Θετική είναι μέχρι στιγμής η εικόνα της φετινής καλλιέργειας καλαμποκιού στην περιοχή της Ορεστιάδας, με τη συγκομιδή για καρπό να αναμένεται να ξεκινήσει περί τα μέσα Σεπτεμβρίου και τις καλλιεργούμενες εκτάσεις να εμφανίζονται αυξημένες σε σχέση με πέρυσι.
Την εικόνα που έχει διαμορφωθεί λίγο πριν από την έναρξη της συγκομιδής σκιαγραφεί στον ΑγροΤύπο ο γεωπόνος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Δημητριακών Ορεστιάδας «Η Ένωση», κ. Στυλιανός Τσακίρης.
Καλή καλλιεργητική χρονιά – Συγκομιδή από τα μέσα Σεπτεμβρίου
Η μέχρι τώρα εξέλιξη του καλαμποκιού χαρακτηρίζεται θετική στην περιοχή, καθώς οι καιρικές συνθήκες δεν δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα στην καλλιέργεια. Όπως αναφέρει ο κ. Τσακίρης, «μπορώ να πω ότι είναι μια καλή χρονιά», καθώς δεν σημειώθηκαν παρατεταμένοι καύσωνες ούτε κάποια έξαρση εντόμων.
Ακόμη και οι βροχοπτώσεις της άνοιξης δεν προκάλεσαν προβλήματα που να επηρεάσουν ουσιαστικά την εξέλιξη της καλλιέργειας. Αντίστοιχα, από πλευράς εχθρών δεν καταγράφηκε κάτι ιδιαίτερο, πέρα από σποραδικές παρουσίες σε μικρό και διαχειρίσιμο βαθμό.
Στην περιοχή καλλιεργείται καλαμπόκι τόσο για καρπό όσο και για ενσίρωμα. Η συγκομιδή για ενσίρωμα, το οποίο κατευθύνεται και σε τοπικές κτηνοτροφικές μονάδες, έχει ήδη ολοκληρωθεί, ενώ για το καλαμπόκι που προορίζεται για καρπό ο αλωνισμός δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Σύμφωνα με τον κ. Τσακίρη, η έναρξη τοποθετείται περίπου στις 10–15 Σεπτεμβρίου, χρονικό διάστημα που θεωρείται φυσιολογικό για την περιοχή.
Αυξημένες οι εκτάσεις – Στροφή παραγωγών προς το καλαμπόκι
Αυξημένο είναι φέτος το ενδιαφέρον για την καλλιέργεια. Ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Δημητριακών Ορεστιάδας «Η Ένωση» διαχειρίζεται περίπου 7.000–8.000 στρέμματα καλαμποκιού, ενώ, σύμφωνα με την εικόνα που υπάρχει μέχρι στιγμής, οι συνολικές εκτάσεις στην περιοχή παρουσιάζουν σημαντική αύξηση. Πέρυσι καλλιεργούνταν περίπου 10.000 στρέμματα στην περιοχή, ενώ για τη φετινή χρονιά, παρότι δεν υπάρχει ακόμη οριστική εικόνα, εκτιμάται ότι οι εκτάσεις κινούνται περίπου στο διπλάσιο επίπεδο.
Στη μετακίνηση αυτή συνέβαλε το κλίμα που είχε δημιουργηθεί γύρω από μια τιμή της τάξης των 20 λεπτών το κιλό, σε συνδυασμό με τη δυσαρέσκεια παραγωγών από τις οικονομικές επιδόσεις άλλων βασικών αροτραίων καλλιεργειών. Όπως εξηγεί ο κ. Τσακίρης, παραγωγοί που δεν ήταν ικανοποιημένοι από το σιτάρι ή το βαμβάκι στράφηκαν προς το καλαμπόκι.
Παράλληλα, πρόκειται για καλλιέργεια με μακρά παρουσία στην περιοχή και την οποία οι παραγωγοί γνωρίζουν καλά. Μετά τη φυτοπροστασία που απαιτείται στα πρώτα στάδια, βασική ανάγκη αποτελεί η επάρκεια νερού. «Από εκεί και πέρα θέλει μόνο νερό», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Τσακίρης, επισημαίνοντας ότι στην περιοχή υπάρχει ευτυχώς διαθέσιμο νερό.
Η διατήρηση ή περαιτέρω αύξηση των εκτάσεων θα εξακολουθήσει, ωστόσο, να συνδέεται άμεσα με τις συνθήκες της αγοράς, τόσο ως προς την εμπορική τιμή όσο και ως προς τη ζήτηση. «Πάντα παίζει με την εμπορική τιμή. Τα πάντα από εκεί εξαρτώνται. Αν αφήνει στον παραγωγό ένα εισόδημα, οι παραγωγοί πάνε προς το καλαμπόκι», σημειώνει ο κ. Τσακίρης, προσθέτοντας ότι όταν υπάρχει ζήτηση συνήθως ακολουθεί και αύξηση των στρεμμάτων.
Στα 1.500 κιλά η αναμενόμενη απόδοση – Κρίσιμος παράγοντας η τιμή
Σε επίπεδο αποδόσεων, η φετινή εικόνα δημιουργεί προσδοκίες για μια καλή παραγωγή. Σύμφωνα με τον κ. Τσακίρη, μια χαμηλότερη απόδοση μπορεί να κινηθεί γύρω στα 1.300 κιλά ανά στρέμμα, ενώ για την πλειονότητα των χωραφιών η αναμενόμενη και περισσότερο αντιπροσωπευτική απόδοση βρίσκεται περίπου στα 1.500 κιλά ανά στρέμμα. Σε πολύ γόνιμα χωράφια οι αποδόσεις μπορούν να φτάσουν και τα 1.800 κιλά ανά στρέμμα. Οι τελικές αποδόσεις διαφοροποιούνται ανάλογα με τις καλλιεργητικές φροντίδες και το εδαφικό προφίλ κάθε αγρού.
Το κόστος παραγωγής, από την άλλη πλευρά, δεν παρουσιάζει ουσιαστική μεταβολή σε σύγκριση με πέρυσι και υπολογίζεται περίπου στα 180–200 ευρώ ανά στρέμμα, χωρίς να συνυπολογίζονται πρόσθετες επιβαρύνσεις που μπορεί να έχει κάθε εκμετάλλευση, όπως τα ενοίκια.
Το μεγάλο ερωτηματικό παραμένει η τιμή με την οποία θα διατεθεί η νέα παραγωγή. Κατά το παρελθόν, εισαγωγές ουκρανικού καλαμποκιού στα τέλη Αυγούστου και στις αρχές Σεπτεμβρίου ασκούσαν πίεση στις εγχώριες τιμές. Φέτος, σύμφωνα με την εικόνα που μεταφέρει ο κ. Τσακίρης, φαίνεται να υπάρχει δυσκολία στη διακίνηση ουκρανικού προϊόντος. Την ίδια στιγμή, όμως, λόγω της γεωγραφικής θέσης της περιοχής, υπάρχει και ο παράγοντας της Βουλγαρίας, από όπου εισέρχονται ποσότητες καλαμποκιού σε χαμηλότερες τιμές από τις αντίστοιχες στην Ελλάδα.
Στην εξίσωση της αγοράς προστίθεται, σύμφωνα με τον ίδιο, και η μείωση του ζωικού κεφαλαίου στην Ελλάδα. Παρά τους διαφορετικούς παράγοντες που θα καθορίσουν τελικά την αγορά, στον Συνεταιρισμό εκτιμούν ότι η φετινή συγκυρία μπορεί να λειτουργήσει θετικά. «Πιστεύουμε ότι θα είναι μια τιμή που θα αφήσει ένα μεροκάματο στους παραγωγούς», αναφέρει ο κ. Τσακίρης.
Έμφαση στην ποιότητα και στις αφλατοξίνες
Στην ποιότητα του ελληνικού καλαμποκιού δίνει ιδιαίτερη έμφαση ο κ. Τσακίρης, επισημαίνοντας παράλληλα τη σημασία της πρόληψης προβλημάτων που σχετίζονται με τις αφλατοξίνες. Η παράμετρος αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, όπως επισημαίνει, και για τις μονάδες παραγωγής γάλακτος και κρέατος. Για τον λόγο αυτό απαιτείται προσοχή τόσο στο παραγωγικό όσο και στο μετασυλλεκτικό στάδιο και ιδιαίτερα στις κατάλληλες συνθήκες αποθήκευσης, ώστε να αποφεύγεται η υποβάθμιση του προϊόντος.
Όπως τονίζει ο κ. Τσακίρης, τόσο οι παραγωγοί όσο και ο Συνεταιρισμός δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στην ποιότητα του καλαμποκιού και στην αποφυγή προβλημάτων αφλατοξινών. Πρόκειται για ζήτημα που δεν αφορά μόνο την ποιότητα του προϊόντος, αλλά και τη διατροφική αλυσίδα. Ο ίδιος αναφέρει ότι η αφλατοξίνη είναι διαπιστωμένα καρκινογόνος ουσία και επισημαίνει τη σημασία των ελέγχων και στα επόμενα στάδια της αλυσίδας, αναφέροντας μεταξύ άλλων το γάλα, το κρέας και τα προϊόντα γάλακτος.
«Δεν χάνεται αυτή η ουσία. Παραμένει και φτάνει μέχρι τον τελικό καταναλωτή», επισημαίνει, σημειώνοντας ότι μπορεί να εντοπιστεί μέσω ελέγχου και στο γάλα και στα παραγόμενα από αυτό προϊόντα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Συνεταιρισμός δεν έχει ιστορικά αντιμετωπίσει προβλήματα αφλατοξινών στο προϊόν που διαχειρίζεται, ενώ δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στις κατάλληλες συνθήκες αποθήκευσης και στη σχετική τεχνογνωσία, με στόχο τη διατήρηση της ποιότητάς του. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «το προϊόν που διακινεί η Ένωση είναι πάντα πάνω από τα ποιοτικά στάνταρ».