Το ακτινίδιο μπορεί τα τελευταία χρόνια να έχει εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες δενδρώδεις καλλιέργειες της χώρας, όμως πίσω από τις υψηλές αποδόσεις και τη δυναμική των εξαγωγών κρύβεται μια καλλιέργεια απαιτητική, «ζωντανή» και βαθιά συνδεδεμένη με τη σωστή διαχείριση του παραγωγού.
Με αφορμή την περίοδο που πολλοί παραγωγοί μπαίνουν ήδη στους ακτινιδεώνες για τις πρώτες θερινές παρεμβάσεις, συνομιλήσαμε με τον έμπειρο παραγωγό και φυτωριούχο κ. Άγγελο Ξυλογιάννη για το θερινό κλάδεμα, τη σημασία του φωτισμού και τον τρόπο με τον οποίο η σωστή διαχείριση της βλάστησης επηρεάζει τόσο την ποιότητα του καρπού όσο και την παραγωγή της επόμενης χρονιάς.
Όπως εξηγεί ο ίδιος, το θερινό κλάδεμα δεν είναι μια «συμπληρωματική αγγαρεία», αλλά μια κρίσιμη παρέμβαση που καθορίζει τόσο την ποιότητα του φετινού καρπού όσο και την παραγωγή της επόμενης χρονιάς.
«Δεν κλαδεύουμε απλώς βλαστούς — κατευθύνουμε την ενέργεια του φυτού»
Ο κ. Ξυλογιάννης ξεκινά από τη βασική φιλοσοφία της καλλιέργειας: τα φύλλα είναι τα «φωτοβολταϊκά» του φυτού. Εκεί παράγεται η ενέργεια που θα δώσει ανάπτυξη, καρπό και αποθέματα για την επόμενη χρονιά. Όμως, όπως τονίζει, δεν χρειάζεται κάθε βλάστηση να παραμένει πάνω στο φυτό. «Θέλουμε δύο πράγματα: καλούς αντικαταστάτες για την επόμενη χρονιά και ποιοτικό φρούτο για τη φετινή», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ο παραγωγός εξηγεί, ότι στις βέργες που ήδη φέρουν καρπό πρέπει να γίνεται ένας υπολογισμός για το πόσα φύλλα χρειάζονται ώστε να βοηθήσουν σωστά την ανάπτυξη του καρπού. Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στους αντικαταστάτες της επόμενης χρονιάς, οι οποίοι πρέπει να αποκτήσουν δύναμη και να αποθηκεύσουν ενέργεια ώστε να δώσουν παραγωγή την επόμενη περίοδο.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι μετά τον καρπό αφαιρείται η περίσσια βλάστηση που δεν χρειάζεται, αφήνοντας μόνο λίγα φύλλα ώστε να συνεχίσουν να τον τροφοδοτούν. Όπως περιγράφει χαρακτηριστικά, πολλές φορές στο τέλος μιας μεγάλης βέργας δημιουργείται έντονη νέα βλάστηση, η οποία αφαιρείται στο θερινό κλάδεμα, διατηρώντας μόνο 2-3 φύλλα κοντά στον καρπό.
Αντίθετα, οι λεγόμενοι «λαίμαργοι» βλαστοί —που συχνά αρκετοί παραγωγοί αφαιρούν— αποτελούν, σύμφωνα με τον ίδιο, τους αυριανούς αντικαταστάτες και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως άχρηστη βλάστηση. «Η μάνα δεν πρέπει να στέλνει τροφή σε βέργες που θα πετάξουμε του χρόνου. Πρέπει να τη στέλνει στους αντικαταστάτες», σημειώνει με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο.
Όπως εξηγεί, το θερινό κλάδεμα είναι σαφώς πιο ήπιο σε σχέση με το χειμερινό, καθώς αφαιρείται πολύ μικρότερη ποσότητα βλάστησης. «Το καλοκαιρινό κλάδεμα γίνεται για να λειτουργήσει σωστά το φωτοβολταϊκό», αναφέρει χαρακτηριστικά, θέλοντας να δείξει ότι ο στόχος δεν είναι το “βαρύ” κόψιμο, αλλά η σωστή λειτουργία των φύλλων και η κατανομή της ενέργειας μέσα στο φυτό.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον ίδιο, η κατάλληλη περίοδος για να ξεκινήσει ένας παραγωγός το θερινό κλάδεμα είναι μετά τις 15-20 Ιουνίου, δηλαδή μετά το στάδιο της κυτταροδιαίρεσης, όταν το φυτό έχει περάσει το πιο κρίσιμο σημείο ανάπτυξης του καρπού.
Το φως μέσα στον ακτινιδεώνα καθορίζει τη γεύση και τη συντηρησιμότητα
Ένα από τα σημεία στα οποία στάθηκε ιδιαίτερα ο έμπειρος παραγωγός είναι ο σωστός φωτισμός του φυτού. Όπως εξηγεί, όταν το εσωτερικό της κόμης παραμένει υπερβολικά σκιασμένο, τα φύλλα δεν λειτουργούν σωστά, το φυτό τα απορρίπτει και οι καρποί μένουν χωρίς επαρκή τροφοδοσία. Παράλληλα, όπως αναφέρει, όταν τα φύλλα δεν φωτίζονται σωστά δεν μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται συνολικά η τροφοδοσία και η σωστή ανάπτυξη του καρπού. Το αποτέλεσμα είναι ακτινίδια χωρίς γεύση, χαμηλή στερεά ουσία και μειωμένη ποιότητα.
«Τα φρούτα που βλέπει ο ήλιος είναι πάντα τα πιο νόστιμα», λέει χαρακτηριστικά, θυμίζοντας μάλιστα πως ακόμη και τα παιδιά παλαιότερα «έκλεβαν» από τα δέντρα τους καρπούς που ήταν καλύτερα φωτισμένοι.
Γι’ αυτό και στο θερινό κλάδεμα επιδιώκεται:
καλός φωτισμός,
σωστός αερισμός,
διατήρηση ενεργών φύλλων,
και ισορροπία ανάμεσα σε βλάστηση και φορτίο.
«Θέλουμε καλούς αντικαταστάτες, θέλουμε πολύ καλό φρούτο και θέλουμε να μην έχουμε πτώση φύλλων», τονίζει ο ίδιος, εξηγώντας πως όλα τα φύλλα που παραμένουν πάνω στο φυτό πρέπει πραγματικά να “δουλεύουν” και να φωτίζονται σωστά.
Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στο σωστό δέσιμο των βεργών, ώστε να υπάρχει απόσταση μεταξύ τους και να περνά επαρκώς το φως στο εσωτερικό της φυτείας. Όπως αναφέρει, αρκετοί παραγωγοί αποφεύγουν αυτή την πρακτική λόγω κόστους και επιπλέον εργασίας, ωστόσο αποτελεί κρίσιμο σημείο για την ποιότητα του τελικού προϊόντος.
Μάλιστα, εμφανίζεται ιδιαίτερα αυστηρός απέναντι στην αμέλεια του θερινού κλαδέματος, λέγοντας χαρακτηριστικά πως «αν κάποιος δεν κάνει θερινό κλάδεμα, εγώ δεν θα αγόραζα τα φρούτα του», εξηγώντας ότι οι καρποί μένουν «άσπροι μέσα», χωρίς σωστή ωρίμανση, γεύση και στερεά ουσία.