Η αιγοπροβατοτροφία αποτελεί διαχρονικά έναν από τους σημαντικότερους παραγωγικούς κλάδους της Κοζάνης και ιδιαίτερα της περιοχής του Βοΐου, όπου η εκτροφή αιγοπροβάτων εξακολουθεί να αποτελεί βασική οικονομική δραστηριότητα για πολλές οικογένειες. Ωστόσο, η φετινή χρονιά εξελίσσεται κάτω από τη σκιά των περιορισμών που εξακολουθεί να επιβάλλει η ευλογιά των αιγοπροβάτων, επηρεάζοντας τόσο την καθημερινότητα των κτηνοτρόφων όσο και τη λειτουργία της αγοράς. Την ίδια στιγμή, η αυξημένη ζήτηση για γάλα και οι ικανοποιητικές τιμές παραγωγού αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας για τον κλάδο, παρά τις δυσκολίες που εξακολουθούν να προκαλούν οι ζωονόσοι.
Την εικόνα που διαμορφώνεται σήμερα στην περιοχή ανέλυσε στον ΑγροΤύπο ο ζωοτέχνης κ. Ιωάννης Χασιώτης, της Ομάδας Παραγωγών Γάλακτος του Αγροτικού Κτηνοτροφικού Συνεταιρισμού (ΑΚΣ) Βοΐου Κοζάνης.
Ισχυρή αιγοπροβατοτροφική περιοχή
Η Κοζάνη αποτελεί μία από τις σημαντικότερες περιοχές αιγοπροβατοτροφίας της χώρας, ενώ, πέρα από τις εκτροφές αιγοπροβάτων, διαθέτει και σημαντική βοοτροφία κρεοπαραγωγικής κατεύθυνσης. Σύμφωνα με τον κ. Χασιώτη, ο συνολικός πληθυσμός των αιγοπροβάτων στον νομό υπολογίζεται περίπου στις 250.000, ενώ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της περιοχής του Βοΐου και της Βλάστης αποτελεί η παρουσία μεγάλου αριθμού μετακινούμενων κοπαδιών, τα οποία κάθε χρόνο ανεβαίνουν από τη Θεσσαλία στα ορεινά βοσκοτόπια.
Ωστόσο, φέτος η εικόνα διαφοροποιήθηκε πλήρως. «Φέτος δεν ήρθε κανένα μετακινούμενο κοπάδι λόγω της απαγόρευσης που ισχύει εξαιτίας της ευλογιάς», σημείωσε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι αυτό δημιούργησε σημαντικό κενό και στον συνεταιρισμό, καθώς μέρος του γάλακτος που συγκεντρωνόταν προερχόταν από μετακινούμενους κτηνοτρόφους.
Η ευλογιά συνεχίζει να επηρεάζει την καθημερινότητα των εκτροφών
Το πρόσφατο επιβεβαιωμένο κρούσμα ευλογιάς των αιγοπροβάτων στην περιοχή των Σερβίων, κοντά στη λίμνη Πολυφύτου, επανέφερε στο προσκήνιο τις δυσκολίες που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι κτηνοτρόφοι της Κοζάνης. Όπως εξήγησε ο ζωοτέχνης, το νέο περιστατικό εμφανίστηκε έπειτα από περίπου οκτώ μήνες χωρίς κρούσμα στον νομό Κοζάνης, γεγονός που ουσιαστικά ανέκοψε την πορεία επιστροφής στην κανονικότητα. Παρότι η περιοχή είχε παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς νέο περιστατικό, δεν είχε ακόμη εξέλθει από την απαγορευμένη ζώνη, με αποτέλεσμα αρκετοί περιορισμοί να εξακολουθούν να ισχύουν. «Είχαμε οκτώ μήνες χωρίς κρούσμα στον νομό, όμως τώρα ουσιαστικά ξαναγυρίζουμε πίσω», ανέφερε.
Παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη εκτροφή ήταν μικρή και τα ζώα θανατώθηκαν άμεσα, οι περιορισμοί παραμένουν σε ισχύ, με σημαντικότερη συνέπεια τη συνεχιζόμενη απαγόρευση της βόσκησης, ενώ εξακολουθούν να εφαρμόζονται αυστηρά μέτρα στις μετακινήσεις ζώων, γάλακτος και ζωοτροφών. Παράλληλα, η περιοχή γύρω από το κρούσμα βρίσκεται σε ζώνη επιτήρησης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η απαγόρευση της βόσκησης αποτελεί σήμερα τον σημαντικότερο παράγοντα αύξησης του κόστους παραγωγής. «Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η απαγόρευση της βόσκησης. Εκεί ανεβαίνει πραγματικά το κόστος παραγωγής», τόνισε. Όπως εξήγησε, το παραγωγικό σύστημα της περιοχής βασίζεται στη μικτή εκτροφή, με τα ζώα να παραμένουν σταβλισμένα τους χειμερινούς μήνες και στη συνέχεια να αξιοποιούν τους φυσικούς βοσκότοπους. Η αδυναμία χρήσης των βοσκοτόπων οδηγεί σε αυξημένη κατανάλωση ζωοτροφών και συνεπώς σε μεγαλύτερο κόστος για τις εκμεταλλεύσεις.
Παράλληλα, σημαντικές δυσκολίες εξακολουθούν να προκαλούν οι διαδικασίες που απαιτούνται για τις σφαγές. Όπως εξήγησε, πριν από κάθε σφαγή πραγματοποιούνται δειγματοληψίες και εργαστηριακοί έλεγχοι, ενώ η υποστελέχωση των κτηνιατρικών υπηρεσιών έχει οδηγήσει σε μεγάλες καθυστερήσεις. «Υπήρχαν κτηνοτρόφοι που έσφαξαν τα αρνιά τους τον Ιούνιο, ενώ είχαν γεννηθεί τον Δεκέμβριο», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας το μέγεθος του προβλήματος που δημιουργήθηκε ιδιαίτερα την περίοδο του Πάσχα.
Οι καθυστερήσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα να χαθεί σημαντική ποσότητα γάλακτος, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις περιορίστηκε αισθητά και η διάρκεια της γαλακτικής περιόδου των ζώων. Αναφερόμενος στην ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου, επισήμανε ότι πλέον η διαδικασία εξαρτάται από την επιδημιολογική εικόνα ολόκληρης της χώρας. «Πρέπει να περάσουν έξι μήνες χωρίς κρούσμα σε όλη την επικράτεια για να μπορέσει να ξεκινήσει η ανασύσταση», εξήγησε.
Αυξημένη ζήτηση για γάλα και ικανοποιητικές τιμές παραγωγού
Παρά τις δυσκολίες που εξακολουθούν να δημιουργούν οι περιορισμοί λόγω ευλογιάς, η εικόνα της αγοράς γάλακτος παρουσιάζει σήμερα σαφώς πιο θετικά χαρακτηριστικά. Ο κ. Χασιώτης σημείωσε ότι οι τιμές παραγωγού βρίσκονται σε ικανοποιητικά επίπεδα, με το πρόβειο γάλα να πληρώνεται μέσω του συνεταιρισμού από 1,60 έως 1,65 ευρώ ανά κιλό, ενώ το γίδινο διαμορφώνεται περίπου στο 1 ευρώ ανά κιλό.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι, σε αντίθεση με όσα συχνά αναφέρονται, το κόστος των ζωοτροφών δεν έχει αυξηθεί σημαντικά το τελευταίο διάστημα, καθώς οι τιμές των δημητριακών και της μηδικής παραμένουν σχετικά συγκρατημένες. Όπως εξήγησε, μεγαλύτερη πίεση είχε ασκηθεί το προηγούμενο διάστημα από το ενεργειακό κόστος, το οποίο όμως εμφανίζει πλέον τάσεις αποκλιμάκωσης.
Την ίδια στιγμή, η ζήτηση για αιγοπρόβειο γάλα παραμένει ιδιαίτερα υψηλή. «Η ζήτηση για γάλα είναι μεγάλη. Όσο γάλα και να είχαμε, θα υπήρχε απορρόφηση, ενώ οι τιμές θα μπορούσαν να κινηθούν ακόμη υψηλότερα», ανέφερε.
Ο ίδιος επισήμανε ακόμη ότι, παρά τις συνέπειες των ζωονόσων, το ζωικό κεφάλαιο στην περιοχή δεν έχει μειωθεί σημαντικά σε σύγκριση με πριν από μία δεκαετία. Αντίθετα, εκείνο που παρουσιάζει σταθερή μείωση είναι ο αριθμός των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων, καθώς αρκετοί παραγωγοί εγκαταλείπουν το επάγγελμα λόγω μεγάλης ηλικίας και έλλειψης διαδοχής.
Συλλογική διάθεση γάλακτος και στήριξη των μικρών παραγωγών
Ο Αγροτικός Κτηνοτροφικός Συνεταιρισμός Βοΐου διαθέτει συνολικά περίπου 150 μέλη, ενώ η Ομάδα Παραγωγών Γάλακτος αριθμεί σήμερα 27 κτηνοτρόφους. Η ετήσια συγκέντρωση γάλακτος ανέρχεται περίπου στους 500 τόνους, έναντι περίπου 200 τόνων πριν από δύο χρόνια, γεγονός που αποτυπώνει τη σημαντική ανάπτυξη της ομάδας.
Το γάλα συγκεντρώνεται στις εγκαταστάσεις του συνεταιρισμού και στη συνέχεια διατίθεται σε γαλακτοβιομηχανία, ενώ όλοι οι παραγωγοί αμείβονται με ενιαία τιμή, ανεξάρτητα από το μέγεθος της εκμετάλλευσής τους. «Στόχος μας είναι να στηρίζουμε κυρίως τους μικρούς παραγωγούς, ώστε να πληρώνονται με την ίδια τιμή που πληρώνεται και ένας μεγάλος παραγωγός», υπογράμμισε.
Όπως εξήγησε, πολλοί από τους συνεργαζόμενους κτηνοτρόφους δραστηριοποιούνται σε απομακρυσμένες περιοχές, όπου χωρίς τον συνεταιρισμό θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολη ή ακόμη και ασύμφορη η διάθεση του γάλακτός τους. Σύμφωνα με τον ίδιο, εάν δεν υπήρχε το πρόβλημα της ευλογιάς, η φετινή χρονιά θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μία από τις καλύτερες των τελευταίων ετών για την αιγοπροβατοτροφία της περιοχής.
Κλείνοντας, ο κ. Χασιώτης εμφανίστηκε αισιόδοξος για τις προοπτικές του κλάδου, υπό την προϋπόθεση ότι θα ξεπεραστεί το πρόβλημα των ζωονόσων. «Εάν ξεκαθαρίσει η κατάσταση με τις ζωονόσους, πιστεύω ότι το μέλλον της αιγοπροβατοτροφίας μπορεί να είναι λαμπρό. Είναι ένας κλάδος που μπορεί να κρατήσει κόσμο στην ύπαιθρο και έχει πραγματική αξία παραγωγής, ανεξάρτητα από τις επιδοτήσεις», κατέληξε.

