Οι σπορές του ρυζιού για τη φετινή καλλιεργητική περίοδο βρίσκονται πλέον στο τέλος τους, με την εικόνα που διαμορφώνεται να επιβεβαιώνει τις ανησυχίες που είχαν εκφραστεί ήδη από τους προηγούμενους μήνες. Το αυξημένο κόστος παραγωγής, η μειωμένη ρευστότητα, η αβεβαιότητα στην αγορά και οι δυσκολίες στη φυτοπροστασία συνθέτουν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον για τους ορυζοπαραγωγούς.
Για την κατάσταση που επικρατεί στον κλάδο, συνομιλήσαμε με τον πρόεδρο του Α’ Αγροτικού Συνεταιρισμού Χαλάστρας, κ. Χρήστο Γκαντζάρα, ο οποίος περιέγραψε μια χρονιά που χαρακτηρίζεται από προβληματισμό, αλλά και από την προσπάθεια των παραγωγών να διατηρήσουν ζωντανή μια καλλιέργεια που για πολλές περιοχές αποτελεί μονόδρομο.
Σπορές που ολοκληρώνονται με αισθητά λιγότερα στρέμματα
Όπως ανέφερε ο κ. Γκαντζάρας, οι σπορές έχουν ουσιαστικά ολοκληρωθεί και η εικόνα που αποτυπώνεται στον κάμπο δείχνει σημαντική μείωση των εκτάσεων που καλλιεργήθηκαν φέτος με ρύζι. «Υπάρχει μια μείωση στο ρύζι, μια στροφή σε άλλες καλλιέργειες», σημείωσε, εξηγώντας ότι αρκετοί παραγωγοί επέλεξαν να στραφούν προς το βαμβάκι ή το καλαμπόκι, ενώ δεν λείπουν και τα ακαλλιέργητα χωράφια. Ωστόσο, όπως διευκρίνισε, ούτε οι εναλλακτικές καλλιέργειες φαίνεται να ξεκινούν χωρίς προβλήματα.
Σύμφωνα με την εκτίμησή του, η μείωση στις ρυζοκαλλιεργούμενες εκτάσεις αγγίζει περίπου το 30% στην περιοχή, ενώ σε πανελλαδικό επίπεδο εκτιμά ότι τα καλλιεργούμενα στρέμματα φέτος διαμορφώθηκαν κοντά στα 250.000, έναντι περίπου 308.000 στρεμμάτων την περσινή χρονιά.
Παρά τη συρρίκνωση των εκτάσεων, η κατανομή των ποικιλιών παραμένει σχετικά σταθερή στην περιοχή. Τα μεσόσπερμα συνεχίζουν να κυριαρχούν, καταλαμβάνοντας περίπου το 70%-80% των εκτάσεων, καθώς εμφανίζουν μεγαλύτερη εμπορική ζήτηση. Τα μακρύσπερμα εκτιμάται ότι καλύπτουν περίπου το 10%-15%, ενώ η Καρολίνα παραμένει σε περιορισμένα ποσοστά της τάξης του 5%-10%.
Το κόστος παραγωγής πιέζει παραγωγούς και συνεταιρισμούς
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο πρόεδρος του συνεταιρισμού στο αυξημένο κόστος παραγωγής, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί τον μεγαλύτερο πονοκέφαλο για τον κλάδο. «Το κόστος είναι στο Θεό», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι οι τιμές σε πετρέλαιο, λιπάσματα και λοιπές εισροές παραμένουν σε πολύ υψηλά επίπεδα.
Την ίδια στιγμή, η έλλειψη ρευστότητας έχει επηρεάσει ολόκληρη την αλυσίδα. Όπως εξήγησε, οι συνεταιρισμοί συνεχίζουν να στηρίζουν τους παραγωγούς μέσω πιστώσεων, ωστόσο οι δυνατότητες αυτές περιορίζονται ολοένα και περισσότερο, καθώς και οι προμηθεύτριες εταιρείες εμφανίζονται πλέον πιο επιφυλακτικές. Όπως ανέφερε, η αυξημένη αβεβαιότητα έχει οδηγήσει ακόμη και τις προμηθεύτριες εταιρείες να γίνουν πιο αυστηρές στις πιστώσεις, καθώς αντιμετωπίζουν πλέον το ρύζι ως μια καλλιέργεια με αυξημένο επιχειρηματικό ρίσκο.
«Το κάνουμε με την ελπίδα η επόμενη χρονιά να είναι καλύτερη», τόνισε ο κ. Γκαντζάρας, εξηγώντας ότι πολλοί παραγωγοί παραμένουν στην καλλιέργεια επειδή έχουν επενδύσει σημαντικά κεφάλαια και έχουν αναλάβει πολυετείς δεσμεύσεις μέσω επενδυτικών προγραμμάτων. Ωστόσο, δεν έκρυψε τον προβληματισμό του για τη συνέχεια, προειδοποιώντας ότι αν οι συνθήκες δεν βελτιωθούν, αρκετοί ενδέχεται να εγκαταλείψουν την παραγωγή τα επόμενα χρόνια.
Ιδιαίτερα για τη Δυτική Θεσσαλονίκη, υπογράμμισε ότι οι επιλογές εναλλακτικών καλλιεργειών είναι περιορισμένες, καθώς τα εδάφη της περιοχής είναι έντονα αλατούχα και σε πολλές περιπτώσεις δεν ευνοούν άλλες καλλιέργειες στον ίδιο βαθμό που ευνοούν το ρύζι.
Φυτοπροστασία: «Το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτή τη στιγμή»
Από τα ζητήματα που έθεσε με τη μεγαλύτερη ένταση ο πρόεδρος του Α. Σ. ήταν αυτό της φυτοπροστασίας και ειδικότερα η καθυστέρηση στις κατ’ εξαίρεση εγκρίσεις δραστικών ουσιών.
Όπως εξήγησε, οι παραγωγοί αναμένουν εδώ και μήνες αποφάσεις για σκευάσματα που παραδοσιακά λαμβάνουν έγκριση 120 ημερών, προκειμένου να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τα ζιζάνια στις ρυζοκαλλιέργειες. «Ήρθε ο καιρός να ψεκάσουμε την επόμενη βδομάδα και ακόμη δεν έχουμε μια απάντηση», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι περιορισμοί που έχουν τεθεί τα τελευταία χρόνια σε διάφορες δραστικές ουσίες έχουν μειώσει σημαντικά τα διαθέσιμα εργαλεία φυτοπροστασίας. Αυτό, όπως υποστηρίζει, όχι μόνο δυσκολεύει την αποτελεσματική αντιμετώπιση των ζιζανίων, αλλά οδηγεί συχνά και σε αυξημένο κόστος παραγωγής, καθώς απαιτούνται περισσότερες επεμβάσεις ή μεγαλύτερες δόσεις στα διαθέσιμα σκευάσματα. «Τα φάρμακα μάς καίνε όσο τίποτα άλλο», σημείωσε, χαρακτηρίζοντας το ζήτημα ως ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η καλλιέργεια.
Αγορά χωρίς ζήτηση και προσδοκίες από τις ενισχύσεις
Στο μέτωπο της αγοράς, η εικόνα παραμένει επίσης προβληματική. Παρότι οι τιμές δεν έχουν καταγράψει περαιτέρω υποχώρηση το τελευταίο διάστημα, η ζήτηση εμφανίζεται αισθητά μειωμένη. Όπως ανέφερε ο κ. Γκαντζάρας, περίπου το 20% της παραγωγής παραμένει αδιάθετο, ενώ ένα επιπλέον ποσοστό της τάξης του 20% έχει μεν αγοραστεί αλλά δεν έχει ακόμη παραληφθεί από τους αγοραστές. Παρά το γεγονός ότι η χρονιά είχε ξεκινήσει με καλύτερους ρυθμούς πωλήσεων, το τελευταίο διάστημα η αγορά δείχνει να έχει επιβραδυνθεί σημαντικά.
«Οι τιμές δεν έχουν υποχωρήσει, αλλά δεν υπάρχει ζήτηση», ανέφερε, εκφράζοντας τον φόβο ότι εφόσον συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, δεν αποκλείεται να ασκηθούν νέες πιέσεις στις τιμές στο επόμενο διάστημα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι παραγωγοί στρέφουν το βλέμμα τους τόσο στη συνδεδεμένη ενίσχυση όσο και στα πρόσθετα μέτρα στήριξης (de minimis), προσδοκώντας ότι θα προσφέρουν την αναγκαία ρευστότητα για να καλυφθούν οι άμεσες καλλιεργητικές ανάγκες και οι οικονομικές υποχρεώσεις της νέας χρονιάς. Ο κ. Γκαντζάρας σημείωσε ότι η καταβολή της συνδεδεμένης ενίσχυσης αναμένεται να αποτελέσει σημαντική ανάσα για τους παραγωγούς σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη χρονική συγκυρία, καθώς βρίσκονται σε εξέλιξη οι πρώτες καλλιεργητικές φροντίδες της νέας χρονιάς. Όσον αφορά την ενίσχυση de minimis, στον κλάδο εξακολουθεί να υπάρχει αναμονή και προσδοκία για εξελίξεις.
Το μήνυμα που εκπέμπει ο κλάδος είναι σαφές: η φετινή καλλιεργητική περίοδος ξεκίνησε με σημαντικές δυσκολίες, όμως οι παραγωγοί συνεχίζουν να επενδύουν στο ρύζι με την ελπίδα ότι οι συνθήκες θα βελτιωθούν. Το αν αυτή η προσδοκία θα επιβεβαιωθεί, θα κριθεί τόσο από την πορεία της αγοράς όσο και από τις αποφάσεις που θα ληφθούν το επόμενο διάστημα για τη στήριξη της καλλιέργειας.