Σε κάθε καλλιεργητική επιλογή, βασική προϋπόθεση παραμένει η καλή γνώση των εδαφοκλιματικών συνθηκών μιας περιοχής και η προσαρμογή των φυτικών ειδών σε αυτές, με τεκμηριωμένα δεδομένα και όχι με αποσπασματικές κινήσεις ή προσδοκίες γρήγορης απόδοσης. Στο πλαίσιο αυτό, τα υποτροπικά είδη αποτελούν μία κατηγορία καλλιεργειών που εξετάζονται οργανωμένα και μεθοδικά τα τελευταία χρόνια και στη χώρα μας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα περιοχές της Πελοποννήσου. Είδη όπως το αβοκάντο, το μάνγκο, το λίτσι, η ανώνα και η μακαντάμια αξιολογούνται υπό συγκεκριμένες συνθήκες, μέσα από πιλοτικές εγκαταστάσεις και συστηματική παρακολούθηση, ώστε να αποτυπωθεί η πραγματική τους δυναμική.
Ο Αγρότυπος συνομίλησε με επιστήμονες και επαγγελματίες του χώρου, καταγράφοντας τα δεδομένα, τα πρώτα παραγωγικά αποτελέσματα και τις προϋποθέσεις που τίθενται για την περαιτέρω ανάπτυξη των συγκεκριμένων καλλιεργειών.
Οργανωμένη εγκατάσταση υποτροπικών ειδών στην Πελοπόννησο
Η κα Τζατζάνη Θηρεσία–Τερέζα, Ερευνήτρια Β' στο Ινστιτούτο Ελιάς, Υποτροπικών Φυτών και Αμπέλου στα Χανιά, παρουσιάζοντας στον Αγρότυπο το πρόγραμμα «Υπερπέλ», ανέφερε ότι πρόκειται για πενταετή δράση (έως το 2027) με στόχο την οργανωμένη εγκατάσταση και αξιολόγηση υποτροπικών ειδών στην Περιφέρεια Πελοποννήσου. Στο πλαίσιο του προγράμματος εγκαταστάθηκαν πέντε είδη — αβοκάντο, μακαντάμια, μάνγκο, λίτσι και ανώνα (τσεριμόγια) — σε τρεις περιοχές: Λακωνία, Μεσσηνία και την ευρύτερη περιοχή Τριφυλίας–Κυπαρισσίας. Η επιλογή έγινε σε συνεργασία με τις κατά τόπους ΔΑΟΚ, με αρχικό εντοπισμό κατάλληλων αγροτεμαχίων βάσει εδαφοκλιματικών απαιτήσεων και διαθεσιμότητας συνεργάσιμων παραγωγών. Η ομάδα του Ινστιτούτου πραγματοποίησε επιτόπιες επισκέψεις, απέρριψε αγροτεμάχια λόγω έκθεσης, μικροκλίματος, θερμοκρασιών ή ανέμων και προχώρησε σε αναλύσεις εδάφους και νερού στα υποψήφια. Τελικά επιλέχθηκαν 12 επιδεικτικοί αγροί, όπου εγκαταστάθηκαν 18 ποικιλίες των πέντε ειδών. Στους παραγωγούς παρασχέθηκαν φυτά και πλήρης τεχνογνωσία, με ετήσιες επιτόπιες επισκέψεις, ημερίδες και συνεχή επικοινωνία με τις ΔΑΟΚ.
Σύμφωνα με την ίδια, τα αποτελέσματα εμφανίζονται ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, με πιο ευνοϊκή εικόνα στην Τριφυλία, όπου το μικροκλίμα χαρακτηρίζεται πιο υποτροπικό. Στις άλλες δύο περιοχές η καταλληλότητα εντοπίζεται σε πιο συγκεκριμένα σημεία. Ήδη έχει καταγραφεί παραγωγή σε αβοκάντο, μάνγκο, λίτσι και ανώνα, ενώ η μακαντάμια έχει αρχίσει να εισέρχεται σε παραγωγική φάση. Όπως υπογράμμισε, η πενταετής διάρκεια ήταν συνειδητή επιλογή: «Δεν μας ενδιέφερε απλώς να εγκαταστήσουμε φυτά και να τα αφήσουμε στο έλεος της μη γνώσης. Θέλαμε να δούμε πώς εξελίσσεται και η παραγωγή. Το στοίχημα ήταν να φτάσουμε μέχρι το τελικό στάδιο, δηλαδή να πάρει ο παραγωγός προϊόν».
Η ερευνήτρια διευκρίνισε ότι τα είδη αυτά δεν είναι νέα για το Ινστιτούτο, «Τα αναφέρω ως εναλλακτικές καλλιέργειες, όχι καινούργιες. Το Ινστιτούτο έχει βασιστεί πάνω σε αυτά τα είδη και είναι εγκατεστημένα εδώ και πάνω από 40 χρόνια». Η καινοτομία, όπως εξήγησε, έγκειται στην οργανωμένη και μελετημένη εγκατάσταση σε περιοχές όπου δεν υπήρχε συστηματική αξιολόγηση. Το πρόγραμμα κάλυψε περίπου 25 στρέμματα, χωρίς να λειτουργεί ως κλειστό σχήμα. Παραγωγοί μπορούσαν να ακολουθήσουν την ίδια διαδικασία εγκατάστασης και παρακολούθησης χωρίς κάλυψη κόστους. Στην Κυπαρισσία οι εκτάσεις έχουν ήδη αυξηθεί, κυρίως στο αβοκάντο.
Για το αβοκάντο σημείωσε ότι αποτελεί «την κορωνίδα των υποτροπικών» στο συγκεκριμένο εγχείρημα, λόγω δυναμικής παραγωγής και εμπορικής αξίας. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στη διάχυση γνώσης. Πραγματοποιήθηκαν ανοιχτές ημερίδες, ενώ στο πλαίσιο άλλης δράσης για το αβοκάντο υλοποιήθηκαν αναλυτικές παρουσιάσεις διαθέσιμες στο YouTube, που καλύπτουν εγκατάσταση, ποικιλίες, φυτοπροστασία, άρδευση και θρέψη. Έχει εκδοθεί Οδηγός Καλλιέργειας Αβοκάντο διαθέσιμος διαδικτυακά, ενώ αναμένεται αντίστοιχος για το μάνγκο, με δεδομένα και από ελληνικά πειράματα. Παράλληλα, στόχος είναι η εξοικείωση του καταναλωτικού κοινού με λιγότερο γνωστά είδη όπως το λίτσι και η ανώνα. Όπως ανέφερε, σε εκθέσεις τροφίμων οι τουρίστες αναγνωρίζουν τα προϊόντα και ρωτούν αν είναι ελληνικής παραγωγής, ενώ αρκετοί Έλληνες καταναλωτές δεν είναι ακόμη εξοικειωμένοι με αυτά. Τέλος, μας ενημερώνει ότι έχει κατατεθεί αίτημα συνέχισης της παρακολούθησης μέσω νέας χρηματοδοτικής πρόσκλησης, ώστε να αξιολογηθούν περαιτέρω οι ιδιαιτερότητες των περιοχών υπό κλιματικές και εμπορικές παραμέτρους.
Διαμόρφωση βάσης υποτροπικών στην Τριφυλία
Ο γεωπόνος και πρώην προϊστάμενος της ΔΑΟΚ Τριφυλίας κ. Αντώνης Παρασκευόπουλος, μιλώντας στον Αγρότυπο για την εγκατάσταση υποτροπικών ειδών στην περιοχή, ανέφερε ότι η υλοποίησή του προγράμματος αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την ενεργοποίηση παραγωγών και την έναρξη νέων φυτεύσεων, κυρίως αβοκάντο. Η δράση υλοποιήθηκε με τη στήριξη του Ινστιτούτου Υποτροπικών Φυτών, με επιστημονική υπεύθυνη την κα Τζατζάνη Θηρεσία–Τερέζα και συνεργάτες της, οι οποίοι παρακολουθούσαν τις εγκαταστάσεις και παρείχαν τεχνική καθοδήγηση στους παραγωγούς. Όπως σημείωσε, η συνεργασία με τους ενταγμένους παραγωγούς και το Ινστιτούτο ήταν «εξαιρετική», στοιχείο που – κατά την εκτίμησή του – συνέβαλε στην εξέλιξη της δράσης.
Ο κ. Παρασκευόπουλος επισήμανε ότι, «εξαιτίας της υλοποίησης αυτού του προγράμματος, ενδιαφέρθηκαν πάρα πολύ παραγωγοί και έκαναν και μόνοι τους εγκαταστάσεις καλλιεργειών υποτροπικών, κυρίως αβοκάντο», γεγονός που συνέβαλε στο να αρχίσει να διαμορφώνεται μία βάση εγκατάστασης υποτροπικών στη Μεσσηνία και ειδικότερα στην Τριφυλία. Εκτός από το αβοκάντο, θετική εικόνα διαμορφώνεται και για το μάνγκο και την ανώνα. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη προσοχής στην επιλογή ποικιλιών και υβριδίων, τονίζοντας ότι πρέπει να επιλέγονται φυτικά υλικά προσαρμοσμένα στην περιοχή, με καλή παραγωγικότητα και προϊόντα για τα οποία υπάρχει αγοραστικό ενδιαφέρον. Η ενημέρωση των παραγωγών, ώστε οι επιλογές να είναι τεκμηριωμένες και να αποφεύγονται αστοχίες, χαρακτήρισε κρίσιμη.
Αναφερόμενος στο μάνγκο, σημείωσε ότι πλεονέκτημά του είναι πως «δεν θέλει πολύ νερό», στοιχείο σημαντικό υπό τις συνθήκες κλιματικής πίεσης. Αντίθετα, το αβοκάντο έχει αυξημένες απαιτήσεις σε νερό, ωστόσο «έχει το δικό του χώρο στην περιοχή» και μπορεί να δημιουργηθεί ζώνη καλλιέργειας, κατά το πρότυπο των Χανίων, εφόσον διασφαλιστεί η ποιότητα του προϊόντος, η οποία – όπως ανέφερε – από τις ήδη εγκατεστημένες φυτείες είναι «εξαιρετικά καλή». Τέλος, υπογράμμισε ότι στο σύνθετο γεωργικό περιβάλλον δεν αρκεί η μονοκαλλιέργεια παραδοσιακών ειδών και ότι «πρέπει να δούμε και εναλλακτικές νέες καλλιέργειες που ευδοκιμούν στην περιοχή, με προσοχή και αξιολόγηση», ώστε οι προτάσεις προς τους παραγωγούς να είναι τεκμηριωμένες και οι καλλιέργειες βιώσιμες.
Από τις δοκιμαστικές φυτεύσεις στη σταδιακή επέκταση του αβοκάντο
Ο παραγωγός και γεωπόνος κ. Κατσικαρώνης Μάκης, μιλώντας στον Αγρότυπο, περιέγραψε την πορεία εγκατάστασης της καλλιέργειας αβοκάντο στην περιοχή της Τριφυλίας, στο πλαίσιο του προγράμματος. Όπως ανέφερε, το πρόγραμμα ξεκίνησε πριν από περίπου τέσσερα χρόνια, με την εγκατάσταση περιορισμένου αριθμού δέντρων σε επιλεγμένους παραγωγούς της περιοχής. «Μας έδωσαν 20–30 δέντρα. Κάπως έτσι ξεκίνησε όλο αυτό», σημείωσε. Ο ίδιος, με την ιδιότητα και του γεωπόνου, ερεύνησε περαιτέρω το αντικείμενο, πραγματοποιώντας ταξίδια στην Ισπανία και στην Κρήτη, επικοινωνώντας με καθηγητές και παραγωγούς και εξετάζοντας τις κατάλληλες ποικιλίες. Αν και στο πρόγραμμα δοκιμάστηκαν και άλλα υποτροπικά είδη — μάνγκο, λίτσι, ανώνα — ο ίδιος εστίασε κυρίως στο αβοκάντο. Σήμερα καλλιεργεί 25 στρέμματα αποκλειστικά με αβοκάντο, ενώ άλλα 5 στρέμματα αφορούν λοιπά υποτροπικά είδη. Όπως δήλωσε, προγραμματίζεται εγκατάσταση ακόμη 10 στρεμμάτων εντός του έτους. Συνολικά στην περιοχή της Τριφυλίας έχουν φυτευτεί περίπου 2.000 δέντρα, με τον αριθμό να αυξάνεται. Εκτίμησή του είναι ότι έως το 2027 θα φτάσουν τα 3.000 δέντρα, ενώ σε ορίζοντα δεκαετίας «θα μπορούσαμε να έχουμε 1.000 στρέμματα αβοκάντο στην περιοχή».
Αναφορικά με την παραγωγή, τα δέντρα αρχίζουν να καρποφορούν από τον τρίτο χρόνο, ωστόσο, όπως εξήγησε, τα πρώτα δύο χρόνια δεν αφήνονται καρποί επάνω στο δέντρο, ώστε να μην εμποδίζεται η ανάπτυξή του. Ήδη έχει υπάρξει μικρή παραγωγή, η οποία διακινήθηκε δοκιμαστικά στην αγορά. «Στείλαμε 15–20 κιβωτιάκια, τα οποία διατέθηκαν σε εμπόρους που ήδη κατανάλωναν αβοκάντο και ενθουσιάστηκαν από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του προϊόντος», ανέφερε. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σωστή επιλογή πιστοποιημένου πολλαπλασιαστικού υλικού. Όπως σημείωσε, όλα τα φυτά που εγκαθιστά πλέον προέρχονται από την Ισπανία, τονίζοντας ότι «όλα αρχίζουν από το σωστό, πιστοποιημένο φυτωριακό υλικό», ώστε να αποφευχθούν λάθη που έχουν παρατηρηθεί σε άλλες περιπτώσεις. Σε επίπεδο αποδόσεων, ανέφερε ότι σύμφωνα με τα δεδομένα από την Κρήτη η παραγωγή φτάνει 1–1,5 τόνο ανά στρέμμα, ενώ στην Ισπανία μπορεί να αγγίξει τους 1,5–2,5 τόνους ανά στρέμμα. Η πλήρης παραγωγική δυναμικότητα των δέντρων προσεγγίζεται περίπου στο όγδοο έτος.
Για την επιλογή της Μεσσηνίας και ειδικά της Τριφυλίας, επεσήμανε ότι οι κλιματικές συνθήκες προσομοιάζουν με εκείνες των Χανίων, όπου καλλιεργούνται περίπου 15.000 στρέμματα αβοκάντο. Όπως τόνισε, τα βασικά περιοριστικά στοιχεία είναι οι χαμηλές θερμοκρασίες και το υψόμετρο άνω των 200 μέτρων. Παράλληλα, στην περιοχή καταγράφονται βροχοπτώσεις 800–1.000 χιλιοστών ετησίως, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη και έργο φράγματος στην περιοχή Χριστιανούπολης. Στοιχεία ευνοικά καθως όπως τονισε η καλλιεργεια απαιτει πολύ νερό. Σχετικά με τις απαιτήσεις σε νερό, υπογράμμισε ότι, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία και την εμπειρία του, απαιτούνται περίπου 500–700 κυβικά μέτρα νερού ανά στρέμμα ανά καλλιεργητική περίοδο, διευκρινίζοντας ότι χωρίς επάρκεια νερού η καλλιέργεια δεν συνιστάται.
Ο ίδιος χαρακτήρισε την προσέγγιση «μεθοδική και με χαμηλά τον πήχη», επισημαίνοντας ότι δεν συστήνει σε κάποιον να εγκαταστήσει εξαρχής μεγάλες εκτάσεις, αλλά «σε πειραματικό στάδιο 3–5 στρέμματα, ώστε να δει πρώτα πώς προχωρά η καλλιέργεια». Όπως σημείωσε, το ενδιαφέρον στην περιοχή είναι αυξανόμενο, ενώ καταγράφεται και ενδιαφέρον για το μάνγκο, αν και το δίκτυο διάθεσης είναι μικρότερο σε σύγκριση με το αβοκάντο, το οποίο διαθέτει ήδη οργανωμένη αγορά και αυξανόμενη κατανάλωση. Τέλος, τόνισε ότι ο στόχος δεν είναι η άκριτη επέκταση, αλλά η δημιουργία ενός πυρήνα καλλιέργειας στην Τριφυλία και γενικότερα στη Μεσσηνία, ο οποίος θα μπορούσε να λειτουργήσει ως δεύτερος πόλος ανάπτυξης για το αβοκάντο στην Ελλάδα, αξιοποιώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιοχής.

