Μόνιμη λύση για μειωμένο ΦΠΑ τουλάχιστον σε ό, τι αφορά νησιά με πληθυσμό κάτω των 20.000 κατοίκων, ζήτησαν εκπρόσωποι φορέων που συμμετείχαν στη συνεδρίαση της αρμόδιας Υποεπιτροπής Νησιωτικών Περιοχών της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Περιφερειών της Βουλής. Ταυτόχρονα επισημάνθηκε η ανάγκη η Τοπική Αυτοδιοίκηση να λειτουργήσει ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον τουρισμό και τον πρωτογενή τομέα ώστε να διασφαλίσουν οι νησιώτες ένα αξιοπρεπές εισόδημα και να υπάρξει βελτίωση των εξαγωγών.
Οι εκπρόσωποι φορέων κατέθεσαν προτάσεις για μία πιο στοχευμένη, νησιωτική πολιτική, η οποία θα βασίζεται στις πραγματικές ανάγκες και στα προβλήματα αλλά ταυτόχρονα θ΄ αναδεικνύει και την ιδιαίτερη πολιτισμική και γαστρονομική ταυτότητα των νησιών. Προς αυτή την κατεύθυνση ζήτησαν να υπάρξει μέριμνα και για μειωμένο καθεστώς ΦΠΑ, που μέσα στα χρόνια της οικονομικής κρίσης κόπηκε αλλά και μία σειρά από αλλαγές, που θα προωθούν το τρίπτυχο: Τοπική Αυτοδιοίκηση – Τουρισμός – Τοπικά Προϊόντα.
ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΔΗΜΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΤΟΠΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ
Μάλιστα, ο πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Τοπικής Αυτοδιοίκησης της ΚΕΔΕ και πρώην δήμαρχος Σάμου, Μιχάλης Αγγελόπουλος προχώρησε ένα βήμα παραπάνω: υποστήριξε πως οι δήμοι οφείλουν να αποκτήσουν ολοκληρωμένη στρατηγική για το εμπόριο και την επιχειρηματικότητα, ώστε να στηρίξουν ουσιαστικά τα τοπικά προϊόντα της περιοχής τους.
Όπως επισημάνθηκε, οι παραγωγοί και οι επιχειρήσεις των νησιών εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωποι με υψηλό μεταφορικό κόστος, δυσκολία πρόσβασης στις αγορές, περιορισμένη παραγωγική κλίμακα, έντονη εποχικότητα και εμπόδια στη χρηματοδότηση. Πρόκειται για μειονεκτήματα που μεταβάλλονται ανάλογα με το μέγεθος και την απόσταση κάθε νησιού από τα αστικά κέντρα, μπορούν όμως να εξισορροπηθούν σε έναν βαθμό, εφόσον ο τουρισμός λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης.
ΣΥΝΔΕΣΗ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗΣ ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑΣ ΜΕ ΕΞΑΓΩΓΕΣ
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στη μεγαλύτερη διασύνδεση της νησιώτικης γαστρονομίας με τον τουρισμό, καθώς εκτιμάται ότι μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά τόσο για την εγχώρια κατανάλωση όσο και για την προώθηση των ελληνικών αγροτικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις νέες ψηφιακές δυνατότητες προβολής των τοπικών προϊόντων μέσα από τους δήμους. Ως παράδειγμα παρουσιάστηκε ψηφιακή πλατφόρμα από το νησί της Σάμου, που προσέλκυσε χιλιάδες επισκέπτες συμβάλλοντας στην ανάδειξη της τοπικής γαστρονομίας και των παραδοσιακών προϊόντων. Αντίστοιχα, κατατέθηκε η πρόταση δημιουργίας ενός «Xaniafood.gr», όπου γνωστοί σεφ θα παρουσιάζουν διαδικτυακά συνταγές και τοπικά προϊόντα, ενισχύοντας τη σύνδεση της γαστρονομικής ταυτότητας με την τουριστική εμπειρία.
Ο κ. Αγγελόπουλος αναφέρθηκε στην αναγκαιότητα θεσμοθέτησης των Τοπικών Συμβουλίων Εμπορίου σε κάθε νησιωτικό δήμο, με τη συμμετοχή εμπόρων, παραγωγών, επιμελητηρίων. Αυτό, όπως υποστήριξε, θα μπορούσε να είναι ένα πρώτο βήμα, στην ενίσχυση διοικητικής ικανότητας των νησιωτικών ΟΤΑ. Όπως εξήγησε έχουν γίνει ήδη προσπάθειες και εξειδικευμένα προγράμματα κατάρτισης για αιρετούς και υπαλλήλους στη χρηματοδότηση της εμπορικής ανάπτυξης.
Από την άλλη πλευρά, στην Υποεπιτροπή Νησιωτικών Περιοχών έγινε αναφορά στην ανάγκη προστασίας των τοπικών παραγωγών απέναντι στην πίεση των μεγάλων ηλεκτρονικών πλατφορμών αλλά και στη σημασία ενίσχυσης της ταυτότητας των ελληνικών προϊόντων μέσω πιστοποιήσεων και γεωγραφικών ενδείξεων προέλευσης.
ΠΟΣΟ ΣΥΝΕΙΣΦΕΡΕΙ Ο ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΤΟΜΕΑΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΣΤΟ ΑΕΠ
Στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην Υποεπιτροπή Νησιωτικών Περιοχών της Βουλής – κυρίως από τον πρόεδρο του Επιμελητηρίου Χανίων, Αντώνη Ροκάκη έδειξαν πως ο πρωτογενής τομέας συνεισφέρει περίπου το 10% της οικονομικής δραστηριότητας της Κρήτης. Μαζί με τη μεταποίηση τροφίμων το αγροδιατροφικό σύμπλεγμα, όπως εξήγησε, αγγίζει συνολικά το 15% της περιφερειακής οικονομίας.
Η Κρήτη, όπως ειπώθηκε, παράγει περίπου το 30% του ελαιόλαδου της χώρας και σχεδόν το 50% της θερμοκηπιακής παραγωγής. Παράλληλα, ο κλάδος τροφίμων και ποτών συνεχίζει να αποτελεί την κινητήρια δύναμη των εξαγωγών του νησιού, διατηρώντας ποσοστό άνω του 60% στο σύνολο των εξαγωγικών δραστηριοτήτων με το ελαιόλαδο και τα κηπευτικά να βρίσκονται στην κορυφή της ζήτησης.
Παρόλα αυτά, όπως ειπώθηκε, στα Χανιά το 2025 οι εξαγωγές εμφάνισαν μείωση 15% σε αξία σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αν και σε όγκο σημείωσαν αύξηση 6,7%. Η εικόνα αυτή αποδίδεται κυρίως στις διεθνείς διακυμάνσεις, που επηρεάζουν την αγορά του ελαιόλαδου, που παραμένει ο πολιορκητικός κριός στις εξαγωγές της περιοχής. Στο πλαίσιο αυτό υπογραμμίστηκε η ανάγκη ενίσχυσης της διασύνδεσης παραγωγής, εμπορίου και τουρισμού, με στόχο μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας να παραμένει στην τοπική οικονομία και τα κρητικά προϊόντα ν’ αποκτήσουν ισχυρότερη παρουσία στις διεθνείς αγορές.