Η φετινή καλλιεργητική περίοδος για το σπαράγγι εξελίσσεται με διαφοροποιήσεις ανά περιοχή, τόσο στο πράσινο όσο και στο λευκό προϊόν. Σε ορισμένες ζώνες η συγκομιδή έχει ξεκινήσει διστακτικά, με μειωμένες ποσότητες σε σύγκριση με προηγούμενες χρονιές, ενώ σε άλλες οι συνεχείς βροχοπτώσεις μεταθέτουν την έναρξη κατά αρκετές ημέρες. Παράλληλα, το αυξημένο κόστος παραγωγής, η έλλειψη εργατικών χεριών και οι πιέσεις στις τιμές διαμορφώνουν ένα απαιτητικό πλαίσιο για τους παραγωγούς, με ορισμένους να συνεχίζουν υπό πίεση και άλλους να επανεξετάζουν τη θέση της καλλιέργειας στο χαρτοφυλάκιό τους.
Ηλεία: Έναρξη συγκομιδής πράσινου σπαραγγιού με μειωμένη παραγωγή
Στη Γαστούνη δραστηριοποιείται ο κ. Διονύσης Μπίλιας, παραγωγός και έμπορος πράσινου σπαραγγιού, καλλιεργώντας σήμερα περίπου 200 στρέμματα, ενώ στο παρελθόν η έκταση είχε φτάσει τα 300 στρέμματα. Όπως ανέφερε, είναι ο μοναδικός καλλιεργητής πράσινου σπαραγγιού στον νομό. Η οικογένεια Μπίλια ασχολείται εδώ και χρόνια με τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων, διαθέτοντας δύο επιχειρήσεις συσκευασίας και εξαγωγών χονδρικής, την Olympia Farm και την Olympia Star, τις οποίες διαχειρίζονται πλέον τα παιδιά της οικογένειας. Συγκεκριμένα για το σπαράγγι, η επιχείρηση λειτουργεί με καθετοποιημένο σύστημα, αναλαμβάνοντας παραγωγή, συσκευασία, εμπορία και εξαγωγή. Καλλιεργούνται πρώιμες ποικιλίες πράσινου σπαραγγιού υπό χαμηλή κάλυψη, καθώς και όψιμες υπαίθριες ποικιλίες. Το σπαράγγι, όπως εξήγησε, είναι πολυετές φυτό που ξεκινά να αποδίδει από τον δεύτερο χρόνο και μπορεί να παραμείνει παραγωγικό έως και 8 έτη, ανάλογα με τη διαχείριση.
Η μείωση των στρεμμάτων από 300 σε 200 αποδίδεται, σύμφωνα με τον ίδιο, κυρίως στο αυξημένο εργατικό κόστος. Όπως ανέφερε, η εγκατάσταση της καλλιέργειας απαιτεί επένδυση της τάξης των 3.000 ευρώ ανά στρέμμα, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα υψηλό το συνολικό κόστος όσο αυξάνεται η καλλιεργούμενη έκταση. Τόνισε ότι δεν έχει λάβει επιδοτήσεις ή δανειοδότηση για την ανάπτυξη της μονάδας. Παράλληλα, ανέφερε ότι η φορολογία φτάνει, όπως είπε, το 49%. Ο κ. Μπίλιας χαρακτήρισε την καλλιέργεια απαιτητική, με ανάγκες σε φυτοπροστασία, λίπανση και άρδευση. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ζήτημα της έλλειψης εργατικών χεριών. Όπως σημείωσε, η συγκομιδή γίνεται καθημερινά και απαιτεί σημαντικό αριθμό εργατών, ενώ μεγάλο μέρος της διαχείρισης, ιδιαίτερα στη ζιζανιοκτονία, γίνεται χειρωνακτικά. Αναφέρθηκε ειδικά στο πρόβλημα της περικοκλάδας, την οποία χαρακτήρισε βασικό κίνδυνο για την καλλιέργεια, επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα εγκεκριμένα σκευάσματα για την αποτελεσματική αντιμετώπισή της, με αποτέλεσμα να απαιτείται χειρωνακτική καταπολέμηση. Όπως είπε, η κατάργηση παλαιότερων δραστικών ουσιών έχει αυξήσει την ανάγκη για βοτάνισμα, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω το κόστος.
Σε ό,τι αφορά τη φετινή χρονιά, ανέφερε ότι η συγκομιδή ξεκίνησε νωρίς, ωστόσο καταγράφεται μείωση παραγωγής που, σύμφωνα με τα στοιχεία που τηρεί, φτάνει περίπου το 60% σε σύγκριση με προηγούμενες χρονιές. Τη μείωση απέδωσε σε καιρικές συνθήκες και διακυμάνσεις θερμοκρασίας. Όπως ανέφερε, παρότι βρισκόμαστε στα μέσα Φεβρουαρίου, η συγκομιδή εξελίσσεται ακόμη διστακτικά λόγω καιρού.
Η διάθεση του προϊόντος γίνεται τόσο στην εσωτερική αγορά όσο και στο εξωτερικό, με εξαγωγικό προσανατολισμό. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι τιμές παραγωγού για το πράσινο σπαράγγι κυμαίνονται ανάλογα με την περίοδο και τη διαθεσιμότητα, ενώ η μέση τιμή χονδρικής διαμορφώνεται περίπου στα 5–6 ευρώ το κιλό για τυποποιημένο προϊόν. Συγκρίνοντας το πράσινο με το λευκό σπαράγγι, σημείωσε ότι οι αποδόσεις διαφέρουν σημαντικά. Σύμφωνα με τον ίδιο, το λευκό μπορεί να φτάσει έως και τα 800 κιλά ανά στρέμμα, ενώ το πράσινο κυμαίνεται περίπου στα 200 κιλά ανά στρέμμα. Όπως εξήγησε, η διαφορά αυτή επηρεάζει και τη διαμόρφωση της τιμής, καθώς το πράσινο έχει χαμηλότερη στρεμματική απόδοση.
Καβάλα: Καθυστέρηση συγκομιδής στο λευκό σπαράγγι λόγω βροχοπτώσεων
Στην περιοχή της Καβάλας, ο κ. Παπαγεωργίου δραστηριοποιείται ως παραγωγός και έμπορος λευκού σπαραγγιού, διαθέτοντας δική του επιχείρηση. Καλλιεργεί περίπου 40 στρέμματα και συνεργάζεται με μικρότερους παραγωγούς. Όπως ανέφερε, η συγκομιδή δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, καθώς οι συνεχείς βροχοπτώσεις δεν επέτρεψαν την έγκαιρη προετοιμασία των χωραφιών. Εκτίμησε ότι η έναρξη της συγκομιδής θα καθυστερήσει κατά 15 έως 20 ημέρες, επισημαίνοντας ότι «σίγουρα θα πάει πίσω» σε σχέση με τον αρχικό προγραμματισμό.
Σε ό,τι αφορά την καλλιεργητική πορεία, ανέφερε ότι το καλοκαίρι εξελίχθηκε ομαλά, ενώ τα φυτοπροστατευτικά ζητήματα αντιμετωπίζονται με τους προβλεπόμενους ψεκασμούς. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η περίοδος της συγκομιδής είναι κρίσιμη και η αυξημένη υγρασία μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα, καθώς «όπου υπάρχει υγρασία, υπάρχουν ασθένειες». Η συγκομιδή, όπως σημείωσε, διαρκεί συνήθως 60 έως 70 ημέρες. Όσον αφορά τη διάθεση, ανέφερε ότι το προϊόν κατευθύνεται αποκλειστικά σε εξαγωγές, με κύριες αγορές τη Γερμανία, τη Μιλάνο και την Ολλανδία. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ζήτηση υπάρχει, ωστόσο το ζήτημα αφορά το κατά πόσο ο καταναλωτής μπορεί να πληρώσει την τιμή, καθώς πρόκειται για κοστοβόρα καλλιέργεια. Παράλληλα, έκανε λόγο για έλλειψη εργατικών χεριών και αυξημένο κόστος εργασίας, επισημαίνοντας ότι πολλοί παραγωγοί έχουν στραφεί σε άλλες καλλιέργειες με καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα.
Αχαΐα: Στροφή σε άλλες καλλιέργειες λόγω μειωμένης παραγωγής
Ο κ. Γιώργος Δρακόπουλος, παραγωγός και έμπορος με την εταιρεία «Φάρμα Αχαΐας», καλλιεργούσε μέχρι και πέρυσι περίπου 35 στρέμματα πράσινου σπαραγγιού, αποτελώντας, όπως ανέφερε, τον μοναδικό καλλιεργητή της συγκεκριμένης καλλιέργειας στην περιοχή. Φέτος, ωστόσο, δεν έχει καθόλου σπαράγγι. Όπως εξήγησε, η απόφαση ελήφθη λόγω της σημαντικά μειωμένης παραγωγής των τελευταίων ετών, σε συνδυασμό με τις καιρικές συνθήκες. Όπως ανέφερε, η καλλιέργεια είχε καταστεί ασύμφορη, καθώς «δεν υπήρχαν έσοδα» και «δεν ήταν παραγωγική». Σύμφωνα με τον ίδιο, μια κανονική παραγωγή θα έπρεπε να κυμαίνεται στα 800–900 κιλά ανά στρέμμα, με μέση τιμή πώλησης 3–4 ευρώ το κιλό. Ωστόσο, όπως σημείωσε, τα τελευταία χρόνια η παραγωγή είχε περιοριστεί σημαντικά, φτάνοντας στα 400–500 κιλά ανά στρέμμα, γεγονός που, σε συνδυασμό με το αυξανόμενο κόστος, δεν επέτρεπε τη βιωσιμότητα της καλλιέργειας.
Όπως ανέφερε, «ο πρώτος τρόπος για να μειώσεις το κόστος είναι να αυξήσεις την παραγωγή». Από τη στιγμή που η παραγωγή μειωνόταν, ενώ παράλληλα αυξανόταν το κόστος, δεν υπήρχε, όπως είπε, περιθώριο συνέχισης. Η επιχείρηση στράφηκε σε θερμοκηπιακές καλλιέργειες, ακολουθώντας, σύμφωνα με τον ίδιο, τη γενικότερη κατεύθυνση της ευρύτερης περιοχής Αχαΐας και Ηλείας, όπου πλέον επικρατούν καλλιέργειες όπως καρπούζι, πατάτα και φράουλα υπό κάλυψη. Σε ερώτηση για το ενδεχόμενο επιστροφής στο σπαράγγι, ανέφερε ότι δεν το θεωρεί πιθανό με τα σημερινά δεδομένα.