Ο περονόσπορος αποτελεί μία από τις πιο γνωστές και συνηθισμένες ασθένειες της πατάτας και δεν αναμένεται να πάψει να απασχολεί τις πατατοπαραγωγικές περιοχές. Η ένταση και η έκτασή του διαφοροποιούνται ανάλογα με την περιοχή, τις καιρικές συνθήκες, την καλλιεργητική περίοδο και την ποικιλία.
Οι βροχοπτώσεις που επικράτησαν, αλλά και όσες ενδέχεται να σημειωθούν σε ορισμένες περιοχές, μπορούν να δημιουργήσουν ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη του παθογόνου, καθιστώντας αναγκαία την επαγρύπνηση και τη συστηματική παρακολούθηση της καλλιέργειας.
Όπως επισημαίνει ο κ. Ελευθεριάδης, σε παραδοσιακές πατατοπαραγωγικές περιοχές, όπως το Νευροκόπι, η ασθένεια είναι οικεία στους παραγωγούς και οι ενέργειες αντιμετώπισής της είναι στοχευμένες και γνώριμες. Αντίστοιχη εμπειρία υπάρχει και σε άλλες περιοχές της χώρας όπου η καλλιέργεια της πατάτας είναι αναπτυγμένη. Το κρίσιμο, ωστόσο, είναι η αντιμετώπιση να ξεκινά πριν από την εκδήλωση των συμπτωμάτων, με βάση την κατανόηση του μηχανισμού εξέλιξης της ασθένειας.
Η αντιμετώπιση αρχίζει πριν εμφανιστούν οι πρώτες κηλίδες
Το σημαντικότερο στοιχείο στη διαχείριση του περονόσπορου είναι η έγκαιρη πρόληψη. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Ελευθεριάδης, «ο παραγωγός πρέπει να δράσει πριν δει τα συμπτώματα», καθώς, όταν εμφανιστούν οι πρώτες κηλίδες, η μόλυνση έχει ήδη πραγματοποιηθεί.
Η γνώση του μηχανισμού ανάπτυξης του περονόσπορου επιτρέπει και ορθότερη διαχείριση. Για τον λόγο αυτό, οι παραγωγοί θα πρέπει να βρίσκονται σε επαγρύπνηση, να παρακολουθούν την καλλιέργεια και να λαμβάνουν υπόψη τις βροχοπτώσεις και γενικότερα τις συνθήκες υγρασίας, ώστε να επεμβαίνουν πριν από την εκδήλωση των συμπτωμάτων με κατάλληλα και εγκεκριμένα φυτοπροστατευτικά προϊόντα.
Στις πατατοπαραγωγικές περιοχές, τα κέντρα γεωργικών προειδοποιήσεων αξιοποιούν δεδομένα από μετεωρολογικούς σταθμούς, ώστε να προσδιορίζουν πότε διαμορφώνονται ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη του παθογόνου. Ενδεικτικά, όταν καταγράφονται τουλάχιστον 10 ώρες διύγρανσης, με ελάχιστη θερμοκρασία περίπου 14°C κατά τη διάρκειά της, δημιουργούνται συνθήκες που ευνοούν τη μόλυνση. Σε αυτή την περίπτωση, η επέμβαση θα πρέπει να γίνεται άμεσα. «Δεν περιμένουμε να δούμε κηλίδες», τονίζει ο κ. Ελευθεριάδης.
Από τη μόλυνση έως τη σπορίωση
Η εξέλιξη της ασθένειας ακολουθεί συγκεκριμένα στάδια. Αρχικά πραγματοποιείται η μόλυνση και ακολουθεί η περίοδος επώασης, κατά την οποία εμφανίζονται κιτρινωπές, λαδιές κηλίδες, χωρίς σαφώς καθορισμένη περιφερειακή άλω. Η εξέλιξη των κηλίδων αποτελεί βασικό στοιχείο για την αξιολόγηση της πορείας της προσβολής. Όταν μία κηλίδα σταματήσει να εξελίσσεται, αποκτά σαφώς καθορισμένα περιφερειακά όρια. Αντίθετα, όταν παραμένει ενεργή, η προσβολή συνεχίζει να αναπτύσσεται.
Μετά την επώαση ακολουθεί το στάδιο της σπορίωσης. Τότε εμφανίζεται στην κάτω επιφάνεια των φύλλων η χαρακτηριστική λευκή εξάνθηση, η οποία αντιστοιχεί στα σπόρια του παθογόνου. Η εικόνα αυτή σημαίνει ότι έχουν παρέλθει περίπου πέντε ημέρες από τη μόλυνση, ανάλογα και με τη θερμοκρασία.
Το ζητούμενο είναι η καλλιέργεια να μην φτάσει σε αυτό το στάδιο. Οι εντοπισμένες κηλίδες εμφανίζονται συχνότερα σε σημεία με πολύ πλούσια και πυκνή βλάστηση, καθώς και σε φυτά που έχουν δεχθεί υψηλή αζωτούχο θρέψη. Οι παράγοντες αυτοί, όταν συνδυάζονται με ευνοϊκές καιρικές συνθήκες, μπορούν να οδηγήσουν σε εντονότερη εκδήλωση της ασθένειας.
Καλλιεργητική πρόληψη και σωστά διαστήματα εφαρμογών
Η διαχείριση ξεκινά πριν από την εκδήλωση του περονόσπορου, με την αποφυγή της υπερβολικής αζωτούχου λίπανσης και την εξασφάλιση καλής κυκλοφορίας του αέρα μεταξύ των φυτών. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στη διαχείριση της άρδευσης, καθώς η υπερβολή στην υγρασία και στο άζωτο μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο.
Εφόσον πραγματοποιηθεί ψεκασμός, η πορεία της προσβολής αξιολογείται μετά από τρεις έως πέντε ημέρες. Αν διαπιστωθεί ότι οι κηλίδες δεν έχουν οριοθετηθεί, γεγονός που υποδηλώνει ότι εξακολουθούν να είναι ενεργές, η εφαρμογή επαναλαμβάνεται στο πενθήμερο.
Επανάληψη της εφαρμογής νωρίτερα δεν θεωρείται ενδεδειγμένη. Όπως επισημαίνει ο κ. Ελευθεριάδης, η επανεπέμβαση μέσα σε τρεις ημέρες είναι άσκοπη, περιττή και επιζήμια, καθώς δεν έχει προλάβει να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα της προηγούμενης εφαρμογής.
Σε μη επιθετικές συνθήκες, τα μεσοδιαστήματα των ψεκασμών είναι περίπου 10 ημέρες, ενώ σε επιθετικές συνθήκες περιορίζονται στις 7 ημέρες. Μία αποτυχημένη εφαρμογή μπορεί να επαναληφθεί στο πενθήμερο, όχι όμως νωρίτερα.
Σε περιόδους ιδιαίτερα αυξημένης πίεσης, ο κ. Ελευθεριάδης προτείνει τη χρήση μεγάλου όγκου ψεκαστικού υγρού, περίπου 100 λίτρων νερού ανά στρέμμα, διατηρώντας τη συνιστώμενη δόση του σκευάσματος ανά στρέμμα. Παράλληλα, η προσθήκη κατάλληλου προσκολλητικού μπορεί να συμβάλει στην καλύτερη παραμονή του ψεκαστικού υγρού στο φύλλωμα, σε περίπτωση που ακολουθήσει βροχή.
Από το φύλλωμα στους κονδύλους
Μετά τη σπορίωση, τα σπόρια του παθογόνου μπορούν να παρασυρθούν από το νερό της βροχής ή της άρδευσης, να φτάσουν στο έδαφος και, με την κίνηση του νερού, να προσεγγίσουν τους κονδύλους. Όταν παρατηρείται διόγκωση των φακιδίων, τα σπόρια μπορούν να βλαστήσουν μέσω αυτών και να προκαλέσουν τον λεγόμενο περονόσπορο των κονδύλων.
Όπως διευκρινίζει ο κ. Ελευθεριάδης, δεν μπορεί να εμφανιστεί περονόσπορος στους κονδύλους χωρίς να έχει προηγηθεί περονόσπορος στο φύλλωμα. Εάν, όμως, η ασθένεια εμφανιστεί στα φύλλα, η επέκτασή της στους κονδύλους μπορεί να αποτραπεί με σωστή εφαρμογή, στον κατάλληλο χρόνο και με εγκεκριμένο φυτοπροστατευτικό προϊόν.
Η ένταση της ασθένειας διαφοροποιείται και ανάλογα με τα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής. Σε λεκανοπέδια όπως το Νευροκόπι, όπου παρατηρούνται συνθήκες αναστροφής και ομίχλης, οι εμφανίσεις του περονόσπορου είναι συνήθως εντονότερες. Αντίθετα, στις ανοιχτές πεδινές περιοχές, όπου δεν ευνοούνται αντίστοιχες συνθήκες, τα προβλήματα είναι κατά κανόνα λιγότερα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της επίδρασης των καιρικών συνθηκών αποτελεί, σύμφωνα με τον κ. Ελευθεριάδη, το 2000, όταν οι πολύ συχνές βροχοπτώσεις προκάλεσαν σχεδόν πλήρη αδυναμία αντιμετώπισης της ασθένειας. Οι παραγωγοί δεν μπορούσαν να εισέλθουν εγκαίρως στα χωράφια, ενώ υπήρχαν περιπτώσεις κατά τις οποίες έβρεχε μόλις δύο ώρες μετά τον ψεκασμό, με αποτέλεσμα να ξεπλένεται το εφαρμοζόμενο σκεύασμα.
Σε άλλες περιπτώσεις, τα ύψη βροχής ήταν τόσο μεγάλα, ώστε απαιτούνταν έως και πέντε ημέρες για να καταστεί δυνατή η πρόσβαση στο χωράφι. Εκείνη τη χρονιά, όπως θυμάται, η καταστροφή της παραγωγής έφτασε περίπου το 80%-90%, καθώς οι πατάτες είχαν σαπίσει και σε πολλές περιπτώσεις δεν απέμενε προϊόν για συγκομιδή.
Σήμερα, πάντως, υπάρχουν ισχυρά εργαλεία στη φαρέτρα της φυτοπροστασίας για την αντιμετώπιση του περονόσπορου. Ο κ. Ελευθεριάδης εκτιμά ότι οι έμπειροι πατατοπαραγωγοί, τόσο στο Νευροκόπι όσο και στις υπόλοιπες περιοχές της χώρας όπου η καλλιέργεια είναι αναπτυγμένη, γνωρίζουν τον μηχανισμό της ασθένειας και συνολικά τη διαχειρίζονται σωστά. Όπως επισημαίνει, η μεγαλύτερη προσοχή απαιτείται στην πρόληψη, ιδιαίτερα ως προς τη διαχείριση της άρδευσης και της αζωτούχου λίπανσης, καθώς και στην έγκαιρη επέμβαση. Ο περονόσπορος θα εξακολουθήσει να εμφανίζεται, όμως η γνώση του μηχανισμού του και η δράση πριν από τα πρώτα συμπτώματα καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την αποτελεσματικότητα της αντιμετώπισής του.