Τα τελευταία χρόνια το μύρτιλο (blueberry) κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος στη διατροφή των Ελλήνων καταναλωτών, ακολουθώντας μια διεθνή τάση που θέλει τα λεγόμενα «super fruits» να αποκτούν σταθερή θέση στο καθημερινό τραπέζι. Πίσω όμως από το μικρό αυτό φρούτο κρύβεται μια καλλιέργεια με ιδιαίτερες απαιτήσεις, σημαντικό κόστος εγκατάστασης και έντονη χειρωνακτική εργασία.
Στη χώρα μας, η καλλιέργεια παραμένει σχετικά περιορισμένη σε έκταση, ωστόσο το ενδιαφέρον των καταναλωτών και η ζήτηση για το προϊόν εμφανίζουν ανοδική πορεία. Για τη φετινή πορεία της συγκομιδής, τις απαιτήσεις της καλλιέργειας και τις προοπτικές που διαμορφώνονται για το ελληνικό μύρτιλο, συνομιλήσαμε με τον γεωπόνο και παραγωγό κ. Παναγιώτη Καμινιώτη, ο οποίος μαζί με τον συνεργάτη του κ. Παύλο Κουσιά διατηρούν βιολογική εκμετάλλευση οκτώ στρεμμάτων στην Καρδίτσα, έχοντας αναπτύξει μια πλήρως καθετοποιημένη παραγωγική δραστηριότητα.
Καλή χρονιά για την παραγωγή, με τη συγκομιδή να βρίσκεται σε εξέλιξη
Η φετινή εικόνα της καλλιέργειας χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα θετική. Όπως εξηγεί ο κ. Καμινιώτης, οι πρώτες συγκομιδές ξεκίνησαν στα τέλη Μαΐου και ήδη οι πρώτες ποσότητες έχουν διοχετευθεί στην αγορά, ενώ όλα δείχνουν ότι η χρονιά θα ολοκληρωθεί με ικανοποιητικές αποδόσεις και πολύ καλή ποιότητα καρπού.
Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής κατευθύνεται στην ελληνική αγορά, με βασικό προορισμό την Αθήνα, χωρίς όμως να λείπουν οι αποστολές προς τη Βόρεια Ελλάδα και τα νησιά. Παρά την αυξανόμενη ζήτηση, οι διαθέσιμες ποσότητες δεν επαρκούν ακόμη για ανάπτυξη εξαγωγικής δραστηριότητας, καθώς η εγχώρια αγορά απορροφά σχεδόν το σύνολο της παραγωγής.
Η εκμετάλλευση διαθέτει συνολικά οκτώ διαφορετικές ποικιλίες, οι οποίες επιτρέπουν τη σταδιακή παραγωγή από τα τέλη Μαΐου έως και τα τέλη Ιουλίου. Αυτή η ποικιλιακή διαβάθμιση δίνει τη δυνατότητα συνεχούς τροφοδοσίας των πελατών για περισσότερο από δύο μήνες, κάτι που, όπως επισημαίνει ο ίδιος, αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα στην αγορά. «Δεν είμαστε ένας μικρός παραγωγός που εμφανίζεται για δέκα ημέρες στην αγορά και μετά εξαφανίζεται», αναφέρει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι οι συνεργάτες και οι πελάτες τους μπορούν να προμηθεύονται προϊόν σε όλη τη διάρκεια της συγκομιστικής περιόδου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η μεγαλύτερη αιχμή της ζήτησης καταγράφεται περίπου από τις 15 έως τις 30 Ιουνίου, περίοδο κατά την οποία το μύρτιλο έχει πλέον αποκτήσει σταθερό καταναλωτικό κοινό και αυξανόμενη αναγνωρισιμότητα στην ελληνική αγορά.
Η συγκομιδή είναι το πιο απαιτητικό και κοστοβόρο στάδιο της καλλιέργειας
Η συγκομιδή αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για τον παραγωγό, αλλά και το πιο απαιτητικό και κοστοβόρο στάδιο της καλλιέργειας. Ο λόγος είναι ότι οι καρποί δεν ωριμάζουν ταυτόχρονα. Σε κάθε βότρυ και σε κάθε φυτό υπάρχουν καρποί σε διαφορετικά στάδια ωρίμανσης, γεγονός που υποχρεώνει τους εργάτες να περνούν επανειλημμένα από τα ίδια φυτά, συλλέγοντας κάθε φορά μόνο τους ώριμους καρπούς.
«Το μύρτιλο μαζεύεται ρόγα-ρόγα με το χέρι», σημειώνει ο κ. Καμινιώτης, περιγράφοντας μια διαδικασία που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, καθώς το προϊόν δεν αντέχει τις μεγάλες πιέσεις και τις χύδην μεταφορές. Για τον λόγο αυτό η συγκομιδή γίνεται σε μικρά τελάρα, ενώ ακολουθούν διαλογή, ψύξη, συσκευασία και τυποποίηση πριν το προϊόν φτάσει στον τελικό καταναλωτή.
Ένα ακόμη στοιχείο που επηρεάζει άμεσα τη συγκομιδή είναι οι καιρικές συνθήκες. Όπως εξηγεί, οι παρατεταμένες βροχοπτώσεις κατά την περίοδο συλλογής μπορούν να δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα, καθώς ούτε οι εργάτες μπορούν να εργαστούν αποτελεσματικά ούτε το προϊόν μπορεί να εισέλθει υγρό στους ψυκτικούς θαλάμους. «Αν βρέχει συνεχόμενα τέσσερις ή πέντε ημέρες, ουσιαστικά σταματά η συγκομιδή», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Βιολογική παραγωγή με αυξημένη αξία για τον καταναλωτή
Η συγκεκριμένη εκμετάλλευση ξεκίνησε εξαρχής ως βιολογική και παραμένει πιστή σε αυτή τη φιλοσοφία μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με τον κ. Καμινιώτη, η βιολογική παραγωγή απαιτεί περισσότερη εργασία, περισσότερα μεροκάματα και συχνά μεγαλύτερο επιχειρηματικό ρίσκο, καθώς αρκετές πρακτικές της συμβατικής γεωργίας δεν μπορούν να εφαρμοστούν.
«Κοντεύουμε να αγγίζουμε τη φυσική καλλιέργεια», τονίζει, εξηγώντας ότι η αντιμετώπιση των ζιζανίων βασίζεται κυρίως σε μηχανικές μεθόδους, ενώ συνολικά η διαχείριση της καλλιέργειας είναι πιο απαιτητική και κοστοβόρα.
Όπως αναφέρει, η ανταπόκριση των καταναλωτών στα βιολογικά μύρτιλα είναι ιδιαίτερα θετική, καθώς ολοένα και περισσότεροι αναζητούν πιστοποιημένα προϊόντα υψηλής ποιότητας. Η αυξημένη αυτή προστιθέμενη αξία αποτυπώνεται και στην αγορά, όπου τα βιολογικά μύρτιλα μπορούν να διαμορφώνουν τιμές έως και 40%-50% υψηλότερες σε σχέση με τα αντίστοιχα συμβατικά προϊόντα. Η διαφορά αυτή συνδέεται τόσο με τη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία του βιολογικού προϊόντος όσο και με το αυξημένο κόστος παραγωγής, καθώς η καλλιέργεια απαιτεί περισσότερη χειρωνακτική εργασία και διαφορετικές πρακτικές διαχείρισης σε σχέση με τη συμβατική γεωργία.
Ο γεωπόνος και παραγωγός διευκρινίζει, ότι η σύγκριση αφορά πλήρως διαλεγμένο, τυποποιημένο και συσκευασμένο προϊόν έτοιμο προς διάθεση στον πελάτη και όχι προϊόν χύμα κατά τη συγκομιδή ή στο χωράφι.
Προοπτικές ανάπτυξης, αλλά και συγκεκριμένες απαιτήσεις εγκατάστασης
Παρόλα αυτά, ο ίδιος εμφανίζεται αισιόδοξος για το μέλλον της καλλιέργειας στην Ελλάδα. Όπως επισημαίνει, η εγχώρια παραγωγή εξακολουθεί να μην καλύπτει τη ζήτηση, με σημαντικές ποσότητες να εισάγονται κάθε χρόνο από χώρες όπως η Ισπανία και το Περού.
«Η ελληνική αγορά ζητά ακόμη περισσότερο προϊόν από αυτό που μπορεί να προσφέρει σήμερα η ελληνική παραγωγή», αναφέρει, εκτιμώντας ότι υπάρχουν περιθώρια ανάπτυξης για νέους παραγωγούς που θα προσεγγίσουν την καλλιέργεια με σωστό σχεδιασμό και ρεαλιστικές προσδοκίες.
Παράλληλα, η εγκατάσταση μιας νέας φυτείας μύρτιλου προϋποθέτει σημαντικό αρχικό κεφάλαιο, αλλά και συγκεκριμένες εδαφοκλιματικές συνθήκες. Το φυτό απαιτεί όξινα εδάφη με pH ιδανικά μεταξύ 4,5 και 5,5, ελαφριά έως μέσης σύστασης εδάφη και επαρκή διαθεσιμότητα νερού, ενώ το ριζικό του σύστημα λειτουργεί σε στενή συνεργασία με μυκόρριζες, γεγονός που καθιστά τη δομή και την ποιότητα του εδάφους ιδιαίτερα σημαντικές για την ανάπτυξή του.
Επιπλέον, η επιλογή της κατάλληλης ποικιλίας αποτελεί καθοριστικό παράγοντα επιτυχίας. Όπως εξηγεί ο κ. Καμινιώτης, οι ποικιλίες μύρτιλου έχουν διαφορετικές απαιτήσεις σε ώρες ψύχους κατά τη διάρκεια του χειμώνα, με πολλές από τις βόρειες ποικιλίες να χρειάζονται σημαντικό αριθμό ωρών κάτω από τους 7°C ώστε να επιτευχθεί η σωστή διαφοροποίηση των οφθαλμών και η ομαλή ανάπτυξη των φυτών. Παράλληλα, υπάρχουν και ποικιλίες προσαρμοσμένες σε θερμότερα κλίματα, γεγονός που επιτρέπει την καλλιέργεια του μύρτιλου σε αρκετές περιοχές της χώρας, εφόσον πληρούνται οι βασικές εδαφικές και αρδευτικές προϋποθέσεις.
Το μύρτιλο αποτελεί μια καλλιέργεια με σημαντικές προοπτικές, αλλά και συγκεκριμένες απαιτήσεις. Η επιλογή της κατάλληλης περιοχής, οι εδαφοκλιματικές συνθήκες, η σωστή οργάνωση της παραγωγής και η απαιτητική διαδικασία της συγκομιδής είναι παράγοντες που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την επιτυχία μιας τέτοιας επένδυσης.
