Το βαμβάκι παραμένει διαχρονικά μία από τις πιο χαρακτηριστικές καλλιέργειες της ελληνικής γεωργίας. Δεν είναι μόνο ζήτημα παραγωγής ή εξαγωγών, αλλά κυρίως ζήτημα έκτασης και αντοχής ενός παραγωγικού μοντέλου που καλείται να λειτουργήσει μέσα σε συνθήκες αυξημένων πιέσεων. Τα διαθέσιμα του δεδομένα FAOSTAT για την χώρα μας, επιτρέπουν σήμερα μια καθαρή ανάγνωση της πορείας του ελληνικού βαμβακιού, χωρίς γενικεύσεις και χωρίς ωραιοποιήσεις.
Η έκταση ως σταθερός πυλώνας της καλλιέργειας
Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, η καλλιεργούμενη έκταση βαμβακιού στην Ελλάδα παρουσιάζει αξιοσημείωτη σταθερότητα σε βάθος δεκαετιών. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η συγκομιζόμενη έκταση ανήρχετο σε περίπου 216.600 εκτάρια, ενώ ήδη από το 1962 ξεπερνούσε τα 278.000 εκτάρια, αποτυπώνοντας τη γρήγορη επέκταση και την πρώιμη εδραίωση της καλλιέργειας στον αγροτικό χάρτη της χώρας.
Η δυναμική αυτή δεν περιορίστηκε στις πρώτες δεκαετίες. Κατά τις επόμενες περιόδους, και ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1980 και μετά, το βαμβάκι διατηρείται σταθερά σε υψηλά επίπεδα καλλιεργούμενων εκτάσεων, επιβεβαιώνοντας τον κεντρικό του ρόλο στην ελληνική γεωργική παραγωγή και τη μακροχρόνια επιλογή του από τον πρωτογενή τομέα.
Στις πιο πρόσφατες δεκαετίες, η εικόνα παραμένει αντίστοιχη, με μικρές αλλά διακριτές διακυμάνσεις. Το 2021 καταγράφηκαν 262.821 εκτάρια, το 2022 περίπου 254.067 εκτάρια, ενώ το 2023 η έκταση μειώθηκε στα 229.805 εκτάρια. Παρά τη μείωση των τελευταίων ετών, το βαμβάκι εξακολουθεί να καταλαμβάνει σημαντικό μέρος της καλλιεργούμενης και αρδευόμενης γεωργικής γης, γεγονός που από μόνο του προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στη συζήτηση για τη βιωσιμότητα και την αντοχή του καλλιεργητικού μοντέλου.
Παραγωγή και αποδόσεις: μια σχέση που πιέζεται
Η συνολική παραγωγή σύσπορου βαμβακιού στην Ελλάδα ακολουθεί διαχρονικά την πορεία των καλλιεργούμενων εκτάσεων, επηρεαζόμενη όμως καθοριστικά από τις αποδόσεις. Το 1961 η παραγωγή ανερχόταν σε περίπου 288.700 τόνους, με μέσες αποδόσεις κοντά στα 1.333 κιλά ανά εκτάριο, αντανακλώντας τις τεχνολογικές και καλλιεργητικές δυνατότητες της εποχής.
Κατά τις επόμενες δεκαετίες, η παραγωγή αυξήθηκε σταδιακά, ακολουθώντας τη βελτίωση των αποδόσεων και την εδραίωση της καλλιέργειας σε μεγάλες εκτάσεις. Η μακροχρόνια αυτή ανοδική πορεία αποτυπώνεται καθαρά στις αρχές της δεκαετίας του 2020, χωρίς ωστόσο να εμφανίζεται ως γραμμική ή ανεπηρέαστη από διακυμάνσεις.
Το 2021 η συνολική παραγωγή έφτασε τους 847.389 τόνους, με μέση απόδοση 3.224 κιλά ανά εκτάριο. Το 2022 καταγράφηκαν 813.049 τόνοι με αντίστοιχα επίπεδα αποδόσεων, ενώ το 2023 σημειώθηκε υποχώρηση στους 699.069 τόνους και μείωση της μέσης απόδοσης στα 3.042 κιλά ανά εκτάριο. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι, παρότι η παραγωγή παραμένει σε υψηλά επίπεδα, η δυναμική της παρουσιάζει αυξανόμενη ευαισθησία σε μεταβολές που επηρεάζουν άμεσα την αποδοτικότητα της καλλιέργειας.
Η πραγματική σημασία των εκτάσεων
Η επιμονή του βαμβακιού σε μεγάλες εκτάσεις δεν είναι ουδέτερη επιλογή. Κάθε εκτάριο βαμβακιού σημαίνει ανάγκη για νερό, ενέργεια, φυτοπροστασία και εργασία. Όσο η καλλιέργεια διατηρείται σε τέτοια κλίμακα, τόσο η συζήτηση μετατοπίζεται από το αν παράγουμε αρκετό βαμβάκι στο αν μπορούμε να το παράγουμε με όρους αντοχής στο χρόνο. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η Ελλάδα δεν εγκαταλείπει το βαμβάκι, αλλά ταυτόχρονα δεν φαίνεται να επαναπροσδιορίζει ουσιαστικά τον τρόπο που το καλλιεργεί. Η σταδιακή μείωση εκτάσεων μετά το 2021 μπορεί να μην είναι ακόμη δραματική, όμως λειτουργεί ως ένδειξη πίεσης μέσα σε ένα ήδη κορεσμένο σύστημα.
Ένα καλλιεργητικό μοντέλο σε κρίσιμο σημείο
Το βαμβάκι στην Ελλάδα παραμένει παρόν χάρη στη μάζα του: μεγάλες εκτάσεις, υψηλή συνολική παραγωγή, σταθερή θέση στον αγροτικό χάρτη. Τα στοιχεία, ωστόσο, υποδεικνύουν ότι η αντοχή αυτού του μοντέλου δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Όσο οι εκτάσεις παραμένουν μεγάλες και οι αποδόσεις εξαρτώνται από εξωτερικούς και ολοένα πιο ασταθείς παράγοντες, το βάρος μεταφέρεται σταδιακά από τον παραγωγό στο ίδιο το σύστημα. Η εικόνα που προκύπτει δεν είναι εικόνα κατάρρευσης, αλλά ούτε και άνεσης. Είναι η εικόνα μιας καλλιέργειας που εξακολουθεί να κρατά, αλλά με ολοένα μικρότερα περιθώρια λάθους, ειδικά σε ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται διαρκώς.
Πηγή: FAOSTAT – FAO





