Το χειμερινό κλάδεμα στην ακτινιδιά αποτελεί μία από τις πιο κρίσιμες καλλιεργητικές παρεμβάσεις, καθώς επηρεάζει άμεσα τόσο την παραγωγή όσο και τη μακροχρόνια υγεία των φυτών. Παρά τη σημασία του, εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται συχνά είτε βιαστικά είτε εμπειρικά, χωρίς σαφή στόχο.
Ο κ. Άγγελος Ξυλογιάννης, πολύπειρος παραγωγός ακτινιδίων από την περιοχή της Άρτας, μιλώντας στον ΑγροΤύπο, εξηγεί αναλυτικά πότε πρέπει να γίνεται το χειμερινό κλάδεμα, ποιες βέργες επιλέγονται, ποια είναι τα συχνότερα λάθη και γιατί η σωστή διαχείριση των πληγών και των εργαλείων παίζει καθοριστικό ρόλο στη βιωσιμότητα του οπωρώνα.
Γιατί το κλάδεμα είναι απαραίτητο
Το κλάδεμα δεν γίνεται απλώς για να «καθαρίσει» το δέντρο. Όπως εξηγεί ο κ. Ξυλογιάννης, στόχος είναι να υπάρξει ισορροπία ανάμεσα στο ριζικό σύστημα και τη φυλλική επιφάνεια. Αν διατηρηθούν υπερβολικά πολλές βέργες, το φυτό θα φορτωθεί με καρπό που δεν μπορεί να θρέψει. Το αποτέλεσμα είναι μικρού μεγέθους καρποί, χαμηλής εμπορικής αξίας. Το σωστό κλάδεμα εξασφαλίζει αερισμό, φωτισμό και καρπούς που μπορούν να φτάσουν σε εμπορεύσιμο μέγεθος.
Πότε ξεκινά και πότε ολοκληρώνεται το χειμερινό κλάδεμα
Όπως ανέφερε στον ΑγροΤύπο το χειμερινό κλάδεμα ξεκινά μόνο αφού πέσει πλήρως το φύλλο. Ο λόγος είναι διπλός. Από τη μία πλευρά, το φύλλο επιστρέφει τα αποθέματά του στη βέργα, κάτι απαραίτητο για την επόμενη χρονιά. Από την άλλη, η παρουσία φύλλων δυσκολεύει πρακτικά το κλάδεμα και αυξάνει το εργατικό κόστος. Ο κ. Ξυλογιάννης τόνισε ότι αν το κλάδεμα γίνει πρόωρα, πριν ολοκληρωθεί η πτώση των φύλλων, χάνονται αποθέματα που είναι ζωτικής σημασίας για το φυτό. Παράλληλα, αν το φυτό έχει ήδη αρχίσει να κινεί χυμούς, τότε με την τομή «δακρύζει», χάνοντας ό,τι έχει αποθηκεύσει.
Στην πράξη, όπως σημείωσε, η κατάλληλη περίοδος ξεκινά μετά τους πρώτους παγετούς, συνήθως μέσα στον Νοέμβριο ή τον Δεκέμβριο, και ολοκληρώνεται έως τα μέσα με τέλη Φεβρουαρίου. Το κρίσιμο σημείο είναι να μην έχει ξεκινήσει η έντονη κυκλοφορία των χυμών, ώστε να αποφεύγεται η απώλεια θρεπτικών στοιχείων.
Απαντώντας στο αν υπάρχει πρώιμο ή όψιμο κλάδεμα, ο κ. Ξυλογιάννης ήταν ξεκάθαρος: «Δεν υπάρχει πρώιμο ή όψιμο κλάδεμα. Υπάρχει το λάθος κλάδεμα. Και υπάρχει και το σωστό χρονικά κλάδεμα».
Όπως εξήγησε, το σωστό κλάδεμα εξαρτάται από το αν έχουν ολοκληρωθεί οι φυσιολογικές διεργασίες του φυτού και όχι από ημερολογιακές ημερομηνίες. Αν το κλάδεμα γίνει όταν το φυτό «δακρύζει», τότε χάνει χυμούς και αποθέματα, με αποτέλεσμα να εξασθενεί.
Πόσες και ποιες βέργες κρατάμε – ο στόχος της παραγωγής
Σύμφωνα με τον ίδιο, το χειμερινό κλάδεμα δεν γίνεται «στο περίπου», αλλά με ξεκάθαρο στόχο παραγωγής. Όπως ανέφερε στον Agrotypos, πρώτα αποφασίζουμε πόσα κιλά καρπό θέλουμε να πάρουμε από κάθε δέντρο και στη συνέχεια υπολογίζουμε τον αριθμό των βεργών που θα διατηρηθούν.
Κατά μέσο όρο, κάθε καρποφόρα βέργα με 7–8 οφθαλμούς μπορεί να αποδώσει περίπου 2 έως 2,5 κιλά καρπό. Με βάση αυτό, αν διατηρηθούν περίπου 30 βέργες, το δέντρο μπορεί να δώσει 60–65 κιλά καρπό, ενώ αν οι βέργες περιοριστούν στις 20, η παραγωγή διαμορφώνεται περίπου στα 50 κιλά ανά δέντρο. Η τελική επιλογή εξαρτάται από την ηλικία του φυτού, τη ζωηρότητά του και τον στόχο παραγωγής.
Όπως εξήγησε χαρακτηριστικά, ο υπολογισμός δεν γίνεται αποκομμένα ανά δέντρο, αλλά σε επίπεδο στρέμματος. Αν, για παράδειγμα, ο παραγωγός στοχεύει σε παραγωγή περίπου τεσσάρων τόνων ανά στρέμμα, απαιτούνται συνολικά γύρω στις 2.000 βέργες στο στρέμμα. Στη συνέχεια, ο αριθμός αυτός κατανέμεται ανάλογα με την πυκνότητα φύτευσης.
Σε ένα στρέμμα με περίπου 110 φυτά, αντιστοιχούν κατά μέσο όρο 18–20 βέργες ανά δέντρο, ενώ σε πιο αραιή φύτευση, με λιγότερα φυτά, ο αριθμός των βεργών ανά δέντρο αυξάνεται και μπορεί να φτάσει περίπου τις 25. «Κοιτάζουμε πρώτα το στρέμμα και τον στόχο παραγωγής και μετά μοιράζουμε τις βέργες στα δέντρα», σημείωσε, τονίζοντας ότι το κλάδεμα πρέπει να έχει μαθηματική λογική και όχι να γίνεται εμπειρικά.
Ποιες βέργες είναι πραγματικά καρποφόρες
Ο κ. Ξυλογιάννης εξήγησε ότι καρποφόρες είναι μόνο οι ετήσιες βέργες. Όχι οι διετείς ή τριετείς. Οι βέργες που έχουν γεννηθεί νωρίς, δηλαδή από την άνοιξη, έχουν προλάβει να συγκεντρώσουν τις απαραίτητες ορμόνες για την άνθηση. Αντίθετα, βέργες που ξεκίνησαν αργά, τον Ιούνιο ή τον Ιούλιο, δεν προλαβαίνουν να μετατρέψουν τα θρεπτικά τους σε ορμόνες και δεν δίνουν ικανοποιητική ανθοφορία. Σημαντικό σημείο, όπως υπογράμμισε, είναι και η θέση των οφθαλμών. Οι οφθαλμοί προς το άκρο της βέργας είναι πιο διογκωμένοι και πιο πλούσιοι σε ορμόνες, επομένως δεν πρέπει να αφαιρούνται. Ένα από τα συχνότερα λάθη, όπως ανέφερε, είναι ότι πολλοί παραγωγοί κόβουν τις πιο λεπτές βέργες, πάχους 5–6 χιλιοστών, οι οποίες όμως είναι συχνά οι πιο παραγωγικές.
Διαφορετική διαχείριση στο κλάδεμα ανάλογα με την ηλικία και τον ρόλο του φυτού
Όπως σημείωσε στον ΑγροΤύπο ο κ. Ξυλογιάννης, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο ένα νεαρό φυτό και ένα δέντρο πλήρους παραγωγής. Ένα φυτό τριών ετών δεν μπορεί και δεν πρέπει να εξαναγκαστεί να δώσει μεγάλες αποδόσεις. Για τον λόγο αυτό, σε νεαρά φυτά εφαρμόζεται πιο ήπιο κλάδεμα, ενώ σε πλήρως ανεπτυγμένα δέντρα το κλάδεμα προσαρμόζεται στον στόχο παραγωγής και στη δυνατότητα του φυτού να θρέψει τον καρπό.
Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν τα αρσενικά φυτά, τα οποία έχουν διαφορετικό ρόλο, καθώς εξυπηρετούν τη γονιμοποίηση. Όπως ανέφερε, μπορούν να δεχτούν ακόμη και δύο κλαδέματα: ένα αρχικό, ώστε να μην εμποδίζουν τις βέργες των θηλυκών φυτών, και ένα δεύτερο μετά τη γονιμοποίηση. Η διαχείρισή τους είναι πιο ευέλικτη, καθώς δεν υπάρχει άμεσος στόχος παραγωγής καρπού, γεγονός που διαφοροποιεί και τον τρόπο κλαδέματός τους σε σχέση με τα θηλυκά φυτά.
Υγιεινή εργαλείων, προστασία πληγών
Μετά το κλάδεμα, όπως επισήμανε στον ΑγροΤύπο ο κ. Ξυλογιάννης, είναι απαραίτητο να απομακρύνονται τα υπολείμματα, καθώς αποτελούν εστίες μεταφοράς ασθενειών. Σε μεγάλες τομές, οι πληγές πρέπει να προστατεύονται, ενώ συστήνονται και ψεκασμοί με χαλκούχα σκευάσματα, ώστε να μειώνεται ο κίνδυνος προσβολών.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην απολύμανση των εργαλείων, ειδικά σε περιοχές όπου εμφανίζονται βακτηριακές προσβολές. Τα εργαλεία πρέπει να βυθίζονται σε απολυμαντικό διάλυμα, ώστε να μην μεταφέρεται το παθογόνο από φυτό σε φυτό. Σε περιπτώσεις ασθενικών φυτών, το κλάδεμα πρέπει να γίνεται τελευταίο, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος μόλυνσης των υγιών δέντρων.
Όπως επεσήμανε, πολλές από τις σοβαρότερες ασθένειες της ακτινιδιάς ξεκινούν ακριβώς από πληγές κλαδέματος που δεν επουλώθηκαν σωστά. Το φυτό αδυνατεί να κλείσει τις πληγές του, με αποτέλεσμα να εισέρχονται μύκητες και βακτήρια στον κορμό. Τα προβλήματα αυτά δεν εμφανίζονται άμεσα, αλλά μετά από χρόνια, όταν πλέον το δέντρο αρχίζει να καταρρέει σταδιακά.
Το χειμερινό κλάδεμα, όπως προκύπτει από την εμπειρία του κ. Άγγελου Ξυλογιάννη, δεν είναι μια απλή τεχνική εργασία, αλλά μια διαδικασία που απαιτεί γνώση, στόχο και σεβασμό στη φυσιολογία του φυτού — και κυρίως δεν συγχωρεί τη βιασύνη και τις πρόχειρες επιλογές.

