Μετά από μια καλλιεργητική περίοδο που χαρακτηρίστηκε από χαμηλές αποδόσεις, υποβαθμισμένη ποιότητα και τιμές που δεν κάλυψαν το κόστος παραγωγής, ο Αγροτικός Σύλλογος Κομοτηνής «Σπάρτακος» ζητά με αίτημά του προς το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων τη χορήγηση ενίσχυσης de minimis ανά στρέμμα για τους παραγωγούς χειμερινών σιτηρών της Ροδόπης.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για την τοπική αγροτική οικονομία, καθώς, σύμφωνα με την εκτίμηση του προέδρου του Συλλόγου, στον νομό Ροδόπης καλλιεργούνται περίπου 250.000 έως 300.000 στρέμματα με σιτάρι.
Όπως εξηγεί στον ΑγροΤύπο ο κ. Νίκος Μποτρότσος, η φετινή καλλιεργητική περίοδος άφησε τη μεγάλη πλειονότητα των παραγωγών χωρίς ουσιαστικό οικονομικό όφελος, καθώς οι χαμηλές αποδόσεις, η υποβαθμισμένη ποιότητα και οι χαμηλές τιμές δεν επέτρεψαν την κάλυψη του κόστους παραγωγής.
Χαμηλές αποδόσεις, προβλήματα ποιότητας και τιμές κάτω από το κόστος
Σύμφωνα με τον κ. Μποτρότσο, η φετινή εικόνα των χειμερινών σιτηρών επηρεάστηκε καθοριστικά από τις έντονες και παρατεταμένες βροχοπτώσεις του χειμώνα και τις υγρές συνθήκες που συνεχίστηκαν την άνοιξη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αγροτεμάχια πλημμύρισαν, με αποτέλεσμα τα σιτάρια να μην φυτρώσουν σχεδόν καθόλου, να εμφανίσουν προβληματικό φύτρωμα ή ακόμη και να καταστραφεί η καλλιέργεια. Η παρατεταμένη παρουσία νερού δυσχέρανε επίσης τη συνέχιση των καλλιεργητικών εργασιών και καθυστέρησε την εξέλιξη της καλλιέργειας.
Ακόμη όμως και στα χωράφια όπου τα φυτά φύτρωσαν κανονικά, η υπερβολική υγρασία επηρέασε την ανάπτυξή τους. Όπως περιγράφει, παρατηρήθηκαν καθυστέρηση της ανάπτυξης, κιτρίνισμα και έντονη καταπόνηση των φυτών, με συνέπεια τη μείωση των τελικών αποδόσεων. «Υπήρχαν χωράφια που ενώ φύτρωσαν κανονικά, οι αποδόσεις τους κυμάνθηκαν στα 250 με 300 κιλά το στρέμμα», επισημαίνει. Μόνο μια μειοψηφία αγροτεμαχίων έφτασε τα 400-500 κιλά ανά στρέμμα, χωρίς οι αποδόσεις αυτές να χαρακτηρίζουν τη γενική εικόνα της περιοχής. Πέρα από τη μείωση της ποσότητας, προβλήματα καταγράφηκαν και στην ποιότητα του προϊόντος. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι μετρήσεις έδειξαν ότι η ποιότητα κυμάνθηκε από κακή έως μέτρια, χωρίς να καταγράφονται σιτάρια υψηλής ποιότητας.
Η εξέλιξη αυτή είχε άμεσο αντίκτυπο και στις συμφωνημένες τιμές. Παραγωγοί που είχαν συνάψει συμβόλαια με υψηλότερη τιμή, υπό την προϋπόθεση επίτευξης συγκεκριμένων ποιοτικών χαρακτηριστικών, δεν πληρώθηκαν τελικά αυτή την τιμή, καθώς οι μετρήσεις έδειξαν ότι η απαιτούμενη ποιότητα δεν επιτεύχθηκε. Όπως σημειώνει ο πρόεδρος του Συλλόγου, από την εικόνα που διαθέτει, ανάλογα προβλήματα ποιότητας καταγράφηκαν λόγω των βροχοπτώσεων και σε άλλες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας.
Στην ήδη δύσκολη παραγωγική εικόνα προστέθηκε και η ιδιαίτερα χαμηλή τιμή παραγωγού, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, διαμορφώνεται περίπου στα 20 λεπτά ανά κιλό. Με αποδόσεις της τάξης των 250-300 κιλών ανά στρέμμα, τα ακαθάριστα έσοδα φτάνουν περίπου τα 60 ευρώ ανά στρέμμα, όταν τα έξοδα κυμαίνονται, ανάλογα με τον καλλιεργητή, μεταξύ 70 και 100 ευρώ ανά στρέμμα. Ο συνδυασμός των χαμηλών αποδόσεων και της ιδιαίτερα χαμηλής τιμής παραγωγού οδήγησε τη μεγάλη πλειονότητα των παραγωγών σε αρνητικό οικονομικό αποτέλεσμα.
Το αίτημα για de minimis και το κενό στην κάλυψη των ζημιών
Μέσα σε αυτό το οικονομικό περιβάλλον, ο Α.Σ. Κομοτηνής «Σπάρτακος» αποφάσισε να υποβάλει αίτημα προς το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ζητώντας τη χορήγηση ενίσχυσης de minimis ανά στρέμμα για τους παραγωγούς χειμερινών σιτηρών της Ροδόπης. Σύμφωνα με τον κ. Μποτρότσο, η πρωτοβουλία βασίζεται και στο γεγονός ότι αντίστοιχες ενισχύσεις έχουν χορηγηθεί σε άλλες περιπτώσεις καλλιεργειών, όπως το ρύζι και η μηδική. Στόχος είναι οι παραγωγοί να αποκτήσουν ένα εισόδημα που θα τους επιτρέψει να καλύψουν τις οικογενειακές και επιχειρηματικές τους υποχρεώσεις. «Το καλύτερο θα ήταν να υπάρξει πανελλαδική εφαρμογή, γιατί η χαμηλή τιμή αφορά όλους τους παραγωγούς. Εμείς όμως εκπροσωπούμε τη Ροδόπη και διεκδικούμε αυτή την ενίσχυση για τους παραγωγούς του νομού μας», σημειώνει.
Το αίτημα έχει αποσταλεί στους αιρετούς της περιοχής, μεταξύ των οποίων οι τοπικοί βουλευτές και εκπρόσωποι της αυτοδιοίκησης, και έχει μεταφερθεί στο Υπουργείο, από το οποίο ο Σύλλογος αναμένει επίσημη απάντηση. Όπως διευκρινίζει, οι τοπικοί αιρετοί δεν είναι αρμόδιοι για την τελική απόφαση, μπορούν όμως να προωθήσουν το αίτημα και να ασκήσουν πίεση προς το Υπουργείο για τη χορήγηση της ενίσχυσης.
Αναφερόμενος στο ισχύον πλαίσιο αποζημιώσεων, ο κ. Μποτρότσος εξηγεί ότι ο κανονισμός του ΕΛΓΑ καλύπτει συγκεκριμένα ζημιογόνα καιρικά φαινόμενα. Για την περιοχή έχει εκδοθεί αναγγελία, η οποία αφορά κυρίως αγροτεμάχια όπου το νερό λίμνασε, τα σιτάρια δεν φύτρωσαν ή η καλλιέργεια καταστράφηκε.
Οι περιπτώσεις έντονης ή ολοκληρωτικής καταστροφής αφορούν, όπως σημειώνει, περιορισμένο αριθμό αγροτεμαχίων. Το ευρύτερο πρόβλημα για την πλειονότητα των παραγωγών είναι η σημαντική μείωση των αποδόσεων, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν καλύπτεται από τον ισχύοντα κανονισμό του ΕΛΓΑ. Ως αποτέλεσμα, μεγάλο μέρος των παραγωγών αντιμετωπίζει σημαντική απώλεια εισοδήματος χωρίς να καλύπτεται από το υφιστάμενο πλαίσιο αποζημιώσεων.
Τρία συνεχόμενα δύσκολα χρόνια για τις αροτραίες καλλιέργειες
Ο πρόεδρος του Συλλόγου επισημαίνει ότι η φετινή κατάσταση δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, αλλά έρχεται να προστεθεί σε μια δύσκολη περίοδο περίπου τριών ετών για τις εκτατικές καλλιέργειες της περιοχής, κατά την οποία οι παραγωγοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με προβληματικές παραγωγικές χρονιές, χαμηλές τιμές και σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής. Όπως αναφέρει, σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, το συνολικό κόστος καλλιέργειας έχει αυξηθεί περίπου κατά 35%, ενώ σήμερα το κόστος παραγωγής του σιταριού υπολογίζεται περίπου στα 25 λεπτά ανά κιλό, τη στιγμή που η τιμή παραγωγού διαμορφώνεται περίπου στα 20 λεπτά ανά κιλό. Η πίεση αυτή οδήγησε αρκετούς παραγωγούς να περιορίσουν τη συμμετοχή τους σε πιο δυναμικές καλλιέργειες, όπως το βαμβάκι και το καλαμπόκι, και να στραφούν περισσότερο στα χειμερινά σιτηρά.
Η επιλογή αυτή έγινε με την προσδοκία χαμηλότερου και περισσότερο διαχειρίσιμου κόστους παραγωγής. «Πήγαμε στα χειμερινά σιτηρά γνωρίζοντας ότι το εισόδημα θα είναι μειωμένο. Αυτό που δεν γνωρίζαμε ήταν ότι όχι μόνο θα είναι μειωμένο, αλλά θα μπούμε και μέσα», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Όσον αφορά το κόστος παραγωγής, ο κ. Μποτρότσος επισημαίνει ότι μόνο για τη λίπανση απαιτούνται περίπου 30 ευρώ ανά στρέμμα, προκειμένου να επιτευχθεί μια ικανοποιητική παραγωγή. Το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει επίσης υψηλό. Ωστόσο, στα χειμερινά σιτηρά οι ανάγκες άρδευσης είναι περιορισμένες και, όπως αναφέρει, συνήθως απαιτείται μόνο ένα πότισμα. Για τον λόγο αυτό, το ενεργειακό κόστος ανά στρέμμα είναι μικρότερο από το κόστος της λίπανσης.
Η συρρίκνωση των σιτηρών και ο κίνδυνος εγκατάλειψης του επαγγέλματος
Ο κ. Μποτρότσος εκφράζει έντονο προβληματισμό για τη βιωσιμότητα των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και το μέλλον των αροτραίων καλλιεργειών στην περιοχή. Ακόμη και σε αυτή τη μειοψηφία αγροτεμαχίων, το οικονομικό αποτέλεσμα ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, είτε μηδενικό είτε περιορίστηκε σε μόλις 10-20 ευρώ ανά στρέμμα.
Για έναν μέσο παραγωγό που καλλιεργεί περίπου 100 στρέμματα σιτηρών, το οικονομικό αποτέλεσμα από τη συγκεκριμένη καλλιέργεια περιορίζεται, σύμφωνα με τον ίδιο, περίπου στα 1.000 ευρώ. «Τι επιχείρηση να κρατήσεις και τι οικογένεια να κρατήσεις με ένα εισόδημα χιλίων ευρώ;», διερωτάται, επισημαίνοντας ότι το ποσό αυτό δεν επαρκεί για την κάλυψη των πάγιων εξόδων της εκμετάλλευσης και των υποχρεώσεων, οι οποίες συνεχίζουν να τρέχουν.
Όπως εκτιμά, εάν η σημερινή κατάσταση συνεχιστεί, οι εκτάσεις με χειμερινά σιτηρά θα μειωθούν τα επόμενα χρόνια. «Το αμέσως επόμενο στάδιο από το να φύγεις από τα χειμερινά σιτηρά είναι να εγκαταλείψεις το επάγγελμα», τονίζει, εξηγώντας ότι τα χειμερινά σιτηρά αποτελούν για πολλούς παραγωγούς την τελευταία δυνατότητα διατήρησης ενός εισοδήματος από την αγροτική δραστηριότητα.
Τέλος, ο πρόεδρος αναφέρει ότι, οι παραγωγοί στράφηκαν στα χειμερινά σιτηρά αφού απομακρύνθηκαν από πιο δυναμικές καλλιέργειες, όπως το καλαμπόκι και το βαμβάκι. Αν υποχρεωθούν να περιορίσουν και τα σιτηρά, δεν θα υπάρχει, κατά την εκτίμησή του, κάποια άλλη άμεσα διαθέσιμη καλλιεργητική επιλογή. «Αν συνεχίσουν έτσι τα πράγματα, θα δούμε χωράφια παρατημένα τα επόμενα χρόνια», προειδοποιεί.