Το ζήτημα της πολιτικής αγροτικής γης τέθηκε από βουλευτές διαφορετικών κομμάτων, κατά τις συνεδριάσεις της Διακομματικής Αγροτικής Επιτροπής της Βουλής, υπό τον πρόεδρο Γιάννη Οικονόμου.
Συγκρίνοντας, δε, τις απέραντες εκτάσεις της Λατινικής Αμερικής με τις ελληνικές, εν όψει της Mercosur, οι Έλληνες γεωργοί και κτηνοτρόφοι μοιάζουν εκ των προτέρων, ήρωες. Σαν να μην έφτανε ο μικρός κλήρος, σε κάμπους «φυτρώνουν» φωτοβολταϊκά πάνελ και σε βοσκοτόπια βουνών ανεμογεννήτριες ενώ στις νησιωτικές περιοχές, η αγροτική γη είναι περιορισμένη και την ανταγωνίζονται έντονα τουριστικά και οικιστικά συμφέροντα.
Όπως τονίστηκε στη Διακομματική Αγροτική Επιτροπή, μόλις το 3% των παραγωγών στην Ελλάδα διαθέτει γη άνω των 300 στρεμμάτων. Το 46% των παραγωγών, δηλαδή περίπου 250.000 διαθέτουν λιγότερα από 20 στρέμματα καλλιέργειας.
Ωστόσο, ο μέσος όρος της Δανίας είναι 700 στρέμματα, όπως ειπώθηκε από την πρώην υπουργό Ντόρα Μπακογιάννη και στην Ολλανδία, είναι κοντά στα 345 στρέμματα. Αντίθετα, το 40% περίπου της ελληνικής γης παραμένει ακαλλιέργητη, για κληρονομικούς ή άλλους λόγους.
Η πραγματική έλλειψη γης
Στο ζήτημα του μικρού κλήρου έκανε κοινοβουλευτική παρέμβαση κι ο βουλευτής της ΝΔ (και γεωπόνος) Ανδρέας Κατσανιώτης, ο οποίος εξήγησε πως η αγροτική γη δεν είναι κάτι αφηρημένο ούτε μπορεί όλη να καλλιεργηθεί. Σημείωσε ότι στη δική του εκλογική περιφέρεια (Αχαΐα) είναι πάρα πολύ δύσκολη υπόθεση να βρει κάποιος γη για να καλλιεργήσει σε πεδινές ή ακόμη και σε ημιορεινές περιοχές. Βεβαίως, το ίδιο πρόβλημα θέτουν και οι παραγωγοί των νησιών και της Κρήτης, οι οποίοι δυσκολεύονται να βρουν να ενοικιάσουν είτε για φυτική είτε για ζωική παραγωγή.
Ο μικρός κλήρος και η νέα πραγματικότητα
Βεβαίως, κοιτάζοντας τις αγροτικές περιοχές η εικόνα δεν είναι στατική. Παλαιότερα, άνθρωποι με κάτω από δέκα στρέμματα καπνού μπασμά στα ορεινά της Θράκης, μεγάλωσαν παιδιά κι εγγόνια και σήμερα φεύγουν εποχικοί μετανάστες, για ν΄ ανταποκριθούν στα έξοδα. Η αλλαγή της πολιτικής για τον καπνό από την Κοινότητα και τον ΠΟΥ δημιούργησε καλύτερες συνθήκες για τη γενική υγεία του πληθυσμού αλλά κατέστρεψε την παραγωγή ελληνικού καπνού, που δεν ερεύνησε τυχόν άλλες δυνατότητές του (λ.χ. ο καπνός χρησιμοποιούνταν παραδοσιακά για την επούλωση πληγών).
Ενώ επανειλημμένα έχει τεθεί στη Βουλή, στο ΥΠΑΑΤ αλλά και στις προτάσεις των κομμάτων το ζήτημα της κατάτμησης της αγροτικής γης, λόγω κληρονομικού δικαίου, αυτό που δεν ειπώθηκε, είναι πως υπάρχουν και περιοχές που δεν έχουμε κατάτμηση αλλά το πρόβλημα είναι εξίσου σοβαρό.
Το διαφορετικό παράδειγμα της Καρπάθου με τον μεγάλο κλήρο
Το παράδειγμα της Καρπάθου είναι κραυγαλέο ότι ακόμη κι όπου υπάρχει μεγάλος κλήρος δεν είναι απαραίτητο να καλλιεργείται η γη. Λόγω του εθίμου του Κανακάρη και της Κανακαράς δεν υπήρξε κατάτμηση γαιών αλλά υπάρχουν ολόκληρες αγροτικές περιοχές έχουν εγκαταλειφθεί κι αφεθεί στην τύχη τους κυρίως λόγω της μετανάστευσης. Σε άλλες περιοχές της Ελλάδας αντίστοιχα έχουμε προβλήματα λόγω διενέξεων για την κληρονομία μεταξύ συγγενών, διενέξεων μεταξύ κράτους – ιδιωτών κ.ά., δημοσίων έργων, που με το αιτιολογικό τυχών επεκτάσεων, κρατούν σε «ομηρία» αγροτική γη επί δεκαετίες.
Αγκάθια, προοπτικές και προβλήματα για την πολιτική γης
Α) Εκκλησιαστική γη: Εξίσου σοβαρό είναι πως ένα κομμάτι της αγροτικής γης είναι εκκλησιαστική και μοναστηριακή και δεν υπάρχει σαφής εικόνα για τις καλλιεργήσιμες γαίες. Ανήκει στην ορθόδοξη εκκλησία ή σε μοναστήρια της κι ένα άλλο μικρότερο κομμάτι της ανήκει λ.χ. στην καθολική εκκλησία. Αυτή η κατάσταση συνήθως είτε λειτουργεί προς όφελος των παλαιών παραγωγών, που έχουν λ.χ. παλιά συμβόλαια, αλλά εμποδίζει τους νέους, ή η γη διατίθεται μέσω διαγωνισμών, οπότε πάλι υπάρχουν προβλήματα, γιατί πιο ελκυστικοί πελάτες είναι οι εταιρείες. Υπάρχουν βέβαια και κομμάτια της αγροτικής γης, που τα καλλιεργούν μοναχοί ή μοναχές και μάλιστα από μερικές μονές παράγονται εξαιρετικής ποιότητας προϊόντα.
Β) Δημοτική/Περιφερειακή Γη: Επανειλημμένα έγιναν προσπάθειες να υπάρξει ένα βελτιωμένο θεσμικό πλαίσιο για τις σχολάζουσες γαίες δήμων και κάποιες χορηγήθηκαν κιόλας σε αγρότες. Όμως, έχουν υπάρξει κατά καιρούς παράπονα από αγρότες για φωτογραφικούς διαγωνισμούς, διαμαρτυρίες, πως δεν υπάρχει ομαλοποίηση στις ημερομηνίες και λόγω γραφειοκρατίας βγαίνουν εκτός καλλιεργητικών περιόδων ενώ τίθεται ζήτημα μακρόχρονης ενοικίασης.
Γ) Αγροτική Γη καθ΄ ύψος: Πέρα από τις αλλαγές στον αγροτικό χώρο μετά τη δημιουργία των θερμοκηπίων σε παρελθούσες δεκαετίες δεν συζητήθηκε το ζήτημα της αγροτικής γης, καθ΄ ύψος, δηλαδή της παραγωγής συγκεκριμένων προϊόντων με τη λεγόμενη κάθετη γεωργία. Φυσικά έχει μεγάλο κόστος για να μπει ένας αγρότης μόνος του. Όμως, θα ήταν μία λύση, ειδικά σε περιοχές που η γη, έχει φτάσει στα όρια της και δεν υπάρχει κλήρος για ενοικίαση ή είναι πανάκριβος.
Δ) Αναδασμοί που έχουν καταντήσει γεφύρι της Άρτας: Χαρακτηριστικό το παράδειγμα του αναδασμού στο Μαργαρίτι Θεσπρωτίας, όπου οι κάτοικοι περιμένουν εδώ και 36 χρόνια για να ολοκληρωθεί κ.ά. Το ζήτημα των προβληματικών αναδασμών υπάρχει σε αρκετές περιοχές της Ελλάδας και θα μπορούσε ν΄ αυξήσει τον γεωργικό κλήρο.
Ε) Αύξηση της παραγωγικής γης μέσα από αρδεύσεις: Ο όρος αγροτική γη δεν είναι φυσικά ίδιος με τη γη καθεαυτή. Δεν είναι κατάλληλα όλα τα εδάφη για να φυτευτούν ούτε έχουν την ίδια καλή απόδοση (π.χ. λόγω εδάφους, αέρηδων κ.ά.). Επομένως το ζήτημα των αρδεύσεων παραμένει σημαντικό για τη βελτίωση της αγροτικής γης, ώστε περισσότερα χωράφια να γίνουν αρδευόμενα και επομένως κατάλληλα για νέες φυτεύσεις.
ΣΤ) Περιοχές που δασώθηκαν λόγω εγκατάλειψης. Υπάρχουν αγροτεμάχια και βοσκοτόπια, που έχουν «κλείσει», μόνο και μόνο λόγω μετανάστευσης και πλέον «διαβάζονται» ως δασικές περιοχές ενώ δεν είναι. Ορισμένα από αυτά, με κάποιες μικρές παρεμβάσεις θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν.