Μία μεγάλη πρόκληση για τους Έλληνες παραγωγούς αλλά και για το ελληνικό ξενοδοχείο, κατάλυμα, ακόμη και το κάμπινγκ φέρνει, όπως δείχνουν όλες οι έρευνες, ο γαστρονομικός τουρισμός, που έχει ήδη αυξήσει τη δυναμική του κι αναμένεται ν΄ απογειωθεί τα επόμενα χρόνια. Φυσικά, η δυναμική δεν είναι για όλους η ίδια κι αυτό εξαρτάται κι από την περιοχή που ζει κάθε παραγωγός, τη φιλοσοφία των ξενοδοχείων, των καταλυμάτων κ.ά.
ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΔΙΑΤΑΞΗ
Πριν από την εποχή του κορωνοϊού η γαστρονομία ερχόταν από την 3η έως την 5η θέση στα ατού επιλογής προορισμών. Με βάση τις έρευνες και τις μετρήσεις που διενεργούν ταξιδιωτικοί φορείς σήμερα ο γαστρονομικός τουρισμός τείνει να αυτονομηθεί, αντί να είναι συμπληρωματικό κομμάτι του ταξιδιού. Κι ενώ μέχρι σήμερα μετρούσε κοντά στο 70% για την επιλογή προορισμού μπορεί να γίνει και ο στόχος του ταξιδιού. Η επιλογή δηλαδή ταξιδιωτικού προορισμού δεν γίνεται κυρίως με βάση τις ομορφιές και τα αξιοθέατα ενός τόπου αλλά με βάση τη γαστρονομία, την παραγωγική διαδικασία και τα πιάτα ή τα ποτά, που προσφέρει.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού εκτιμά ότι κατά μέσον όρο, οι τουρίστες δαπανούν περίπου το 25% του συνολικού ταξιδιωτικού τους προϋπολογισμού σε φαγητό και ποτό. Το ποσοστό αυτό αυξάνεται έως 35% σε πιο ακριβές περιοχές και μειώνεται στο 15% σε πιο οικονομικές. Πολλές φορές βέβαια το πρόβλημα και των παραγωγών είναι πως η περίοδος συγκομιδής δεν συνάδει με την τουριστική περίοδο ενώ τα ξενοδοχεία διαμαρτύρονται για το θέμα του κόστους παραγωγής, αφού υπάρχει και γι΄ αυτούς πίεση λόγω των τουριστικών πρακτόρων. Ωστόσο, μία καλή συνεργασία ανάμεσα στους δυο κλάδους θα μπορούσε ν΄ αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού και να δημιουργήσει προϋποθέσεις για την αύξηση των μεγεθών του γαστρονομικού τουρισμού, που θα ωφελήσει και τις δυο πλευρές.
Τα στοιχεία από τον όμιλο IMARC δείχνουν ότι η τάση για τη γαστρονομία παρουσίασε άνοδο στα 1,1 δις δολάρια το 2025 και αναμένεται να φτάσει στα 4,2 δις δολάρια έως το 2033. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι όλο και περισσότεροι θέλουν να «γευτούν» έναν προορισμό, δηλαδή να συνδεθούν με τα τοπικά τρόφιμα και τους οίνους, τις μπίρες, τα αποστάγματα.
ΠΩΣ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΕΤΑΙ Ο ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ
Η αλλαγή αυτή είναι ποιοτική και δείχνει μία σειρά από αλλαγές, που μπορούν να γίνουν σε συνεργασία με τους παραγωγούς ή από τους παραγωγούς προς τα ξενοδοχεία ή την αγορά. Ο γαστρονομικός τουρισμός δεν μπορεί να αφήσει εκτός πεδίου και τους δήμους, που έχουν να παίξουν ρόλο σε συνεργασία με τους τοπικούς συνεταιρισμούς και τα ξενοδοχεία, καθώς οι ταξιδιώτες, που ασχολούνται με τον γαστρονομικό τουρισμό ενδιαφέρονται για:
1.Τοπικά προϊόντα και ποτά, που δείχνουν και την αυθεντικότητα ενός προορισμού. Αυτό είναι το πιο ισχυρό ατού των Ελλήνων παραγωγών, που ήδη έχει αναδειχτεί μέσα από το ξενοδοχειακό πρωινό και άλλες δράσεις σε συνεργασία με το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδος. Η στροφή στα τοπικά προϊόντα δεν έχει μόνο θετικό αποτύπωμα για τους παραγωγούς αλλά και για το περιβάλλον, διότι έχουν χαμηλό ανθρακικό αποτύπωμα, αφού χρησιμοποιούνται στην περιοχή που παράγονται.
2.Τρόφιμα, που συνάδουν με την ευεξία και τη βελτίωση της υγείας. Πρόκειται για την τάση, που άρχισε τα προηγούμενα χρόνια και αφορά τρόφιμα που ανήκουν στην κατηγορία των υπερτροφών, τρόφιμα με χαμηλά λιπαρά, ζυμαρικά που είναι κατάλληλα για άτομα με διαβήτη κ.ά. Αυτή η τάση αφορά στον ασημένιο κυρίως τουρισμό, αλλά και σε άτομα που γενικά ασχολούνται συστηματικά με τη διατροφή τους, αθλητές κ.ά. Αυτή η τάση εκτός από τον γαστρονομικό τουρισμό συνδέεται στενά και με τον ιαματικό τουρισμό στις λουτροπόλεις κ.ά.
3. Φυτικά Τρόφιμα, καθώς αυξάνεται διεθνώς η τάση του βιγκανισμού κι αυτό αφορά και στους τουρίστες και σε ξενοδοχεία και ταβέρνες/εστιατόρια. Τα κηπευτικά βελτιώνουν διαρκώς τα μεγέθη τους λόγω της αύξησης των βίγκαν, που ζητούν τα δικά τους μενού στα ξενοδοχεία αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρχει ζήτηση για ζωικά τρόφιμα, διότι αλλάζουν οι διατροφικές συνήθειες ατόμων, που σε ξένες χώρες, έχουν ήδη βελτίωση του εισοδήματος.
4. «Φαγητό του δρόμου» ειδάλλως Street food, που αφορά παζάρια ή φαγώσιμα, που αφορούν σουβλάκια, σάντουιτς με τοπικές γεύσεις, πίτες κ.ά., όπου μπορούν να πρωταγωνιστήσουν ακόμη και μητροπόλεις, όπως είναι η Θεσσαλονίκη. Το φαγητό του δρόμου μπορεί εκ πρώτης όψεως να μην απασχολεί ιδιαίτερα τους Έλληνες παραγωγούς. Όμως, βελτιώνει τη ζήτηση σε τρόφιμα και υλικά, όπως π.χ. το αλεύρι, το σπανάκι, κολοκύθι κ.ά.
5. Γαστρονομικά Φεστιβάλ με τοπικές γεύσεις, παραδοσιακά γλυκά κ.ά. Γευσιγνωσίες και οινοποσίες με σχεδιασμό συγκεκριμένων διαδρομών σε αστικά κέντρα αλλά και σε χωριά σε συνεργασίες με συνεταιρισμούς, τοπικά οινοποιεία, τοπικές μπίρες, αποστάγματα κ.ά.
6. Λατρευτικά έθιμα που είναι συνδεδεμένα με τοπική κουζίνα, π.χ. κουρμπάνια, όπως συμβαίνει στη Θράκη, στη Λέσβο, στη Δυτική Μακεδονία κ.ά.
7.Ξεναγήσεις σε αμπελώνες, ελαιώνες, εκτροφές, ελαιουργεία, οινοποιητικές μονάδες, τυροκομεία, μύλους κ.ά., που γίνονται σε περιορισμένο βαθμό και σήμερα στη χώρα μας αλλά και συμμετοχή σ΄ αυτές. Προς το παρόν οι εκτροφές βγαίνουν εκτός πεδίου για λόγους βιοασφάλειας αλλά αυτό μπορεί ν΄ αλλάξει στο άμεσο μέλλον.
8. Τοπικά αλιεύματα. Γαστρονομικός τουρισμός σε συνάρτηση με τον αλιευτικό τουρισμό, που περιλαμβάνει ψάρεμα με τη συμμετοχή τουριστών, ξενάγηση σε μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας κ.ά.
9. Τρόφιμα που αφορούν στη βελτίωση της σεξουαλικής υγείας και της γονιμότητας. Ξεναγήσεις λ.χ. σε μονάδες οστρακοκαλλιέργειας.
10. Ξενάγηση σε λαϊκές αγορές, ψαραγορές και παζάρια, που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον π.χ. στη Θράκη με ιδιαίτερα αρώματα και χρώματα, που δημιουργούν νέες εμπειρίες αλλά και μία νέα αγορά στον επισκέπτη. Το ενδιαφέρον υπάρχει σε ορισμένες αγορές αλλά και σε μεγάλες αγορές όπως είναι η Βαρβάκειος ακόμη και στην Αττική. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αγορές ξηρών καρπών και μπαχαρικών, που η χώρα μας δεν διαθέτει μεγάλο μερίδιο αγοράς και κυρίως αφορά εισαγόμενα προϊόντα. Όμως, υπάρχει περιθώριο για ανάπτυξη αυτής της ξενάγησης και στις λαϊκές αγορές και στις ψαραγορές κ.ά.
11. Τρόφιμα με χαμηλό ανθρακικό αποτύπωμα, για όσους ενδιαφέρονται για τον γαστρονομικό τουρισμό αλλά επιδιώκουν και βελτίωση του φυσικού περιβάλλοντος με χρήση λιγότερου νερού κ.ά. Μεταξύ των προϊόντων, που κατατάσσονται σ΄ αυτή την περίπτωση και καταναλώνονται καθημερινά στο τραπέζι λ.χ. είναι το μέλι αλλά και γενικότερα τα προϊόντα της κυψέλης. Καλό είναι σε τέτοιου είδους προϊόντα να είναι προσεγμένες και οι συσκευασίες με την αποφυγή όσο γίνεται του πλαστικού.
12. Μονάδες με βιολογικά τρόφιμα – ποτά : Οι ταξιδιώτες που ασχολούνται με τον γαστρονομικό τουρισμό ενδιαφέρονται κυρίως για τα βιολογικά τρόφιμα κι αποφεύγουν συνήθως τα συμβατικά. Επομένως, οι μοναδικές βιολογικής καλλιέργειας / εκτροφής είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος τους, εφόσον είναι πιστοποιημένες.




