Τις προβλέψεις του για την φετινή παραγωγή επιτραπέζιας ελιάς αλλά και τα προβλήματα στις εξαγωγές, ανέφερε στον ΑγροΤύπο πρόεδρος της ΠΕΜΕΤΕ (Πανελλήνια Ένωση Μεταποιητών – Τυποποιητών – Εξαγωγέων Επιτραπέζιων Ελιών) κ. Κώστας Ζούκας.
Όπως τόνισε όσον αφορά τον όγκο της ηρτημένης παραγωγής φαίνεται ότι το 2026 αναμένεται να έχουμε μια κανονική παραγωγή. Επειδή όμως τα τελευταία χρόνια έχουμε συνεχώς νέες φυτεύσεις ελαιόδεντρων στην χώρα μας είναι δύσκολο να έχουμε ελλειματικές παραγωγές. Οι καιρικές συνθήκες και η κλιματική αλλαγή τα επόμενα χρόνια θα επηρεάζει όχι την ποσότητα αλλά την ποιότητα των ελιών.
Για την ποικιλία Χαλκιδικής η φετινή παραγωγή αναμένεται να κυμανθεί σε φυσιολογικά επίπεδα. Υπάρχει όμως πρόβλημα με τα αυξημένα αποθέματα από την προηγούμενη ελαιοκομική περίοδο (2025/26), που έχουν αποκτηθεί σε υψηλό κόστος.
Αυτό οφείλεται στην αυξημένη παραγωγή που είχαν πέρσι σε Ισπανία, Αίγυπτο και Μαρόκο. Από την άλλη υπήρξε πρόβλημα στο διεθνές εμπόριο λόγω υψηλού πληθωρισμού και γεωπολιτικών προβλημάτων.
Για τις ελιές ποικιλίας Καλαμών φαίνεται φέτος να έχουμε μια καλή παραγωγή.
Στις ελιές Αμφίσσης (Κονσερβολιά) αναμένουμε φέτος μια μειωμένη παραγωγή σε σχέση με πέρσι, που ήταν όμως σε υψηλά επίπεδα. Τα τελευταία χρόνια έχει μειωθεί η ζήτηση για εξαγωγές στις Αμφίσσης και για αυτό σε αντίθεση με τις άλλες δύο ποικιλίες δεν έχουμε νέες φυτεύσεις.
Συνολικά οι ελληνικές εξαγωγές φαίνεται από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ να είναι μειωμένες κατά 1% σε αξία και 2,2% σε ποσότητα. Επίσης τον τελευταίο χρόνο έχουμε μια αύξηση του κόστους μεταφορών κατά 30% και των υλικών συκευασίας κατά 20%. Σε αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε και την αύξηση του κόστους των εργατικών. Ακόμη είναι σίγουρο ότι το κόστος της ελαιοκαλλιέργειας στην χώρα μας είναι πολύ πιο αυξημένο σε σχέση με την Ισπανία. Αυτό το κόστος μεταφέρεται και στην μεταποίηση. Όλα αυτά έχουν φέρει μια μειωμένη ανταγωνιστικότητα στις ελληνικές εξαγωγές επιτραπέζιων ελιών.
Προβλήματα έχουμε στις εξαγωγές προς τις ΗΠΑ λόγω της πολιτικής των δασμών (10%) κάτι που έχει σαν αποτέλεσμα την μείωση της ζήτησης.
Θα πρέπει ακόμη να επισημάνουμε ότι ολόκληρος ο ευρωπαϊκός κλάδος επιτραπέζιας ελιάς είναι «αδικημένος» από την εμπορική συμφωνία ΕΕ–Mercosur γιατί δεν έχουμε μείωση των δασμών για το προϊόν. Αυτό μας έχει δημιουργήσει πρόβλημα στις εξαγωγές στην αγορά της Βραζιλίας, που έχουμε ζήτηση αλλά έχει πλεονέκτημα η Αργεντινή γιατί δεν έχει δασμούς.
«Καμπανάκι» για ανταγωνιστικότητα εξαγωγών ελληνικής επιτραπέζιας ελιάς – Αναγκαία όσο ποτέ η στήριξη της Πολιτείας
Με συγκρατημένη αισιοδοξία για τη νέα εσοδεία πραγματοποιήθηκε, στις 5/9/2026, στη Λάρισα, η ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση της ΠΕΜΕΤΕ. Με περισσότερο από το 90% της συνολικής εγχώριας ετήσιας παραγωγής να κατευθύνεται σε περισσότερες από 100 χώρες, ο κλάδος της επιτραπέζιας ελιάς έχει κατεξοχήν εξαγωγικό χαρακτήρα, γεγονός που τον καθιστά ιδιαίτερα εκτεθειμένο στις γεωπολιτικές αναταράξεις, τις διαταραχές του διεθνούς εμπορίου και τις δυσλειτουργίες της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας.
Παράλληλα, η ισχυρή εξάρτηση από την πρωτογενή παραγωγή τον καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτο στις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης. Οι τρέχουσες συνθήκες που επικρατούν, προκαλούν πρωτοφανείς αυξήσεις του λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων. Το υψηλό κόστος ενέργειας με τις αλυσιδωτές επιδράσεις στο κόστος των υλικών συσκευασίας, των πρώτων υλών, των μεταφορών, αλλά και το υψηλό μισθολογικό κόστος όταν δεν συνοδεύεται με μείωση των εργοδοτικών εισφορών, συρρικνώνουν την κερδοφορία του κλάδου, ενώ ταυτόχρονα περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα του προϊόντος στις διεθνείς αγορές.
Στην εξίσωση προστίθεται η χαμηλή παραγωγικότητα του πρωτογενούς τομέα, ως αποτέλεσμα του ανεπαρκούς μέχρι σήμερα εκσυγχρονισμού του που επιφέρει υψηλό κόστος πρώτης ύλης, περιορίζοντας την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής μεταποίησης και των εξαγωγών, έναντι χωρών που έχουν προχωρήσει νωρίτερα στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και προσαρμογές στον ελαιοκομικό τους τομέα.
Ανεπάρκειες καταγράφονται και στην πλευρά της ζήτησης, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και οι ειδικές συνθήκες που επικρατούν σε βασικές εισαγωγικές χώρες, όπως οι δασμοί στις ΗΠΑ και η δυσμενής οικονομική συγκυρία στη Γερμανία μειώνουν την καταναλωτική δαπάνη και έχουν αρνητική επίδραση στη ζήτηση για το ελληνικό προϊόν. Παράλληλα, στην Αυστραλία, χάνεται μερίδιο της αγοράς, καθώς το αιγυπτιακό προϊόν εντείνει τον ανταγωνισμό, κυρίως λόγω των σημαντικά χαμηλότερων τιμών του.
Οι πιέσεις αυτές αποτυπώνονται ήδη στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ: το πρώτο εξάμηνο του 2026 οι εξαγωγές επιτραπέζιων ελιών μειώθηκαν κατά 0,99% σε αξία και 2,25% σε όγκο, ανακόπτοντας την πολυετή ανοδική πορεία. Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά το ιστορικό ρεκόρ του 2025, με εξαγωγές €872 εκατ. και 282 χιλ. τόνων, ενώ την τελευταία δεκαετία η αξία των εξαγωγών αυξήθηκε κατά 115% και ο όγκος κατά 61%, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα, την προσαρμοστικότητα και την εξωστρέφεια του κλάδου.
Η φετινή παραγωγή αναμένεται να κυμανθεί σε φυσιολογικά επίπεδα, αντίστοιχα με αυτά των δύο τελευταίων ετών. Ωστόσο, την έναρξη της νέας εμπορικής περιόδου επιβαρύνουν επιπλέον τα αυξημένα αποθέματα ποικιλίας "Χαλκιδική" από την προηγούμενη ελαιοκομική περίοδο (2025/26), που έχουν αποκτηθεί σε υψηλό κόστος. Ο κλάδος καλείται να εξασφαλίσει ισορροπία μεταξύ του περιορισμού των απωλειών του από τα ως άνω αποθέματα και την διασφάλιση του αγροτικού εισοδήματος για την νέα ελαιοκομική περίοδο (2026/27), χωρίς όμως να υποθηκευτεί η ανταγωνιστικότητα του προϊόντος.
Την πρόκληση αυτή δεν μπορεί να την επωμισθούν αποκλειστικά οι μεταποιητικές και εξαγωγικές επιχειρήσεις, οι οποίες ήδη απορροφούν σημαντικό μέρος των αυξήσεων του κόστους και των αναταράξεων των διεθνών αγορών, ενώ συνεχίζουν να επενδύουν τόσο σε υλικοτεχνική υποδομή, όσο και στη διατήρηση των υφιστάμενων και στο άνοιγμα νέων αγορών.
Η ΠΕΜΕΤΕ έχει επανειλημμένα επισημάνει την ανάγκη για στοχευμένες και έγκαιρες παρεμβάσεις της Πολιτείας, οι οποίες όμως δεν εισακούσθηκαν.
Στην σημερινή συγκυρία, η στήριξη της Πολιτείας προς τον κλάδο καθίσταται περισσότερο αναγκαία από ποτέ, με συγκεκριμένες προτεραιότητες:
1) Τη δημιουργία Μητρώου Συσκευαστηρίων Επιτραπέζιων Ελιών, ως θεσμικού εργαλείου για την οργάνωση, εποπτεία και ιχνηλασιμότητα της αλυσίδας του προϊόντος.
2) Την μείωση του ενεργειακού και μη μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων,
3) Την διασφάλιση πραγματικής αμοιβαιότητας στις διεθνείς εμπορικές συμφωνίες, με έμφαση στην ετεροβαρή συμφωνία ΕΕ–Mercosur που δημιουργεί σημαντικές πιέσεις στους όρους ανταγωνισμού για τον ευρωπαϊκό και ελληνικό κλάδο.
4) Την τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων αξιολόγησης και εκταμίευσης των επενδυτικών προγραμμάτων, καθώς οι καθυστερήσεις περιορίζουν τη ρευστότητα των επιχειρήσεων και υπονομεύουν τον αναπτυξιακό σκοπό τους.
5) Τον εκσυγχρονισμό και τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στον πρωτογενή τομέα του κλάδου της επιτραπέζιας ελιάς με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας.
Παράλληλα, ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην ίδρυση της European Federation of Olive Industry (EFOI), πρωτοβουλία στην οποία η ΠΕΜΕΤΕ είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, μαζί με τις αντίστοιχες οργανώσεις της Ιταλίας (ASSOM) και της Ισπανίας (ASEMESA). Η EFOI καλύπτει ένα διαχρονικό θεσμικό κενό στην ευρωπαϊκή εκπροσώπηση του κλάδου, παρέχοντας πλέον ένα κοινό πλαίσιο συντονισμού και παρέμβασης, ενισχύοντας την δυνατότητα των ελληνικών επιχειρήσεων να διεκδικούν τις θέσεις τους στο ανώτερο ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η ανακοπή της εξαγωγικής δυναμικής αποτελεί σαφές προειδοποιητικό μήνυμα που δεν μπορεί να αγνοηθεί. H Πολιτεία οφείλει να περάσει άμεσα από τις διαπιστώσεις στις πράξεις.