Η ευρωπαϊκή αγορά χοιρινού κρέατος συνεχίζει να κινείται σε ένα περιβάλλον πιέσεων, με τις τιμές παραγωγού να ακολουθούν πτωτική πορεία σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ η παραγωγή παραμένει συνολικά σταθερή, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Αγοράς Χοιρινού Κρέατος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Παράλληλα, οι εξαγωγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρουσιάζουν μικρή κάμψη, αν και η ΕΕ εξακολουθεί να διατηρεί την πρώτη θέση μεταξύ των μεγαλύτερων εξαγωγέων χοιρινού κρέατος παγκοσμίως.
Πτωτική πορεία στις τιμές χοίρων και χοιριδίων
Η μέση τιμή χοίρων στην Ευρωπαϊκή Ένωση στα μέσα Μαΐου διαμορφώθηκε στα 164 ευρώ ανά 100 κιλά σφαγίου, καταγράφοντας μείωση κατά 3,5% σε σύγκριση με έναν μήνα νωρίτερα. Η τιμή ήταν επίσης κατά 22,8% χαμηλότερη σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους και κατά 20,8% χαμηλότερη από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας. Κατά τη διάρκεια του τελευταίου μήνα, οι τιμές των χοίρων υποχώρησαν στα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΕ. Εξαίρεση αποτέλεσαν η Ισπανία και η Πορτογαλία, όπου οι τιμές παρέμειναν σταθερές.
Την ίδια περίοδο, η μέση τιμή των χοιριδίων στην ΕΕ διαμορφώθηκε στα 57,4 ευρώ ανά κεφαλή την εβδομάδα 11-17 Μαΐου, παρουσιάζοντας μείωση 9,8% σε σχέση με έναν μήνα νωρίτερα και ακολουθώντας καθοδική τάση. Η τιμή αυτή ήταν κατά 28% χαμηλότερη από την αντίστοιχη εβδομάδα του 2025 και κατά 19% χαμηλότερη από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας για την ίδια εβδομάδα.
Ο μέσος θεωρητικός δείκτης κερδοφορίας για την πάχυνση χοίρων παρουσίασε μικρή αύξηση τον Απρίλιο, χάρη στην άνοδο της τιμής του χοιρινού σφαγίου. Ωστόσο, το κόστος αγοράς χοιριδίων αυξήθηκε ελαφρώς, ενώ καταγράφηκε και οριακή αύξηση στο κόστος των ζωοτροφών.
Σταθερή η παραγωγή στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Τα στοιχεία σφαγής στην ΕΕ δείχνουν ότι κατά τους δύο πρώτους μήνες του 2026 η παραγωγή χοιρινού κρέατος παρέμεινε σταθερή σε όγκο (0%), ενώ ο αριθμός των σφαγιασθέντων ζώων μειώθηκε οριακά κατά 0,3% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Η σφαγή χοίρων αυξήθηκε σε λίγο περισσότερα από τα μισά κράτη-μέλη, συμπεριλαμβανομένων και μεγάλων παραγωγικών χωρών. Οι μεγαλύτερες μειώσεις καταγράφηκαν στη Λετονία και την Ολλανδία, ενώ οι σημαντικότερες αυξήσεις σημειώθηκαν στη Σλοβακία, την Ελλάδα και την Κροατία.
Η συνολική παραγωγή χοιρινού κρέατος στην ΕΕ κατά το διάστημα Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου 2026 ανήλθε σε 3,8 εκατομμύρια τόνους, που αντιστοιχούν σε 38,5 εκατομμύρια ζώα. Η Ισπανία παρήγαγε περίπου το ένα τέταρτο της συνολικής ευρωπαϊκής παραγωγής (26,1%) και διατήρησε τη θέση του μεγαλύτερου παραγωγού στην ΕΕ. Ακολούθησαν η Γερμανία με 19,2%, η Γαλλία με 9,3% και η Πολωνία με 8,9%.
Εξαγωγές: Μικρή μείωση συνολικά, αλλά άνοδος σε ορισμένες αγορές
Κατά τον Ιανουάριο του 2026, οι συνολικές εξαγωγές χοιρινού κρέατος της ΕΕ ανήλθαν σε 363 χιλιάδες τόνους, με συνολική αξία 896 εκατ. ευρώ. Σε σύγκριση με τον Ιανουάριο του 2025, οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά 1,5% σε όγκο και κατά 12,4% σε αξία.
Αύξηση καταγράφηκε στις εξαγωγές προς τη Νότια Κορέα, το Βιετνάμ, την Ακτή Ελεφαντοστού και την Αυστραλία. Αντίθετα, μειώθηκαν οι εξαγωγές προς την Κίνα, το Ηνωμένο Βασίλειο, τις Φιλιππίνες και την Ιαπωνία. Η Κίνα παρέμεινε ο σημαντικότερος εισαγωγέας χοιρινού κρέατος από την ΕΕ, απορροφώντας το 20,8% του συνολικού όγκου εξαγωγών. Το Ηνωμένο Βασίλειο κατέλαβε τη δεύτερη θέση με μερίδιο 19,1%.
Σε όρους αξίας, το Ηνωμένο Βασίλειο αντιπροσώπευε το 28,2% των εξαγωγών της ΕΕ, με αξία 253 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας μείωση 11,8% σε σχέση με τον Ιανουάριο του προηγούμενου έτους. Ακολούθησε η Κίνα με μερίδιο 13,5% και αξία 121 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας σημαντική μείωση κατά 39,2%.
Τα κυριότερα εξαγωγικά κράτη-μέλη της ΕΕ, με βάση τις εξαγόμενες ποσότητες, ήταν η Ισπανία, η Δανία, η Ολλανδία, η Γερμανία, η Πολωνία και η Γαλλία.
Ανάλυση εξαγωγών ανά κατηγορία προϊόντος
Οι εξαγωγές κρέατος τον Ιανουάριο του 2026 ανήλθαν σε 243 χιλιάδες τόνους, αυξημένες κατά 3% σε σύγκριση με το 2025.
Οι εξαγωγές νωπού και κατεψυγμένου κρέατος έφτασαν τους 190 χιλιάδες τόνους, αυξημένες κατά 5%, κυρίως προς το Βιετνάμ και τη Νότια Κορέα. Αντίθετα, μειώθηκαν προς την Κίνα, το Ηνωμένο Βασίλειο, τις Φιλιππίνες και την Ιαπωνία.
Οι εξαγωγές λουκάνικων και παρασκευασμάτων κρέατος ανήλθαν σε 30 χιλιάδες τόνους, παρουσιάζοντας μείωση 1%.
Οι εξαγωγές λαρδιού, λιπών και βρώσιμων παραπροϊόντων σφαγής ανήλθαν σε 119 χιλιάδες τόνους, καταγράφοντας μείωση 10%. Η μεγαλύτερη πτώση σημειώθηκε προς την Κίνα (-22%) και τις Φιλιππίνες, ενώ αύξηση καταγράφηκε προς το Βιετνάμ και την Ακτή Ελεφαντοστού.
Οι εξαγωγές ζώντων ζώων αυξήθηκαν κατά 28%, με κύριο προορισμό το Ηνωμένο Βασίλειο.
Εισαγωγές: Μειωμένοι όγκοι και χαμηλότερη αξία
Οι συνολικές εισαγωγές χοιρινού κρέατος στην ΕΕ κατά τον Ιανουάριο του 2026 ανήλθαν σε 12 χιλιάδες τόνους, με συνολική αξία 24,5 εκατ. ευρώ. Σε σύγκριση με τον Ιανουάριο του 2025, οι εισαγόμενοι όγκοι μειώθηκαν κατά 8,4%, ενώ η συνολική αξία υποχώρησε κατά 16,9%.
Οι εξαγωγές του Ηνωμένου Βασιλείου προς την ΕΕ αντιπροσώπευαν το 64% των συνολικών εισαγωγών των κρατών-μελών και μειώθηκαν κατά 15,4%.
Οι εισαγωγές από την Ελβετία αντιστοιχούσαν σε μερίδιο 10,5% και μειώθηκαν κατά 9,4%. Παράλληλα, οι εισαγωγές από τη Χιλή μειώθηκαν κατά 48,5%, με το μερίδιό της να διαμορφώνεται στο 4,4% της ευρωπαϊκής αγοράς εισαγωγών.
Τα κυριότερα εισαγωγικά κράτη-μέλη ήταν η Γαλλία, η Ιρλανδία, η Γερμανία και η Ολλανδία, τα οποία συγκέντρωσαν σχεδόν τα τρία τέταρτα των συνολικών εισαγωγών της ΕΕ.
Ανάλυση εισαγωγών ανά κατηγορία προϊόντος
Οι εισαγωγές κρέατος τον Ιανουάριο του 2026 ανήλθαν σε 6,3 χιλιάδες τόνους, μειωμένες κατά 11% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Οι εισαγωγές νωπού και κατεψυγμένου κρέατος διαμορφώθηκαν στους 5,7 χιλιάδες τόνους, παρουσιάζοντας μείωση 9%, κυρίως λόγω χαμηλότερων εισαγωγών από το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Χιλή.
Οι εισαγωγές λουκάνικων και παρασκευασμάτων ανήλθαν σε 1 χιλιάδα τόνους, μειωμένες κατά 7%.
Οι εισαγωγές λαρδιού, λιπών και βρώσιμων παραπροϊόντων σφαγής διαμορφώθηκαν σε 4,7 χιλιάδες τόνους, παρουσιάζοντας μείωση 5%.
Το Ηνωμένο Βασίλειο εξάγει κυρίως κρέας προς την ΕΕ. Οι εισαγωγές από τη Χιλή αποτελούνται κυρίως από κατεψυγμένο κρέας, ενώ οι εισαγωγές από την Ελβετία αφορούν κατά κύριο λόγο χοιρινό λίπος και βρώσιμα παραπροϊόντα σφαγής.
Διεθνείς εξελίξεις και παγκόσμιο εμπόριο
Οι τιμές στη Βραζιλία έχουν αποδυναμωθεί από το δεύτερο εξάμηνο του 2025 και συνέχισαν να μειώνονται και το 2026. Πλέον βρίσκονται στα χαμηλότερα επίπεδα μεταξύ των τεσσάρων μεγαλύτερων παγκόσμιων εξαγωγέων χοιρινού κρέατος.
Αντίθετα, οι τιμές στις Ηνωμένες Πολιτείες αυξήθηκαν και βρίσκονται πλέον πάνω από τα επίπεδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι τιμές στον Καναδά παρέμειναν σε γενικές γραμμές σταθερές και εξακολουθούν να βρίσκονται σημαντικά χαμηλότερα από τις ευρωπαϊκές.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν ο μεγαλύτερος παγκόσμιος εξαγωγέας χοιρινού κρέατος τον Ιανουάριο του 2026, μπροστά από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βραζιλία και τον Καναδά.
Σε σύγκριση με τον Ιανουάριο του 2025, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βραζιλία αύξησαν τους όγκους εξαγωγών τους, ενώ ο Καναδάς κατέγραψε μείωση.
Στο σκέλος των εισαγωγών, η Κίνα και το Χονγκ Κονγκ παρέμειναν οι μεγαλύτεροι εισαγωγείς προϊόντων χοιρινού κρέατος παγκοσμίως κατά τον Ιανουάριο του 2026, αν και με χαμηλότερους όγκους και μικρότερη αξία εισαγωγών σε σχέση με το 2025. Μειωμένες εισαγωγές κατέγραψε και η Ιαπωνία, ενώ το Μεξικό παρουσίασε αύξηση των εισαγόμενων ποσοτήτων.