Το πράσινο σκουλήκι είναι ένας γνωστός εχθρός του αραβοσίτου, με την παρουσία του να γίνεται κυρίως αντιληπτή από τις προσβολές στις κορυφές των σπαδίκων. Πέρα από την άμεση ζημιά που μπορεί να προκαλέσει, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι δευτερογενείς συνέπειες της προσβολής, καθώς στα σημεία αυτά μπορεί να ευνοηθεί η ανάπτυξη μυκήτων και, υπό κατάλληλες συνθήκες, η παραγωγή μυκοτοξινών, με αποτέλεσμα την επιβάρυνση του παραγόμενου προϊόντος.
Για την παρουσία του πράσινου σκουληκιού στον αραβόσιτο, τη σημασία των προσβολών του και την εικόνα που διαμορφώνεται στην καλλιέργεια μίλησε στον ΑγροΤύπο ο γεωπόνος της ΔΑΟΚ Δράμας, κ. Κωνσταντίνος Σίμογλου.
Η πρώτη γενιά και οι προσβολές στις κορυφές των σπαδίκων
Στον αραβόσιτο, το πράσινο σκουλήκι εντοπίζεται συνήθως κατά την πρώτη γενιά του εντόμου, δηλαδή τον Ιούνιο και έως περίπου τα μέσα Ιουλίου. Πρόκειται για την περίοδο κατά την οποία η καλλιέργεια βρίσκεται σε στάδιο που την καθιστά ελκυστική για το έντομο. Όπως εξηγεί ο κ. Σίμογλου, τότε ο αραβόσιτος «είναι τρυφερός, είναι πάνω στην άνθηση» και διαθέτει αρκετά φρέσκα φυτικά μέρη στα οποία μπορεί να τραφεί και να αναπτυχθεί το έντομο.
Σε χρονιές κατά τις οποίες υπάρχει παρουσία πράσινου σκουληκιού, οι προσβολές γίνονται αντιληπτές εκείνη την περίοδο και λίγο αργότερα, μέσα στον Ιούλιο, κυρίως στις κορυφές των σπαδίκων. «Στην πραγματικότητα αυτό είναι κατά κύριο λόγο που κάνει. Προσβάλλει τον σπάδικα στην κορυφή», αναφέρει.
Για το 2026, ωστόσο, σύμφωνα με τον ίδιο, το πράσινο σκουλήκι δεν απασχόλησε ιδιαίτερα ούτε τον αραβόσιτο ούτε το βαμβάκι. Στον αραβόσιτο δεν έκανε αισθητή την παρουσία του κατά τη συγκεκριμένη περίοδο και δεν εντοπίστηκαν ιδιαίτερες προσβολές. Με τις καλλιέργειες πλέον να έχουν σε μεγάλο βαθμό ολοκληρώσει τον κύκλο τους και τις συγκομιδές να πλησιάζουν, η φετινή χρονιά εξελίσσεται χωρίς κάτι ιδιαίτερο από πλευράς του συγκεκριμένου εχθρού.
Από την προσβολή του σπάδικα στους μύκητες και τις μυκοτοξίνες
Με βάση την εικόνα και τις μετρήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στην περιοχή, η άμεση απώλεια καρπού από το πράσινο σκουλήκι δεν φαίνεται να αποτελεί το σημαντικότερο μέρος του προβλήματος. Ο κ. Σίμογλου επισημαίνει ότι, στο πλαίσιο εκτεταμένων μετρήσεων που έχουν γίνει για το Diabrotica, υπήρχε παράλληλα η δυνατότητα παρατήρησης και άλλων ζημιών στους σπάδικες. Με βάση αυτές τις παρατηρήσεις, η άμεση απώλεια καρπού ή κόκκου από το πράσινο σκουλήκι δεν φαίνεται να είναι σημαντική. Μάλιστα, όπως σημειώνει, σε μια χρονιά ευνοϊκή για την πυραλίδα, η τελευταία θα μπορούσε να προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά από το πράσινο σκουλήκι.
Μεγαλύτερη σημασία αποκτούν οι δευτερογενείς συνέπειες της προσβολής, καθώς στα σημεία αυτά μπορούν να αναπτυχθούν μύκητες και, υπό ευνοϊκές συνθήκες, να προκύψει ζήτημα μυκοτοξινών. «Περισσότερο έντονη παρουσία έχουν οι μύκητες, που μπορεί να ξεκινήσουν από μια τέτοια προσβολή», αναφέρει ο κ. Σίμογλου. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε χρονιές ευνοϊκές για την ανάπτυξη μυκήτων και ιδιαίτερα όταν επικρατούν υψηλές θερμοκρασίες, καθώς μπορεί να αυξηθεί η παραγωγή μυκοτοξινών και να επιβαρυνθεί το παραγόμενο προϊόν.
Η διάσταση αυτή αφορά πλέον όχι μόνο την καλλιεργητική ζημιά αλλά και την ασφάλεια των παραγόμενων τροφίμων ή ζωοτροφών. Σύμφωνα με τον γεωπόνο της ΔΑΟΚ Δράμας, στο παρελθόν έχουν υπάρξει συγκεκριμένες χρονιές, με ιδιαίτερες συνθήκες, κατά τις οποίες καταγράφηκαν προβλήματα από αυξημένες συγκεντρώσεις μυκοτοξινών.
Έχουν υπάρξει περιπτώσεις επιστροφής φορτίων καλαμποκιού επειδή οι συγκεντρώσεις βρίσκονταν πάνω από τα επιτρεπόμενα όρια, ενώ έχουν καταγραφεί ακόμη και απορρίψεις γάλακτος από γαλακτοβιομηχανίες. Όπως εξηγεί, οι γαλακτοβιομηχανίες ελέγχουν τα επίπεδα των μυκοτοξινών και, όταν τα ζώα έχουν τραφεί με επιβαρυμένο καλαμπόκι, μπορεί αντίστοιχα να επιβαρυνθεί και το παραγόμενο γάλα. «Έχουν συμβεί και αυτά. Ήταν συγκεκριμένες χρονιές με πολύ ιδιαίτερες συνθήκες», υπογραμμίζει.
Ως προς την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων μυκήτων, ο κ. Σίμογλου αναφέρει ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν συγκεκριμένα μυκητοκτόνα με αυτόν τον στόχο. Στο παρελθόν, όπως θυμάται, είχε δοθεί για μία χρονιά κατ’ εξαίρεση άδεια διάρκειας 120 ημερών, κατά παρέκκλιση, για σκεύασμα εφαρμογής στο έδαφος, με στόχο τον περιορισμό επιβλαβών μυκήτων, μεταξύ των οποίων είδη Fusarium και άλλοι μύκητες που μπορούν να παράγουν μυκοτοξίνες.
Η δυνατότητα αυτή δεν συνεχίστηκε και, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν υπήρξε αντίστοιχη άδεια τη φετινή χρονιά. Συνεπώς, στην παρούσα φάση δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο διαθέσιμο εργαλείο με στόχο τους συγκεκριμένους μύκητες. Υπό αυτή την έννοια, μεγαλύτερη σημασία αποκτά η διαχείριση των εντόμων που μπορούν να διευκολύνουν την εγκατάστασή τους, όπως η πυραλίδα ή το πράσινο σκουλήκι. Πρόκειται, ωστόσο, για ένα ευρύτερο ζήτημα που απαιτεί συστηματική παρακολούθηση και δεν είναι απλό να εφαρμοστεί σε επίπεδο παραγωγού.
Γιατί συνήθως δεν γίνονται επεμβάσεις για το πράσινο σκουλήκι
Σε αντίθεση με το βαμβάκι, όπου υπάρχει πρόγραμμα παρακολούθησης του πράσινου σκουληκιού, στον αραβόσιτο το συγκεκριμένο έντομο δεν παρακολουθείται στο αντίστοιχο πλαίσιο. Στην καλλιέργεια του αραβοσίτου παρακολουθείται, αντίθετα, το Diabrotica.
Με βάση τη φετινή εικόνα και την απουσία ιδιαίτερων προσβολών, ο κ. Σίμογλου δεν θεωρεί ότι πραγματοποιήθηκαν ψεκασμοί στον αραβόσιτο με στόχο το πράσινο σκουλήκι. Ακόμη όμως και γενικότερα, από την εμπειρία του στην περιοχή, το συγκεκριμένο έντομο δεν φαίνεται να αποτελεί εχθρό για τον οποίο οι παραγωγοί προχωρούν συστηματικά σε επεμβάσεις.
Ένας επιπλέον παράγοντας είναι η δυσκολία πραγματοποίησης εφαρμογών στο συγκεκριμένο στάδιο της καλλιέργειας. Όπως εξηγεί ο κ. Σίμογλου, από την άνθηση και μετά η επέμβαση γίνεται πολύ δύσκολη, δεν διαθέτουν όλοι οι παραγωγοί τη δυνατότητα να την πραγματοποιήσουν, ενώ παράλληλα είναι και κοστοβόρα. «Νομίζω ότι αφήνεται, δεν ψεκάζεται», αναφέρει χαρακτηριστικά, διευκρινίζοντας ότι, εάν πραγματοποιούνται τέτοιες εφαρμογές, πρόκειται πιθανότατα για ελάχιστες περιπτώσεις που αποτελούν εξαίρεση και όχι για μια γενικευμένη πρακτική.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι αποκλείεται μια επέμβαση, εφόσον αυτή κριθεί αναγκαία. Όπως επισημαίνει ο κ. Σίμογλου, όταν πραγματοποιείται θα πρέπει να γίνεται ορθολογικά, ενώ καθοριστική είναι και η επιλογή του κατάλληλου χρόνου εφαρμογής, η εκτίμηση του οποίου αποτελεί ένα σύνθετο ζήτημα και προϋποθέτει συστηματική παρακολούθηση.