Χαμηλή τάση για την σπορά της ελαιοκράμβης καταγράφεται την φετινή χρονιά, σύμφωνα με τους παραγωγούς. Ειδικότερα, όπως εξήγησε ο κος Χαράλαμπος Παπαδόπουλος από την περιοχή της Δράμας, ο μήνας Σεπτέμβριος θεωρείται «απαγορευτικός», καθώς πλέον αποτελεί καλοκαιρινό μήνα, με υψηλές θερμοκρασίες, οι οποίες δεν βοηθούν να ευδοκιμήσει η καλλιέργεια της ελαιοκράμβης. Επιπλέον, ο κος Παπαδόπουλος πρόσθεσε, ότι η τάση της ελαιοκράμβης σημείωσε καθοδική πορεία, αφού την τελευταία διετία υπήρξε άνοδος των σιτηρών. Ο ίδιος τώρα ασχολείται με την καλλιέργεια σκληρών σιταριών σε συνεργασία με την «Βεργίνα» και την «Barilla», ενώ καλλιεργεί και μαλακά σιτάρια σε συνεργασία με τους «Μύλους Θράκης», λέγοντας χαρακτηρίστηκα ότι: «…την περσινή χρονιά γνωρίζαμε, ότι θα πληρωθούμε με αυτές τις τιμές που είχαμε κλείσει. Και, ήδη, φέτος που έπεσαν οι τιμές εμείς είμαστε εξασφαλισμένοι…».
Άλλος ένας παραγωγός, από την περιοχή της Ξάνθης, ο κος Γιώργος Καραγιαννίδης, ο οποίος καλλιεργεί ελαιοκράμβη από το 2008, τη φετινή χρονιά δεν κατάφερε να καλλιεργήσει κανένα στρέμμα, ενώ, όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά, ανέφερε τις προηγούμενες χρονιές καλλιεργούσε από 150 έως 300 στρέμματα γης, με την κατάλληλη περίοδο της σποράς να είναι από τις 20 Σεπτεμβρίου έως τις 10 Οκτωβρίου.
Στην περιοχή της Ξάνθης, σύμφωνα με τον κ. Καραγιαννίδη, όσοι έσπειραν ελαιοκράμβη είχαν πολύ μικρές αποδόσεις. Κάνοντας ο ίδιος μια σύγκριση με προηγούμενες καλές χρονιές διαπίστωσε, ότι ενώ οι αποδόσεις κυμαίνονταν της τάξεως των τριακοσίων πενήντα (350) κιλών, φέτος τα κιλά δεν ξεπερνούσαν τα εκατό (100) με εκατό πενήντα (150). «Φέτος δεν μπόρεσα να σπείρω, γιατί το κτήμα ήταν ξερό και δεν με βοήθησε», τόνισε ο παραγωγός από την Ξάνθη, προσθέτοντας ότι την περσινή χρονιά στον Νομό Ξάνθης τα στρέμματα συνολικά ήταν μερικές χιλιάδες και τώρα ίσως να μην ξεπερνούν τα πεντακόσια.
Και για τον κ. Στέλιο Μάρκου, που βρίσκεται στην περιοχή Λαγκαδά στην Κεντρική Μακεδονία, η φετινή καλλιέργεια της ελαιοκράμβης ακολούθησε μια πτωτική τάση, καθώς όπως ο ίδιος ανέφερε: «οι κλιματολογικές συνθήκες τον καιρό της σποράς ήταν πολύ δύσκολες υπήρξε πολύ ξηρασία…όλοι οι παραγωγοί ζορίστηκαν στο να σπείρουν το φυτό, να φυτρώσει και να εξελιχθεί». Πρόσθεσε, επιπλέον, ότι η ελαιοκράμβη μπορεί να αποτελεί μια απαιτητική καλλιέργεια, εντούτοις αν ο παραγωγός την προσέξει, είναι μια καλλιέργεια που: «συμφέρει πολύ…και φυσικά έχει και πολύ καλύτερη τιμή», όπως ο ίδιος τόνισε. Ο κος Μάρκου φέτος κατάφερε να καλλιεργήσει τριακόσια (300) στρέμματα, λέγοντας ότι όσοι «τόλμησαν» στην περιοχή, που ο ίδιος δραστηριοποιείται, να καλλιεργήσουν «είτε έκαναν επανασπορές είτε σπείρανε λίγο πιο αργά από ότι πρέπει, οπότε η φετινή χρονιά δεν ήταν πετυχημένη, αναφορικά με την καλλιέργεια», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τέλος, ο Κωνσταντίνος Β. Σίμογλου, Γεωπόνος από το Τμήμα Ποιοτικού και Φυτουγειονομικού Ελέγχου ΔΑΟΚ ΠΕ Δράμας, μιλώντας για το νότιο τμήμα του νομού Σερρών ανέφερε, πως πάρα το γεγονός ότι παλαιότερα καλλιεργούνταν πολύ η ελαιοκράμβη από τους παραγωγούς, πλέον έχει μειωθεί δραστικά η καλλιέργεια. Όπως ο ίδιος εξηγεί, λόγω των φθινοπώρων που προηγήθηκαν οι σπορές ήταν αποτυχημένες και έτσι μέσα σε ένα διάστημα πέντε ετών κατέληξε να είναι πολύ χαμηλή η παρουσία της ελαιοκράμβης στην περιοχή. Ταυτόχρονα, πρόσθεσε, ότι στον νομό Καβάλας τα τελευταία έτη παρατηρήθηκε άνοδος. Ειδικότερα στην περιοχή της Ελευθερούπολης και στην πεδιάδα του Κάμπου των Τεναγών Φιλίππων Καβάλας, τα εδάφη, όπως εξήγησε, είναι πολύ εύφορα, με εκτατικές καλλιέργειες κατά κύριο λόγο όπως το καλαμπόκι και η σόγια, ενώ τα τελευταία χρόνια φαίνεται να ανεβαίνει και η ελαιοκράμβη.




