Τα τελευταία χρόνια η καλλιέργεια της ρίγανης εμφανίζει αυξανόμενο ενδιαφέρον σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Πρόκειται για ένα αρωματικό φυτό με σχετικά χαμηλές απαιτήσεις σε νερό, γεγονός που την καθιστά ελκυστική επιλογή σε μια περίοδο όπου η έλλειψη υδατικών πόρων και το κόστος άρδευσης πιέζουν ολοένα και περισσότερο τις παραδοσιακές καλλιέργειες.
Στο πλαίσιο ενός ευρύτερου ρεπορτάζ για το προφίλ της καλλιέργειας, ο γεωπόνος και παραγωγός κ. Κώστας Τσαγγάρης από τον συνεταιρισμό Α.Σ. Θεσσαλίας ΘΕΣγη παρουσιάζει τα βασικά χαρακτηριστικά της ρίγανης, από τις εδαφοκλιματικές απαιτήσεις και την εγκατάσταση έως την παραγωγή, το κόστος και την εμπορία. Όπως επισημαίνει στον ΑγροΤύπο, η καλλιέργεια αποτελεί πλέον μια ρεαλιστική επιλογή για πολλές περιοχές, ιδιαίτερα εκεί όπου το κόστος άρδευσης ή οι κλιματικές συνθήκες δυσκολεύουν άλλες καλλιέργειες.
Εδαφικές απαιτήσεις και εγκατάσταση της καλλιέργειας
Η σωστή επιλογή χωραφιού αποτελεί το πρώτο και καθοριστικό βήμα για την επιτυχία της καλλιέργειας της ρίγανης. Σύμφωνα με τον γεωπόνο κ. Τσαγγάρη, ιδιαίτερη σημασία έχουν τα χαρακτηριστικά του εδάφους, καθώς το φυτό αποδίδει καλύτερα σε χωράφια με καλή στράγγιση και σχετικά ελαφριά σύσταση. Όπως επισημαίνει, «Η επιλογή χωραφιού που είναι για να φυτέψει κάποιος ρίγανη χρειάζεται να είναι χωράφια τα οποία στραγγίζουν καλά και να μην είναι βαριά χώματα».
Σε επίπεδο υψομέτρου, οι ιδανικές συνθήκες εντοπίζονται συνήθως σε περιοχές από 300 έως 400 μέτρα και πάνω. Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος διευκρινίζει ότι πρόκειται για συνθήκες που θεωρούνται βέλτιστες και όχι αποκλειστικές. «Μιλάμε για ιδανικές συνθήκες. Δεν πάει να πει ότι δεν αποδίδει και αλλού», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι η καλλιέργεια μπορεί να δώσει ικανοποιητικά αποτελέσματα και σε χαμηλότερα υψόμετρα, εφόσον τηρούνται σωστές καλλιεργητικές πρακτικές.
Αφού επιλεγεί το κατάλληλο χωράφι, ακολουθεί το στάδιο της εγκατάστασης της καλλιέργειας. Η φύτευση πραγματοποιείται το φθινόπωρο, με το χρονικό παράθυρο να ξεκινά από τα τέλη Σεπτεμβρίου και να φτάνει έως τα μέσα Δεκεμβρίου, ενώ ο Οκτώβριος θεωρείται η καταλληλότερη περίοδος. Η διάταξη των φυτών στο χωράφι ακολουθεί αποστάσεις παρόμοιες με εκείνες του βαμβακιού. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά: «Φυτεύεται περίπου σαν το βαμβάκι, δηλαδή περίπου 75 εκατοστά απόσταση σειρά με σειρά». Με βάση αυτή τη διάταξη, η πυκνότητα εγκατάστασης της καλλιέργειας φτάνει περίπου τα 4.000 φυτά ανά στρέμμα, δημιουργώντας μια σχετικά πυκνή φυτεία που επιτρέπει την ομοιόμορφη ανάπτυξη των φυτών.
Θρέψη, λίπανση και ανάγκες άρδευσης
Η ρίγανη δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα υψηλές απαιτήσεις σε θρεπτικά στοιχεία, ωστόσο η σωστή θρέψη του φυτού αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τη διαμόρφωση της παραγωγής. Σύμφωνα με τον κ. Τσαγγάρη, οι βασικές ανάγκες της καλλιέργειας υπολογίζονται περίπου σε 4–6 μονάδες αζώτου, 3–4 μονάδες φωσφόρου και 5–6 μονάδες καλίου. Η λίπανση πραγματοποιείται συνήθως σε δύο στάδια. Αρχικά εφαρμόζεται βασική λίπανση κατά την εγκατάσταση της καλλιέργειας και στη συνέχεια ακολουθεί επιφανειακή λίπανση την άνοιξη. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, γίνεται μια βασική λίπανση συνήθως με ένα δεκαπεντάρι και συνδυαστικά 0-46-0 και 20-23-0. Μετά γίνεται επιφανειακή λίπανση με αζωτούχα».
Παράλληλα, σημαντικό ρόλο παίζει και η διαχείριση της άρδευσης. Αν και η ρίγανη θεωρείται σχετικά ξηρική καλλιέργεια, η παροχή νερού εξακολουθεί να επηρεάζει την ανάπτυξη του φυτού. «Δεν θέλει πολύ νερό», επισημαίνει ο ίδιος. Στην πράξη, η καλλιέργεια ποτίζεται συνήθως από 1 έως 3 φορές μέσα στην καλλιεργητική περίοδο, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες. Ωστόσο, λόγω των μεταβολών στο κλίμα και των έντονων περιόδων ξηρασίας, η πλήρως ξηρική καλλιέργεια δεν θεωρείται πλέον ασφαλής επιλογή. «Δεν προτείνουμε την ξηρική μορφή καλλιέργειας λόγω των μεγάλων ξηρασιών που μπορεί να έχουμε, λόγω κλιματικής αλλαγής».
Παραγωγική διάρκεια και συγκομιδή της καλλιέργειας
Η ρίγανη αποτελεί πολυετή καλλιέργεια και μπορεί να παραμείνει παραγωγική στο ίδιο χωράφι για αρκετά χρόνια. Η διάρκεια ζωής της φυτείας εξαρτάται κυρίως από τις εδαφοκλιματικές συνθήκες, αλλά και από τη διαχείριση που εφαρμόζεται στο χωράφι. Σε ιδανικά χωράφια η καλλιέργεια μπορεί να διατηρηθεί παραγωγική για 5 έως 8 χρόνια. Ωστόσο, στις πεδινές περιοχές όπου καλλιεργείται από μέλη του συνεταιρισμού, η διάρκεια ζωής της φυτείας είναι συνήθως μικρότερη. Όπως σημειώνει ο κ. Τσαγγάρης, «Στον κάμπο εδώ που βάζουμε εμείς κρατάει περίπου 4 χρόνια». Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών η καλλιέργεια εισέρχεται κάθε χρόνο στον ετήσιο παραγωγικό της κύκλο, ο οποίος ολοκληρώνεται με τη συγκομιδή του φυτού το καλοκαίρι.
Η συγκομιδή πραγματοποιείται συνήθως μετά το πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου, όταν η ρίγανη έχει φτάσει στο κατάλληλο στάδιο ανάπτυξης. Το ιδανικό χρονικό σημείο είναι όταν το φυτό βρίσκεται σε φάση ανθοφορίας. Ο ίδιος εξηγεί ότι «Η κατάλληλη στιγμή συγκομιδής είναι όταν βρίσκεται περίπου στο 70% της ανθοφορίας». Η διαδικασία γίνεται μηχανικά. Αρχικά η ρίγανη κόβεται με κοπτικό και παραμένει στο χωράφι για λίγες ημέρες ώστε να ξεραθεί φυσικά. Στη συνέχεια ακολουθεί η επεξεργασία με αλωνιστική μηχανή. «Αφήνεται να ξεραθεί για δύο με τρεις μέρες και μετά περνάει η αλωνιστική μηχανή για να βγει η ξηρή δρόγη».
Απόδοση παραγωγής και κόστος καλλιέργειας
Η παραγωγικότητα της καλλιέργειας της ρίγανης μπορεί να παρουσιάσει σημαντικές διαφοροποιήσεις, καθώς επηρεάζεται από μια σειρά παραγόντων που σχετίζονται τόσο με τις συνθήκες καλλιέργειας όσο και με τη διαχείριση της φυτείας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι καλλιεργητικές πρακτικές που εφαρμόζονται στο χωράφι, οι κλιματικές συνθήκες που επικρατούν κάθε χρονιά, αλλά και η ηλικία της φυτείας.
Σε γενικές γραμμές, η μέση στρεμματική απόδοση σε ξηρή δρόγη υπολογίζεται περίπου στα 200 έως 250 κιλά ανά στρέμμα. Κατά τον πρώτο χρόνο παραγωγής οι αποδόσεις είναι συνήθως χαμηλότερες, κυμαινόμενες περίπου στα 150 έως 160 κιλά ανά στρέμμα, ενώ από τα επόμενα χρόνια η παραγωγή αυξάνεται καθώς η φυτεία σταθεροποιείται. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο κ. Τσαγγάρης: «Από τη δεύτερη χρονιά και μετά μπορεί να φτάσει και τα 300 κιλά, αλλά σε γενικές γραμμές ο μέσος όρος είναι πάνω από 200 κιλά».
Η οικονομική εικόνα της καλλιέργειας διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από το κόστος παραγωγής. Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανέφερε, το συνολικό κόστος καλλιέργειας υπολογίζεται περίπου στα 200 ευρώ ανά στρέμμα. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται δαπάνες όπως η άρδευση, η λίπανση, αλλά και οι υπόλοιπες καλλιεργητικές εργασίες που απαιτούνται κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου. Σημαντικό μέρος του αρχικού κόστους αφορά την εγκατάσταση της φυτείας. Η αγορά των φυτών μπορεί να φτάσει περίπου τα 150 ευρώ ανά στρέμμα, που όπως εξηγει και ο ίδιος εινια και το πιο ακριβό στην καλλιέργεια συνολικά.
Τιμή παραγωγού, οικονομική εικόνα και προοπτικές της καλλιέργειας
Η οικονομική εικόνα της καλλιέργειας της ρίγανης επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την τιμή παραγωγού, η οποία τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει διακυμάνσεις. Σύμφωνα με τον κ. Τσαγγάρη, η μέση τιμή παραγωγού διαμορφώνεται περίπου στα 1,50 ευρώ το κιλό, ενώ σε ορισμένες χρονιές καταγράφηκαν και υψηλότερες τιμές. Αν και αρκετά μέλη καλλιεργούν ρίγανη εδώ και χρόνια, η οργανωμένη διαχείριση από τον συνεταιρισμό ξεκίνησε πιο πρόσφατα. «Σαν συνεταιρισμός με κεντρική διαχείριση ασχολούμαστε τα τελευταία δύο-τρία χρόνια». Σήμερα η συνολική έκταση που καλλιεργείται από μέλη φτάνει περίπου τα 3500-4000 στρέμματα.
Η στροφή προς τη ρίγανη συνδέεται κυρίως με την ανάγκη για καλλιέργειες με χαμηλότερες απαιτήσεις σε νερό. Όπως εξηγεί ο κ. Τσαγγάρης: «Έπρεπε να βρούμε μια καλλιέργεια που με λιγότερο νερό να αφήνει κάτι στον παραγωγό». Σε πολλές περιπτώσεις το κόστος άρδευσης για άλλες καλλιέργειες είναι ιδιαίτερα υψηλό. «Αν έχεις καλαμπόκι ή βαμβάκι θέλεις πάρα πολλά νερά. Μπορεί να φτάσεις μόνο για νερό στα 150 ευρώ το στρέμμα».
Σε αντίθεση με αυτές τις καλλιέργειες, η ρίγανη απαιτεί σαφώς λιγότερο νερό, γεγονός που την καθιστά ελκυστική επιλογή σε περιοχές με περιορισμένους υδατικούς πόρους. Όσον αφορά τη διάθεση του προϊόντος, η ρίγανη εμπορεύεται κυρίως ως ξηρή δρόγη, την οποία ο συνεταιρισμός προμηθεύεται από τους παραγωγούς και στη συνέχεια διαθέτει στην αγορά. «Εμείς πουλάμε τη δρόγη». Η ποιότητα θεωρείται καθοριστικός παράγοντας για την εμπορική πορεία του προϊόντος.
Ο ίδιος εκτιμά ότι η καλλιέργεια έχει θετικές προοπτικές τόσο στην ελληνική όσο και στη διεθνή αγορά, καθώς η ρίγανη χρησιμοποιείται ευρέως στη μαγειρική, στη βιομηχανία τροφίμων και σε διάφορες μορφές μεταποίησης. «Είναι μια καλλιέργεια που ζητιέται γενικότερα στο εξωτερικό και στην Ελλάδα».Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής παραγωγής θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διατήρηση υψηλής ποιότητας. «Όσο πιο πολύ επενδύσουμε στην ποιότητα τόσο περισσότερες επιλογές θα έχουμε στην αγορά».

