Τρεις βασικές προτεραιότητες βάζει στο τραπέζι ο νέος υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, αρμόδιος για την Κτηνοτροφία, Αθανάσιος Καββαδάς: την αντιμετώπιση των επιζωοτιών, τη βιωσιμότητα της ελληνικής κτηνοτροφίας και την αποκατάσταση της σχέσης εμπιστοσύνης του κράτους με τον παραγωγό.
Υπηρέτησε ως τεχνικός στην Πολεμική Αεροπορία και πήρε τίτλους σπουδών μεταπτυχιακούς και προπτυχιακούς στη Φιλοσοφία και στη Διοίκηση-Μάνατζμεντ από το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών κι αφυπηρέτησε ως αξιωματικός. Προερχόμενος από την Αυτοδιοίκηση είναι εκλεγμένος 4 φορές στη μονοεδρική περιφέρεια της Λευκάδας από το 2015.
Γεννημένος το 1962 από τις 21 Απριλίου 2026 ορκίστηκε υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Θεωρεί πως είναι μία δύσκολη συγκυρία για τον Έλληνα παραγωγό εξαιτίας και των προβλημάτων που προέκυψαν από τις επιζωοτίες, τα προβλήματα στον ΟΠΕΚΕΠΕ αλλά και λόγω της γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Σημειώνει πως δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις αλλά σταθερά βήματα για τη βελτίωση του εισοδήματος του παραγωγού. Θεωρεί πως αυτό μπορεί να συμβεί μέσα από στοχευμένη διάθεση κονδυλίων, την έρευνα, την ανάδειξη ελληνικών προϊόντων και παραπροϊόντων και μέσα από την κυκλική οικονομία αλλά και την είσοδο νέων παραγωγών στο επάγγελμα.
Ολόκληρη η συνέντευξή του έχει ως εξής:
Αναλάβατε υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων στον τομέα της Κτηνοτροφίας σε μία δύσκολη συγκυρία. Έχοντας δει τις πρώτες αδυναμίες από κοντά, ποιες είναι οι βασικές σας προτεραιότητες ως υφυπουργός;
«Ανέλαβα πράγματι σε μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία, με τον κτηνοτροφικό κόσμο να δοκιμάζεται από τις επιζωοτίες, το αυξημένο κόστος παραγωγής, τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες διαπίστωσα ότι οι άνθρωποι της παραγωγής δεν ζητούν μεγάλα λόγια. Ζητούν παρουσία, γρήγορες λύσεις κι ένα κράτος που να λειτουργεί δίπλα τους και όχι μακριά από τα προβλήματά τους.
Η πρώτη και πιο άμεση προτεραιότητα είναι η αντιμετώπιση των επιζωοτιών με αυστηρά μέτρα βιοασφάλειας, με επιτήρηση αλλά και με οικονομική στήριξη των πληγέντων. Η δεύτερη μεγάλη προτεραιότητα είναι η βιωσιμότητα της ελληνικής κτηνοτροφίας, ώστε να διατηρηθεί η παραγωγή και να μείνουν οι άνθρωποι στον τόπο τους. Χρειάζεται να αξιοποιήσουμε παραγωγικά κάθε διαθέσιμο εργαλείο στήριξης, εθνικό και ευρωπαϊκό, με πρώτη και κύρια την νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική – και αυτό αφορά και την μεταποίηση και όλη την εφοδιαστική αλυσίδα. Και η τρίτη προτεραιότητα, είναι να αποκαταστήσουμε τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον παραγωγό και στο κράτος.
Είναι βασική προϋπόθεση, για να μπορέσει ο πρωτογενής τομέας να προχωρήσει μπροστά, το να έχουμε διαφάνεια, καθαρούς κανόνες και αξιοπιστία στους ελέγχους και στις ενισχύσεις. Προσωπικά, πιστεύω πολύ στην παρουσία στο πεδίο και στον ανοιχτό διάλογο με τους ίδιους τους παραγωγούς – και αυτό έχω προσπαθήσει να κάνω από την πρώτη στιγμή, να τους ακούσω από κοντά, να συζητήσουμε και να βρούμε μαζί απαντήσεις στα προβλήματα».
Ποια είναι η κατάσταση, που επικρατεί αυτή τη στιγμή με τον αφθώδη πυρετό και την ευλογιά και τι μέτρα θα λάβει από εδώ και μπρος το ΥΠΑΑΤ ώστε να μην έχουμε το ίδιο πρόβλημα μαζικής εξάπλωσης επιζωοτιών;
«Και στις δύο ζωονόσους υπάρχει σαφώς καλύτερη εικόνα και μεγαλύτερος επιχειρησιακός έλεγχος. Τις τελευταίες ημέρες έχουμε ελάχιστα κρούσματα ευλογιάς και αφθώδους πυρετού. Η κατάσταση παραμένει απαιτητική, όμως χάρη στην συνεχιζόμενη επιτήρηση, τα αυστηρά πρωτόκολλα, την επιχειρησιακή εγρήγορση όλων των κτηνιατρικών υπηρεσιών σε Υπουργείο, Περιφέρεια και Δήμους αλλά και με την πολύτιμη συνεργασία των ίδιων των παραγωγών, η εικόνα βελτιώνεται.
Παράλληλα, στηρίζουμε τους κτηνοτρόφους αλλά και τους συναφείς κλάδους. Σε πανελλαδικό επίπεδο, οι ενισχύσεις ξεπερνούν τα 213 εκατ. ευρώ και αφορούν αποζημιώσεις για θανατωθέντα ζώα, αναπλήρωση εισοδήματος και πρόγραμμα ενίσχυσης αγοράς ζωοτροφών. Μόνο στη Λέσβο, έχουν καταβληθεί περίπου 726.000 ευρώ σε αποζημιώσεις για θανατωθέντα ζώα, ενώ έχουν δεσμευθεί 8 εκατ. ευρώ για τη στήριξη των τυροκομικών επιχειρήσεων του νησιού.
Έχουν ξεκινήσει οι διαδικασίες για να πληρωθούν η απώλεια εισοδήματος, η ενίσχυση για ζωοτροφές και για το γάλα που δεν χρησιμοποιήθηκε, ενώ θα γίνουν και επιπλέον πληρωμές για θανατωθέντα ζώα. Παράλληλα, ξεκίνησε η διακίνηση ώριμων τυριών, με πάνω από 500 τόνους να έχουν ήδη φύγει από το νησί ενώ με διάταξη προβλέφθηκε η απαλλαγή από φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις. Επομένως, δεν υπάρχει περιθώριο εφησυχασμού, ούτε μαγικές λύσεις. Συνεχίζουμε με αυστηρή επιτήρηση και εφαρμογή των μέτρων βιοασφάλειας με πρόληψη και άμεση αντιμετώπιση κάθε πιθανού κρούσματος – και βέβαια με σταθερή και συνεπή στήριξη των παραγωγών».
Ο τομέας της Κτηνοτροφίας στην Ελλάδα διαρκώς φθίνει και με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ η κατάσταση χειροτέρεψε. Η Ευρωπαία εισαγγελέας κ. Λάουρα Κοβέσι μας ψέγει για μία σειρά από ζητήματα. Σε ποιες ενέργειες σκοπεύει να προχωρήσει το ΥΠΑΑΤ προκειμένου να βελτιωθεί το κλίμα καχυποψίας, που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στην κυβέρνηση και την Ευρωπαία εισαγγελέα;
«Κοιτάξτε να δείτε, πρέπει να είμαστε ειλικρινείς. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ ανέδειξε διαχρονικές παθογένειες – και αυτό δεν το λέμε για να κρυφτούμε πίσω από το πρόβλημα, αλλά γιατί αναγνωρίζουμε το βάθος και την έκτασή του. Μόνο έτσι μπορούμε να διορθώσουμε τις αδυναμίες που τραυμάτισαν την αξιοπιστία ενός, κατά τα άλλα πολύτιμου, μηχανισμού ενισχύσεων. Η κυβέρνηση έχει αναλάβει πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας και για την σωστή κατανομή των ενισχύσεων σε αυτούς που τις δικαιούνται. Οι αρμοδιότητες του ΟΠΕΚΕΠΕ μεταφέρθηκαν στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, μια κομβική μεταρρύθμιση που αποτελεί το πρώτο βήμα για την πλήρη αναμόρφωση του συστήματος ενώ τα επόμενα βήματα περιλαμβάνουν αυστηρούς διασταυρωτικούς ελέγχους, αξιοποίηση δορυφορικών δεδομένων, νέα ψηφιακά εργαλεία, ηλεκτρονική ταυτοποίηση ζωικού κεφαλαίου. Και, βέβαια, υπάρχει σταθερή συνεργασία με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τις αρμόδιες αρχές ώστε κάθε ευρώ ευρωπαϊκής ενίσχυσης να αξιοποιείται με πλήρη διαφάνεια».
Ένα από τα ζητήματα που έχουν τεθεί και στην Αγροτική Διακομματική Επιτροπή της Βουλής είναι το θέμα της αξιοποίησης υποπροϊόντων και παραπροϊόντων (π.χ. μαλλί, δέρματα κ.ά.). Τι σκοπεύετε να κάνετε, αντί να φεύγουν για το εξωτερικό σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές ή να μένουν αδιάθετα;
«Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι η Αγροτική Διακομματική Επιτροπή της Βουλής συστάθηκε με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Μητσοτάκη με στόχο ν’ αναδειχθούν οι σύγχρονες προτεραιότητες, να κατατεθούν και να αξιοποιηθούν προτάσεις για την ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα. Είμαστε στο πρώτο στάδιο αυτής της προσπάθειας. Θα πρέπει να μελετηθούν όλες οι μέθοδοι αξιοποίησης των υποπροϊόντων της κτηνοτροφίας ή των παραπροϊόντων μιας αγροτικής εκμετάλλευσης. Άλλωστε, η χάραξη μιας συνολικής στρατηγικής για την ανάπτυξη της κυκλικής οικονομίας είναι μια πρόκληση που δεν απασχολεί μόνο την Ελλάδα, αλλά και πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Προϋποθέτει νέο θεσμικό πλαίσιο και χρηματοδοτικά προγράμματα για την αξιοποίηση υποπροϊόντων ή παραπροϊόντων του πρωτογενούς τομέα που σήμερα αποδίδουν ελάχιστα ή και καθόλου έσοδα.
Στην Ελλάδα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ελληνικών προϊόντων και η ανάπτυξη μεταποιητικών υποδομών είναι οι δύο βασικοί άξονες στους οποίους θα πρέπει να κινηθούμε. Στην περίπτωση του μαλλιού, τα τελευταία χρόνια αναπτύσσονται ερευνητικές πρωτοβουλίες που εξετάζουν νέες χρήσεις του, όπως η αξιοποίησή του για την παραγωγή εδαφοβελτιωτικών και οργανικών λιπασμάτων, μια κατεύθυνση που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο πλαίσιο της κυκλικής οικονομίας.
Στα δέρματα των παραγωγικών ζώων οι δυσκολίες συνδέονται με τη συρρίκνωση της εγχώριας μεταποιητικής δραστηριότητας, αλλά και με τις επιπτώσεις που έχουν προκαλέσει οι επιζωοτίες στις εξαγωγικές δυνατότητες της χώρας. Παρ’ όλα αυτά, καταβάλλονται προσπάθειες για την ενίσχυση των διαύλων διάθεσης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη διατήρηση της εμπορικής αξίας των προϊόντων αυτών. Επομένως, η αξιοποίηση των ποιοτικών χαρακτηριστικών και των συγκριτικών πλεονεκτημάτων των προϊόντων μας και η σύνδεση της πρωτογενούς παραγωγής με την έρευνα, την καινοτομία και τη μεταποίηση είναι προϋπόθεση ώστε αυτά τα προϊόντα να γίνουν πηγή εισοδήματος για τον κτηνοτρόφο».
Το μεταφορικό και το ενεργειακό κόστος έχει ανέβει και τα τρόφιμα είναι εξαιρετικά ακριβά για τον καταναλωτή. Ποια μέτρα σχεδιάζει η κυβέρνηση αυτή τη στιγμή ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση στην αγορά;
«Η αύξηση του μεταφορικού και ενεργειακού κόστους δεν είναι ελληνικό πρόβλημα, είναι παγκόσμιο και πιέζει τους παραγωγούς φτάνοντας μέχρι τους καταναλωτές. Γι’ αυτό η κυβέρνηση εξαντλεί όλα τα δημοσιονομικά περιθώρια στην εφαρμογή μέτρων, ξεκινώντας από την πηγή - τη μείωση του κόστους παραγωγής και τη στήριξη του αγροτικού εισοδήματος. Μεταξύ άλλων:
• Προχωρά η πλήρης επιστροφή του ΕΦΚ στο αγροτικό πετρέλαιο.
• Διαμορφώθηκε ειδικό πλαίσιο για φθηνότερο αγροτικό ρεύμα.
• Υλοποιήθηκαν παρεμβάσεις για λιπάσματα και ζωοτροφές.
• Συνεχίζονται οι άμεσες ενισχύσεις άνω των 3 δισ. ευρώ ετησίως μέσω της ΚΑΠ.
• Προβλέφθηκε και αναδιανομή περίπου 160 εκατ. ευρώ για τη στήριξη της κτηνοτροφίας και βασικών καλλιεργειών. Ωστόσο, επειδή σε όλα αυτά χρειάζεται μία ευρωπαϊκή απάντηση, η Ελλάδα είναι μεταξύ των χωρών, που ασκούν πίεση στην Ευρωπαϊκή Ένωση διεκδικώντας κοινή πολιτική διαχείριση της αύξησης του μεταφορικού και ενεργειακού κόστους και άμεσα αλλά και για να δημιουργήσουμε ένα πιο σταθερό και προβλέψιμο περιβάλλον για την επόμενη μέρα, ώστε ο παραγωγός να μπορεί να σχεδιάζει και να συνεχίζει να παράγει με μεγαλύτερη ασφάλεια».
Τι νέα κίνητρα σκοπεύετε να θεσπίσετε εν όψη και της νέας ΚΑΠ ώστε ν΄ αντιμετωπίσετε το ζήτημα της γήρανσης του κτηνοτροφικού πληθυσμού και της κοινωνικής συνοχής της υπαίθρου;
«Στόχος μας είναι, αφενός να στηρίξουμε τις μικρομεσαίες αγροτικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις και, αφετέρου, να προσελκύσουμε τους νέους στην ελληνική ύπαιθρο - να τους προσφέρουμε δηλαδή προϋποθέσεις για επαρκή εισοδήματα και πραγματική προοπτική. Ως προς το πρώτο, πέρα από όσα προανέφερα, είχαμε μέτρα μείωσης φόρων, εισφορών και ενεργειακού κόστους, για πρώτη φορά εφαρμόστηκε ρύθμιση για τα «κόκκινα» αγροτικά δάνεια για 21.000 αγρότες και 700 συνεταιρισμούς.
Ως προς το δεύτερο, είχαμε τα δύο τελευταία προγράμματα Νέων Αγροτών, έως 39 ετών, που αθροιστικά φθάνουν στο ύψος του 1 δισ. ευρώ, με επιδότηση έως 40.000 ευρώ για κάθε ωφελούμενο, καθώς και προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης. Μέσα από τη νέα ΚΑΠ, η Ελλάδα διεκδικεί περισσότερους πόρους, τόσο στις ειδικές δράσεις για τους νέους αγρότες, ώστε οι νέοι άνθρωποι να αισθανθούν ότι μπορούν να χτίσουν το μέλλον τους στον πρωτογενή τομέα, όσο και συνολικά για άμεσες και έμμεσες ενισχύσεις στον γεωργικό τομέα, ώστε η ελληνική ύπαιθρος και ο αγροτικός κόσμος να έχουν ανάπτυξη με ανθεκτικότητα, διάρκεια και ευμάρεια».