Η εμφάνιση αφθώδους πυρετού στη Λέσβο επανέφερε με δραματικό τρόπο ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της σύγχρονης πολιτικής διαχείρισης επιζωοτιών. Πρόκειται για μια σύνθετη ισορροπία ανάμεσα στην επιδημιολογική και επισιτιστική ασφάλεια, στη διατήρηση των αυτόχθονων φυλών και την προστασία του εμπορικού καθεστώτος της χώρας με πολλαπλές επιπτώσεις στην κοινωνία και στην τοπική και εθνική οικονομία, γενικότερα. Η διαχείριση του αφθώδους πυρετού συνιστά ουσιαστικά έναν σύγχρονο «γόρδιο δεσμό», όπου συγκρούονται διαφορετικές προτεραιότητες και αντικρουόμενοι στόχοι.
Μέχρι στιγμής, οι αρμόδιες αρχές δείχνουν σταθερή προσήλωση στη γρήγορη ανάκτηση του καθεστώτος ‘ελεύθερη αφθώδους χωρίς εμβολιασμό’ (free from foot-and-mouth disease without vaccination) με κύριο στόχο τη διασφάλιση των ιδιαίτερα σημαντικών και αναπτυσσόμενων εξαγωγών φέτας (αποτιμώνται σε περίπου 800 εκατομμύρια ευρώ ετησίως) και λοιπών τυροκομικών προϊόντων. Το ερώτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσο η επιλογή αυτή μπορεί να παραμείνει διαχρονικά βιώσιμη υπό τις τρέχουσες επιδημιολογικές συνθήκες που διαμορφώνονται στην Ανατολική Μεσόγειο.
1. Το στέλεχος SAT1 και η νέα επιδημιολογική πραγματικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο
Η επιδημία στη Λέσβο αποκτά ιδιαίτερη σημασία γιατί εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα ταχείας γεωγραφικής εξάπλωσης του ‘εξωτικού΄ στελέχους SAT1 (Southern African Territories 1) του οποίου η μετάδοση ιστορικά περιοριζόταν κυρίως σε ενδημικές περιοχές της Ανατολικής και Νότιας Αφρικής. Το 2025, ακολουθώντας μια εκτεταμένη αλυσίδα διασποράς, το SAT1 επεκτάθηκε ταχύτατα από τις γνωστές ενδημικές περιοχές προς τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο και, στη συνέχεια, προς την Ευρώπη (Εικόνα 1).

Στην εγγύτερη γεωγραφική μας περιοχή, η πρώτη μεγάλη είσοδος του εν λόγω στελέχους καταγράφηκε στην Αίγυπτο και την Τουρκία το 2025, με την τελευταία να θεωρείται ότι λειτούργησε ως σημαντικός επιδημιολογικός ‘κόμβος διασποράς’ κατά την ίδια χρονική περίοδο (Εικόνα 2).

Υπό αυτές τις συνθήκες, η εμφάνιση του ιού στη Λέσβο ήταν πιθανότατα ζήτημα χρόνου, λόγω της μικρής γεωγραφικής απόστασης του νησιού από τις τουρκικές ακτές. Ωστόσο, η σημερινή γεωγραφική εικόνα της διασποράς του στελέχους SAT1 (Εικόνα 2) δείχνει ξεκάθαρα ότι η συζήτηση για αυτή τη σοβαρότατη διασυνοριακή ζωονόσο (transboundary animal disease, TAD) δεν πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στη Λέσβο. Αν κοιτάξουμε τον επιδημιολογικό χάρτη και τον τρόπο που κινείται το στέλεχος SAT1 στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, υπάρχουν αρκετές εναλλακτικές ‘πύλες εισόδου’ για την Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη. Ανάμεσα σε αυτές, τα υπόλοιπα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, τα χερσαία σύνορα του Έβρου (η Ανατολική Θράκη διατηρεί προς το παρόν το καθεστώς ‘ελεύθερη αφθώδους με εμβολιασμό’ - free from foot-and-mouth disease with vaccination), η διαδρομή της Βόρειας Αφρικής (μέσω Ιταλίας ή Ισπανίας) και τέλος η Κύπρος, η οποία αν και εφαρμόζει στοχευμένα μέτρα, λόγω γεωγραφικής θέσης και εγγύτητας με τη Μέση Ανατολή παραμένει ευάλωτη, αυξάνοντας τον κίνδυνο για τις χώρες με τις οποίες συνδέεται εμπορικά.
Με άλλα λόγια, η χώρας μας και η υπόλοιπη Ευρώπη βρίσκονται πλέον υπό αυξημένη επιδημιολογική πίεση και απαιτείται αλλαγή στη συνολική φιλοσοφία θωράκισης απέναντι σε αυτή τη πολυμέτωπη απειλή. Αν ο ιός «αποδράσει» προς την ηπειρωτική χώρα, οι συνέπειες για την εθνική και ευρωπαϊκή οικονομία θα είναι ανυπολόγιστες, υποσκελίζοντας κατά πολύ το όποιο βραχυπρόθεσμο όφελος από τη διατήρηση των εξαγωγών της φέτας. Αυτή η νέα πραγματικότητα καθιστά αναγκαία μια στρατηγική συνεχούς επιτήρησης και διαρκούς επιδημιολογικής ετοιμότητας, με δυνατότητα έγκαιρης υιοθέτησης κάθε διαθέσιμης στρατηγικής αντιμετώπισης της νόσου.
2. Η επιδημιολογική πορεία του SAT1 στη Λέσβο
Στο νησί, η αρχική φάση της επιδημίας χαρακτηρίστηκε από ταχεία ανακάλυψη πολλαπλών εστιών, υποδηλώνοντας πιθανή προϋπάρχουσα μετάδοση πριν ή αμέσως μετά την πρώτη επίσημη διάγνωση. Σε αρκετές εκτροφές έχουν αναφερθεί υψηλά ποσοστά μόλυνσης, γεγονός που συνάδει με τη ταχεία αερογενή μετάδοση και τη μετάδοση μέσω μολυσμένων αντικειμένων και υλικών (fomites), χαρακτηριστικές του SAT1 σε πυκνές χωρικές κατανομές εκτροφών μικρών μηρυκαστικών. Παρά την άμεση εφαρμογή περιοριστικών μέτρων - θανάτωση ζώων, ζώνες επιτήρησης, απαγορεύσεις μετακινήσεων και εντατικούς ελέγχους - η επιδημία δεν εκριζώθηκε, αλλά συνέχισε να δημιουργεί νέες εστίες μέσα σε διάστημα μόλις λίγων εβδομάδων (Εικόνα 3). Η επιδημία φαίνεται ότι επιβραδύνθηκε, χωρίς όμως τα εφαρμοζόμενα μέτρα να καταφέρουν να ελέγξουν επαρκώς τον ρυθμό εξάπλωσης της. Η εικόνα αυτή είναι συμβατή με:
-υποκλινική ή καθυστερημένα ανιχνευόμενη διασπορά,
-συνεχιζόμενη μετάδοση μεταξύ εκτροφών και
-πιθανή υπολειπόμενη κυκλοφορία του ιού σε ορισμένες περιοχές μέσω ανθρώπινης δραστηριότητας, μετακινήσεων ή μολυσμένου εξοπλισμού.
Παράλληλα, αναδείχθηκε με σαφήνεια η ιδιαίτερη σημασία των μικρών μηρυκαστικών στην επιδημιολογία της νόσου. Τα μικρά μηρυκαστικά συχνά εμφανίζουν ήπια ή ακόμα και υποκλινική εικόνα, γεγονός που δυσκολεύει την έγκαιρη ανίχνευση της λοίμωξης επιτρέποντας τη «σιωπηλή» διασπορά του ιού μεταξύ των εκτροφών. Η συνεχιζόμενη επιζωοτιολογική δραστηριότητα εντός της Λέσβου συντηρεί τον κίνδυνο επέκτασης της νόσου σε άλλες περιφέρειες της επικράτειας, καθιστώντας τα υφιστάμενα περιοριστικά μέτρα ανεπαρκή από μόνα τους. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση απαιτεί τη συμπλήρωση των κατασταλτικών μεθόδων με τη δημιουργία ‘τείχους ανοσίας’ σε επίπεδο πληθυσμού, με σκοπό τον δραστικό περιορισμό του ρυθμού αναπαραγωγής του ιού.
3. Όταν η ολική θανάτωση δεν είναι η βέλτιστη λύση
Με γνώμονα τη γρήγορη επαναφορά στο υγιεινομικό καθεστώς ‘ελεύθερη νόσου χωρίς εμβολιασμό’, οι αρμόδιες αρχές επέλεξαν ως αποκλειστική μέθοδο ελέγχου της επιδημίας την εφαρμογή της οριζόντιας θανάτωσης των μολυσμένων και ύποπτων ζώων (whole-herd stamping-out) (έχουν ανακοινωθεί περί τα 40.000 ζώα μέχρι σήμερα), σε συνδυασμό με αυστηρούς περιορισμούς μετακινήσεων και εντατική επιτήρηση. H συγκεκριμένη στρατηγική ελέγχου δεν αποτέλεσε τη βέλτιστη επιλογή για τη διαχείριση της επιδημίας στο νησί. Η προβατοτροφία του νησιού παρουσιάζει σημαντικές ιδιαιτερότητες, καθώς στηρίζεται σε μια μοναδική αυτόχθονη φυλή ιδιαίτερα προσαρμοσμένη σε ξηροθερμικές συνθήκες συνιστώντας σημαντική παρακαταθήκη για την επισιτιστική μας ασφάλεια υπό τις συνθήκες της κλιματικής κρίσης. Εκτός αυτού, η εκτροφή της αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της κοινωνικής, πολιτισμικής και οικονομικής συνοχής των τοπικών κοινοτήτων του νησιού. Για τους παραπάνω λόγους, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι ενώ μια ενδεχόμενη οικονομική ζημία είναι πάντοτε αναπληρώσιμη και οι αγορές αργά ή γρήγορα ανακάμπτουν, η απώλεια του γενετικού υλικού της φυλής Λέσβου είναι βιολογικά μη αναστρέψιμη, αποτελώντας μια οριστική και ανεπανόρθωτη εθνική απώλεια.
Υπό το πρίσμα αυτό και υπό την απειλή ενός λάθους που θα επιτρέψει στον ιό να ‘αποδράσει’ από το νησί, ήταν αναγκαίο να υιοθετηθούν εναλλακτικές στρατηγικές παρέμβασης. Μία τέτοια δυνατότητα προσφέρουν τα σύγχρονα εμβόλια και οι διαγνωστικές προσεγγίσεις τύπου DIVA (Differentiating Infected from Vaccinated Animals), οι οποίες επιτρέπουν τη διάκριση μεταξύ εμβολιασμένων και πραγματικά μολυσμένων ζώων. Η τεχνολογία αυτή έχει μεταβάλει σημαντικά τα δεδομένα της επιδημιολογικής διαχείρισης σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες. Ο εμβολιασμός ασφαλώς δεν αποτελεί ‘μαγική λύση’, ούτε μπορεί να υποκαταστήσει τη βιοασφάλεια, την ιχνηλάτηση και την επιτήρηση. Μπορεί, όμως, να λειτουργήσει ως κρίσιμο συμπληρωματικό εργαλείο περιορισμού της διασποράς, ιδιαίτερα όταν εφαρμόζεται έγκαιρα και στρατηγικά σε ζώνες υψηλού επιδημιολογικού κινδύνου δημιουργώντας ένα ‘τείχος ανοσίας’ γύρω από τις εστίες μόλυνσης. Ακόμη και αν υπάρξει αερογενής ή έμμεση μηχανική έκθεση, η παρουσία ζώων με τεχνητή ανοσία ανακόπτει την αλυσίδα μετάδοσης και τον περαιτέρω πολλαπλασιασμό του ιού. Υπό μία κρίσιμη, όμως, προϋπόθεση: η εφαρμογή του εμβολιασμού ως εργαλείου παρέμβασης πρέπει να γίνει έγκαιρα, δεδομένου ότι η καθυστερημένη εφαρμογή του μπορεί να περιορίσει σημαντικά την αποτελεσματικότητά του. Διαφορετικά, θα είναι εύκολο να υποστηριχθεί εκ των υστέρων ότι ο εμβολιασμός «απέτυχε», ενώ στην πραγματικότητα ενδέχεται να εφαρμόστηκε πολύ αργά ώστε να ανακόψει αποτελεσματικά τη διασπορά του ιού.

4. Η προστασία της προβατοτροφίας ως στρατηγική προτεραιότητα
Η προσπάθεια διατήρησης (ή ορθότερα η ταχύτερη ανάκτηση) του υγειονομικού καθεστώτος ‘ελεύθερη νόσου χωρίς εμβολιασμό’ για τη χώρα μας είναι σαφώς κατανοητή. Δεν αποτελεί απλώς έναν υγειονομικό χαρακτηρισμό αλλά ένα εμπορικό διαπιστευτήριο που επιτρέπει την πρόσβαση σε ευρωπαϊκές και λοιπές αγορές των ελληνικών τυροκομικών προϊόντων με έμφαση στη φέτα. Δεν πρέπει, όμως, να αντιμετωπίζεται ως αυτοσκοπός, αποκομμένος από τη βιωσιμότητα της τοπικής προβατοτροφίας και την επιβίωση των ανθρώπων που τη στηρίζουν. Έχει πλέον έρθει η στιγμή ο στοχευμένος εμβολιασμός να προκρίνεται με γνώμονα την αποτελεσματική προστασία των αυτόχθονων γενετικών πόρων, των παραγωγών και της τοπικής κτηνοτροφικής δραστηριότητας αντιλαμβανόμενοι ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει εξαγώγιμο προϊόν χωρίς ζώα και την πρώτη ύλη που αυτά παράγουν. Η φέτα και τα υπόλοιπα τυροκομικά προϊόντα δεν μπορούν να συνεχίσουν να αποτελούν εθνικό συγκριτικό πλεονέκτημα χωρίς βιώσιμη γαλακτοπαραγωγό προβατοτροφία, βασισμένη σε αυτόχθονες φυλές προβάτων.
Παράλληλα, παραμένει αμφίβολο κατά πόσο η εκτεταμένη εφαρμογή της θανάτωσης επαρκεί από μόνη της για να διασφαλίσει μακροπρόθεσμα τη διατήρηση του εμπορικού καθεστώτος της χώρας. Με άλλα λόγια, η μονομερής επιβάρυνση της Λέσβου δεν εγγυάται απαραίτητα τη μακροχρόνια προστασία, όταν η γεωγραφική πίεση εισόδου του ιού παραμένει ενεργή, διαρκής και πολυμέτωπη. Το παράδειγμα της Κύπρου υπενθυμίζει ότι ο εμβολιασμός, όταν εφαρμόζεται έγκαιρα και στοχευμένα, μπορεί να αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής αντιμετώπισης του αφθώδους πυρετού. Η νέα επιδημιολογική πραγματικότητα του SAT1 στην Ανατολική Μεσόγειο απαιτεί λιγότερη δογματική προσήλωση σε παραδοσιακές στρατηγικές τύπου stamping-out και μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα απέναντι στα πραγματικά επιδημιολογικά δεδομένα της νόσου. Η υιοθέτηση του εμβολιασμού DIVA δε συνιστά μόνο τοπική παρέμβαση για τη διάσωση μιας φυλής και ενός νησιού. Θέτει τις βάσεις για μια ολοκληρωμένη στρατηγική θωράκισης απέναντι σε μια άμεση και διαφαινόμενη επιζωοτιολογική απειλή.
Υπογράφοντες
Α. Κομινάκης (Καθ. Γενετικής Βελτίωσης Αγροτικών Ζώων, Τμήμα Επιστήμης Ζωικής Παραγωγής, ΓΠΑ) – Επιστημονικός σύμβουλος Αγροτικού Κτηνοτροφικού Συνεταιρισμού Σκαλοχωρίου και Ένωσης Κτηνοτρόφων φυλής προβάτου Λέσβου
Π. Σιμιτζής (Αν. Καθ. Εκτροφής, Ηθολογίας & Ευζωίας Αγροτικών Ζώων, Τμήμα Επιστήμης Ζωικής Παραγωγής, ΓΠΑ) – Επιστημονικός σύμβουλος Συνεταιρισμού Παρακοίλων και Αγίας Παρασκευής
Γ. Χριστοδουλόπουλος (Καθ. Υγιεινής Αγροτικών Ζώων, Τμήμα Επιστήμης Ζωικής Παραγωγής, ΓΠΑ)
Α. Χάγερ (Αν. Καθ. Γονιδιακής Τεχνολογίας στα Αγροτικά Ζώα, Τμήμα Επιστήμης Ζωικής Παραγωγής, ΓΠΑ) – Επιστημονική υπεύθυνη ενέργειας 4 (γονοτυπήσεις)
Ν. Δεμίρης (Αν. Kαθ. Βιοστατιστικής, Τμήμα Στατιστικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών)