρια
Σύμφωνα με τους γεωπόνους κ. Γεώργιο Δορύ και κ. Κώστα Τράκα, για πολλά χρόνια η αγκινάρα κυριαρχούσε στα Ίρια όχι επειδή ήταν απαραίτητα η πιο αποδοτική καλλιέργεια, αλλά επειδή οι επιλογές ήταν περιορισμένες. Η ποιότητα του νερού και η απουσία εγγειοβελτιωτικών έργων δεν επέτρεπαν την ανάπτυξη άλλων καλλιεργειών, με αποτέλεσμα η περιοχή να στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην αγκινάρα. Η εικόνα αυτή αποτυπωνόταν και στην έκταση της καλλιέργειας. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο γεωπόνος κ. Τράκας, στα Ίρια καλλιεργούνταν έως και 7.000 στρέμματα αγκινάρας, όταν η περιοχή λειτουργούσε σχεδόν μονοκαλλιεργητικά. Σήμερα, η εικόνα αυτή έχει αλλάξει δραστικά, καθώς καλλιεργούνται μόλις 700–800 στρέμματα, γεγονός που αποτυπώνει τη μεγάλη υποχώρηση της καλλιέργειας στον κάμπο.
Η αλλαγή αυτή επιταχύνθηκε όταν ολοκληρώθηκαν τα εγγειοβελτιωτικά έργα και βελτιώθηκε η δυνατότητα άρδευσης. Από εκείνο το σημείο και μετά, όπως εξηγούν οι γεωπόνοι, «άνοιξε η γκάμα των καλλιεργητικών επιλογών». Οι παραγωγοί μπόρεσαν να στραφούν σε μπρόκολο, κουνουπίδι, λάχανο, μαρούλια και άλλα σαλατικά, αλλά και σε δενδροκομικές καλλιέργειες, αλλάζοντας σταδιακά τον χαρακτήρα του κάμπου. Παράλληλα, οι γεωπόνοι συνδέουν τη μετατόπιση αυτή και με την πλευρά της κατανάλωσης. Η αγκινάρα είναι προϊόν που απαιτεί χρόνο, «καθάρισμα και εξοικείωση, στοιχεία που δεν ταιριάζουν εύκολα με τον σύγχρονο τρόπο ζωής». Αντίθετα, τα σαλατικά έχουν μικρότερο καλλιεργητικό κύκλο, περισσότερες κοπές μέσα στη χρονιά και, σε αρκετές περιπτώσεις, εξασφαλισμένη διάθεση, προσφέροντας μεγαλύτερη αίσθηση σταθερότητας στον παραγωγό.
Όλοι αυτοί οι παράγοντες –η δέσμευση του χωραφιού για χρόνια, οι αυξημένες καλλιεργητικές απαιτήσεις, το υψηλό κόστος, μια αγορά που δεν απορροφά εύκολα μεγάλες ποσότητες, αλλά και η βελτίωση των υποδομών και της άρδευσης που άνοιξε τη γκάμα των καλλιεργητικών επιλογών– συνθέτουν, σύμφωνα με τους γεωπόνους, τη σημερινή εικόνα της αγκινάρας και εξηγούν γιατί στα Ίρια η άλλοτε κυρίαρχη καλλιέργεια έχει περιοριστεί τόσο έντονα, ενισχύοντας τη στροφή των παραγωγών σε εναλλακτικές επιλογές.
Όταν η καλλιέργεια δεν ισοσκελίζει πια
Η κα Γιάννα Τράκα καλλιεργούσε αγκινάρα για δεκαετίες στα Ίρια, συνεχίζοντας μια δραστηριότητα που είχε ξεκινήσει από τους γονείς της. Μέχρι και την τελευταία χρονιά που ασχολήθηκε με την καλλιέργεια, διατηρούσε περίπου 20 στρέμματα αγκινάρας, αποτελώντας ένα από τα ενεργά παραδείγματα παραγωγών που γνώριζαν την καλλιέργεια σε βάθος και στην πράξη. Όπως περιγράφει, τα τελευταία χρόνια η εικόνα της καλλιέργειας άρχισε να «αλλάζει αισθητά». Η βασική διαφορά εντοπίζεται στην παραγωγή, η οποία, σύμφωνα με την εμπειρία της, έχει μειωθεί σημαντικά. «Δεν έχουμε την απόδοση που είχαμε άλλα χρόνια», αναφέρει χαρακτηριστικά, αποδίδοντας την εξέλιξη αυτή τόσο στις καιρικές συνθήκες όσο και στην ποιότητα του νερού, που –όπως σημειώνει– έχει επιβαρυνθεί, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται άμεσα η ποσότητα που δίνει κάθε φυτό.
Παράλληλα, εξηγεί ότι η αγκινάρα δεσμεύει το χωράφι για μεγάλο χρονικό διάστημα, περίπου τρία χρόνια, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα να καλλιεργηθεί κάτι άλλο τους θερινούς μήνες ώστε να καλυφθούν λειτουργικά έξοδα. Σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος παραγωγής, η ισορροπία μεταξύ εξόδων και εσόδων γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη. Όπως λέει, σε μια τέτοια καλλιέργεια «πρέπει να μελετάς ακόμα και το ένα σεντ», καθώς πρόκειται για χιλιάδες φυτά και συνεχείς δαπάνες. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στη διάθεση του προϊόντος. Στην αρχή της σεζόν, όταν η παραγωγή είναι περιορισμένη, η ζήτηση είναι αυξημένη και οι τιμές κινούνται σε υψηλά επίπεδα. Όμως, όσο αυξάνεται η παραγωγή και «πετυχαίνει» το χωράφι, η τιμή πιέζεται έντονα. Η ίδια περιγράφει μεγάλες διακυμάνσεις μέσα στη χρονιά, με την τιμή να ξεκινά υψηλά και στη συνέχεια να υποχωρεί σημαντικά, όταν η προσφορά μεγαλώνει και το ενδιαφέρον μειώνεται.
Με βάση όλα τα παραπάνω, η κα Γιάννα Τράκα αναφέρει ότι αποφάσισε να σταματήσει πλήρως την καλλιέργεια της αγκινάρας. Όπως εξηγεί, στράφηκε στα σαλατικά, τα οποία έχουν μικρότερο καλλιεργητικό κύκλο και της δίνουν τη δυνατότητα να καλλιεργεί και να συγκομίζει περισσότερες φορές μέσα στη χρονιά, επιτρέποντας καλύτερο προγραμματισμό και μια πιο σταθερή εικόνα σε σχέση με την αγκινάρα.
Η αγκινάρα ως συνειδητή επιλογή
Ο κ. Κώστας Κακουργιώτης είναι από τους λίγους παραγωγούς που συνεχίζουν να καλλιεργούν αγκινάρα στα Ίρια, σε μια περιοχή όπου η καλλιέργεια έχει περιοριστεί δραστικά τα τελευταία χρόνια. Καλλιεργεί περίπου 50 στρέμματα αγκινάρας και αυτοχαρακτηρίζεται «ρομαντικός», περιγράφοντας μια σχέση με την αγκινάρα που κρατά εδώ και δεκαετίες.
Σε καλλιεργητικό επίπεδο, περιγράφει την αγκινάρα ως μια απαιτητική και δύσκολη καλλιέργεια. Η εγκατάσταση ξεκινά το καλοκαίρι, ενώ η συγκομιδή αρχίζει από τον χειμώνα και συνεχίζεται έως την άνοιξη. Από κάθε «κούτσουρο» αναπτύσσονται πολλοί βλαστοί, οι οποίοι πρέπει να αραιωθούν, καθώς σε κάθε φυτό αφήνονται ένας ή δύο, ώστε να μπορεί να θρέψει σωστά την παραγωγή. Η καλλιέργεια απαιτεί συνεχείς εργασίες, όπως σκάλισμα, βοτάνισμα και γενική φροντίδα, ενώ τα εργατικά και τα λειτουργικά έξοδα παραμένουν υψηλά.Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο κόστος της φυτοπροστασίας, το οποίο χαρακτηρίζει ως το πιο «βαρύ» κομμάτι της καλλιέργειας. Όπως εξηγεί, οι επεμβάσεις για εχθρούς όπως τετράνυχος, αφίδα, βρούχος και άλλα έντομα της κεφαλής απαιτούν συγκεκριμένα σκευάσματα, τα οποία είναι ακριβά και περιορισμένα. Παράλληλα, αναφέρει προβλήματα όπως τα σαλιγκάρια, που μπορεί να μην επηρεάζουν τη γεύση, αλλά υποβαθμίζουν την εμπορική εικόνα του προϊόντος.
Σε επίπεδο απόδοσης, ο κ. Κακουργιώτης αναφέρει ότι ένα στρέμμα μπορεί «να δώσει περίπου 1.600 έως 2.000 κεφάλια», ανάλογα με τη χρονιά και τις συνθήκες. Ωστόσο, οι αποδόσεις αυτές δεν μεταφράζονται πάντα σε αντίστοιχο εισόδημα, καθώς οι τιμές παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις μέσα στη σεζόν. Όπως λέει, στην αρχή της συγκομιδής η τιμή μπορεί να ξεκινά από περίπου «1 ευρώ ανά κεφάλι, ενώ προς το τέλος της περιόδου, όταν μειώνεται το μέγεθος και η ποιότητα, μπορεί να πέσει ακόμη και στα 0,10 λεπτά».
Η διάθεση του προϊόντος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη συνέχιση της καλλιέργειας. Ο ίδιος διοχετεύει αγκινάρα τόσο στην κεντρική λαχαναγορά όσο και σε εμπόρους που τροφοδοτούν αγορές σε όλη την Ελλάδα, όπως τη Θεσσαλονίκη και τον Βόλο. Όπως τονίζει, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η τιμή, αλλά το να «φεύγει το προϊόν». «Έχω βρει άκρες, έχω βρει ανθρώπους να τη διαθέτω, γιατί μ’ αρέσει αυτό που κάνω», αναφέρει, υπογραμμίζοντας τη σημασία των συνεργασιών. Σε ό,τι αφορά τη ζήτηση, σημειώνει ότι αυτή κορυφώνεται από τον Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο, όταν οι καιρικές συνθήκες ευνοούν και η ποιότητα είναι καλύτερη, ενώ συμπίπτει και με την περίοδο νηστείας του κόσμου. Παρότι η αγκινάρα είναι θρεπτικό και ιδιαίτερο λαχανικό, παραμένει δύσκολο προϊόν για τον καταναλωτή, καθώς απαιτεί χρόνο για καθάρισμα και προετοιμασία, γεγονός που περιορίζει το κοινό στο οποίο απευθύνεται.