Τα τελευταία χρόνια, το αβοκάντο έχει εξελιχθεί σε μία από τις πιο συζητημένες καλλιέργειες, προσελκύοντας το ενδιαφέρον τόσο νέων όσο και έμπειρων παραγωγών. Πίσω όμως από την αυξανόμενη ζήτηση και την εικόνα μιας δυναμικής αγοράς, συνυπάρχουν διαφορετικές πραγματικότητες: απαιτητικές καλλιεργητικές πρακτικές, έντονες πιέσεις στο κόστος, αλλά και μια αγορά που λειτουργεί με συγκεκριμένους κανόνες.
Στο άρθρο που ακολουθεί, καταγράφονται οι εμπειρίες ανθρώπων που βρίσκονται σε διαφορετικά σημεία της αλυσίδας του αβοκάντο — από την παραγωγή, συμβατική και βιολογική, μέχρι τη συσκευασία και την εμπορία — σκιαγραφώντας μια πιο ρεαλιστική εικόνα για το πού βρίσκεται σήμερα η καλλιέργεια και ποιες είναι οι προκλήσεις που τη συνοδεύουν.
Αβοκάντο: ποικιλίες, συγκομιδή και απαιτήσεις
Στην πλευρά του συμβατικού αβοκάντο, όπως την περιέγραψε στον ΑγροΤύπο ο κ. Γιώργος Κορναράκης, γεωπόνος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Χανίων, η καλλιέργεια τα τελευταία χρόνια εξελίσσεται δυναμικά, με τη συγκομιδή να ξεκινά από το φθινόπωρο και να εκτείνεται μέχρι και τις αρχές του καλοκαιριού, ανάλογα με την ποικιλία και τις επικρατούσες συνθήκες. Όπως εξηγεί, η φετινή συγκομιδή ξεκίνησε ήδη από τον Οκτώβριο με τις πρώιμες ποικιλίες, «Ζουτάνο, Μπέικον, Μπενίκ», ενώ τον Νοέμβριο ακολούθησαν τα Fuerte, τα οποία όμως εμφάνισαν περιορισμένη παραγωγή, καθώς «είχαν πάθει ζημιά στην καρπόδεση, την άνοιξη, λόγω θερμοκρασίας και λασποβροχής». Αυτή την περίοδο, η συγκομιδή έχει περάσει στα Hass, νωρίτερα από το σύνηθες, καθώς «συνήθως μπαίνουμε στα Hass τον Φεβρουάριο, φέτος μπήκαμε νωρίτερα».
Οι ποικιλίες του συμβατικού αβοκάντο παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις τόσο ως προς τον χρόνο συγκομιδής όσο και ως προς τα χαρακτηριστικά του καρπού. Όπως σημειώνει, «η Ζουτάνο είναι πιο γυαλιστερή και πιο light στη γεύση», ενώ «η Fuerte είναι αυτή που έχει συνηθίσει η ελληνική αγορά, με σχήμα αχλαδιού και πράσινο χρώμα». Αντίθετα, τα Hass και Lamb Hass έχουν διαφορετική εικόνα και συμπεριφορά ωρίμανσης, καθώς «είναι πιο μικρά, τραχιά απέξω και όταν ωριμάσουν γίνονται σκούρα». Μάλιστα, όπως τονίζει, αυτό συχνά παρερμηνεύεται από τους καταναλωτές, αφού «πολλοί νομίζουν ότι όταν μαυρίζει είναι χαλασμένο, αλλά το Hass πρέπει να είναι σκούρο για να είναι ώριμο».
Σε επίπεδο καλλιεργητικών απαιτήσεων, το αβοκάντο θεωρείται σαφώς πιο απαιτητική καλλιέργεια σε σχέση με τα εσπεριδοειδή, κυρίως ως προς το νερό και τη συνολική φροντίδα. «Έχει μεγαλύτερη απαίτηση σε νερό από τα πορτοκάλια και εκεί υπάρχει θέμα, γιατί δεν έχουμε τα κατάλληλα έργα υποδομής», επισημαίνει, υπογραμμίζοντας παράλληλα τη σημασία της ποιότητας του νερού και του εδάφους. «Χρειαζόμαστε χώμα που να στραγγίζει γρήγορα και νερό χωρίς άλατα. Αν έχει υψηλή αγωγιμότητα, σοκάρονται τα δέντρα και μπορεί να ξεραθούν», ενώ ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια η καλλιέργεια απαιτεί στενή παρακολούθηση, καθώς «θέλει συχνά και μικρά ποτίσματα – είναι ευαίσθητο φυτό». Παρότι το αβοκάντο δεν εμφανίζει μεγάλο αριθμό εχθρών, τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί προβλήματα που απαιτούν προσοχή. Όπως αναφέρει, «έχει εμφανιστεί ο τετράνυχος, που δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα· προς το παρόν είναι ελεγχόμενος, αλλά αν ξεφύγει, θα υπάρχει θέμα», ενώ κάνει αναφορά και στη φυτόφθορα, αλλά και στις επιπτώσεις των καιρικών φαινομένων, καθώς «στην καρπόδεση των Fuerte είχαμε λασποβροχή και εξαφανίστηκαν τα έντομα επικονίασης».
Παρά τις αυξημένες απαιτήσεις, το αβοκάντο παρουσιάζει καλύτερη οικονομική εικόνα σε σχέση με άλλες καλλιέργειες. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, «το αβοκάντο είναι στα 2,30 – 2,50 ευρώ το κιλό, ενώ τα πορτοκάλια είναι στα 30 – 35 λεπτά». Οι τιμές διαφοροποιούνται ανάλογα με την ποικιλία και τη χρονική περίοδο, καθώς «στις πρώιμες ποικιλίες είχαμε τιμές μέχρι 2,50 ευρώ, μετά έπεσαν στα 2,20 και τώρα ξαναπήγαν γύρω στα 2,40», με τις διακυμάνσεις αυτές να θεωρούνται διαχειρίσιμες, αφού «στα αβοκάντο τα 20–30 λεπτά διαφορά δεν είναι τόσο μεγάλη όσο σε άλλες καλλιέργειες».
Καθοριστικό ρόλο σύμφωνα με τον κ. Κορναράκη, στην τελική ποιότητα του καρπού παίζει η σωστή στιγμή και ο τρόπος συγκομιδής. «Το βασικό ποιοτικό χαρακτηριστικό είναι η ξηρά ουσία· στα Fuerte πρέπει να είναι γύρω στο 20–21%», εξηγεί, επισημαίνοντας ότι η καθυστερημένη συγκομιδή επηρεάζει αρνητικά τη γεύση, καθώς «αν τα αφήσουμε μέχρι Ιούνιο, ανεβαίνουν πολύ τα λιπαρά και βαραίνει η γεύση». Παράλληλα, η συγκομιδή πρέπει να γίνεται με προσοχή, «με ψαλιδάκι και όχι να τα ρίχνουμε από τα δέντρα», γιατί «αν χτυπήσουν, αρχίζουν τα προβλήματα»
Βιολογικό Αβοκάντο: εμπειρία δεκαετιών και υψηλές απαιτήσεις
Στην πλευρά του βιολογικού αβοκάντο, όπως την περιέγραψε στον ΑγροΤύπο ο κ. Γιώργος Δασκαλάκης, η πραγματικότητα της καλλιέργειας απέχει σημαντικά από την εικόνα της «εύκολης και γρήγορα αποδοτικής επιλογής» που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια. Ο ίδιος ασχολείται με το αβοκάντο εδώ και περίπου 35–40 χρόνια, καλλιεργώντας σήμερα περίπου 20 στρέμματα στο Ρέθυμνο, και μιλά από τη θέση ανθρώπου που έχει ζήσει ολόκληρη την πορεία της καλλιέργειας στην Κρήτη. Όπως επισημαίνει, η αυξημένη δημοτικότητα του αβοκάντο βασίστηκε σε μια παραπλανητική αντίληψη, καθώς «έχει γίνει μόδα το αβοκάντο, επειδή κυκλοφόρησε ότι βάζεις αβοκάντο και προκόβεις», τονίζοντας ότι πρόκειται για «μια πολύ δύσκολη καλλιέργεια, πάρα πολύ επισφαλή για την Ελλάδα – ακόμη και για την Κρήτη».
Στο κτήμα του καλλιεργούνται περισσότερες από μία ποικιλίες, με βασικές τις Hass και Fuerte, αλλά και άλλες όπως Zutano και Bacon. Όπως αναφέρει, «έχουμε πέντε-έξι ποικιλίες», επισημαίνοντας ότι η συγκομιδή δεν γίνεται μαζικά αλλά σταδιακά, ανάλογα με το φορτίο κάθε δέντρου. «Δεν είναι πορτοκάλια που μπαίνουμε, τα μαζεύουμε και τελειώσαμε», εξηγεί, καθώς «ένα δέντρο με 10% παραγωγή θέλει άλλο χειρισμό από ένα με 50% ή 80%». Ιδιαίτερα στη βιολογική καλλιέργεια, ο έλεγχος του φορτίου θεωρείται κρίσιμος, αφού «τα αβοκάντο πρέπει να έχουν μικρές παραγωγές», ώστε τα δέντρα να παραμένουν ισορροπημένα και να μην επιβαρύνονται.
Κεντρικό ρόλο στη βιολογική διαχείριση παίζει η οργανική ουσία και η συνολική ισορροπία του εδάφους. Ο κ. Δασκαλάκης απορρίπτει τη λογική της έντονης αζωτούχας λίπανσης, τονίζοντας ότι «πετάνε αμμωνίες, καταστρέφουν το έδαφος και δημιουργούν δέντρα που φαίνονται ωραία αλλά έχουν προβληματική παραγωγή». Το αβοκάντο παρουσιάζει έντονη βλαστομανία, με περίπου τέσσερα κύματα βλάστησης τον χρόνο, γεγονός που καθιστά απαραίτητο τον έλεγχο της ανάπτυξης, καθώς «δεν είναι δέντρο για υπερπαραγωγή» και «πρέπει να υπάρχει ισορροπία». Στο ίδιο πλαίσιο, η κοπριά εφαρμόζεται σε όλη την επιφάνεια του αγρού και όχι μόνο στη βάση των δέντρων, αφού «δεν βλέπεις χωράφι – γεμίζει όλο, εκεί που γίνεται το ριζικό σύστημα και ακόμη πιο πέρα». Αναφερόμενος σε εχθρούς και ασθένειες, σημειώνει ότι προβλήματα μπορεί να εμφανιστούν, χωρίς όμως να είναι κατ’ ανάγκη ανασταλτικά. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στον θρίπα, τον οποίο αντιμετωπίζει με στάση παρακολούθησης και όχι άμεσης επέμβασης, καθώς «δεν είμαι της λογικής να ραντίζω με την παραμικρή ένδειξη», αφήνοντας «και λίγο τον οργανισμό να αντιδράσει».
Περνώντας στο κομμάτι της αγοράς, ο κ. Δασκαλάκης περιγράφει μια εικόνα έντονου ανταγωνισμού και πιεσμένων τιμών για το βιολογικό αβοκάντο. Όπως αναφέρει, συνεργάζεται εδώ και περίπου 15 χρόνια με αγοραστή στη Γερμανία, όπου « πουλάμε 14,5 ευρώ το τετράκιλο, παραδοτέο». Ωστόσο, η ονομαστική αυτή τιμή δεν αντικατοπτρίζει το καθαρό έσοδο του παραγωγού, καθώς μετά τη συσκευασία και τα σχετικά κόστη «στον παραγωγό καθαρίζει γύρω στα 3,20 με 3,30 ευρώ το κιλό». Αντίστοιχες τιμές ισχύουν, όπως σημειώνει, τόσο για τη διάθεση στην Ελλάδα όσο και για το εξωτερικό, αφού «τόσο πουλάμε και εδώ και μπορεί και να πεσει κι άλλο το καθαρό ποσό».
Η πλευρά της αγοράς και της εμπορίας
Στην πλευρά της εμπορίας και της διακίνησης του αβοκάντο, όπως περιγράφεται στον ΑγροΤύπο από την ΕΛΕΝΑ Α.Ε., η εικόνα της καλλιέργειας αποτυπώνεται μέσα από το πρίσμα της αγοράς, της ποιότητας και της μακροχρόνιας συνεργασίας με τους παραγωγούς των Χανίων. Η εταιρεία δραστηριοποιείται από το 1990 στη συσκευασία, τυποποίηση και εμπορία εσπεριδοειδών και αβοκάντο, διαθέτοντας εγκαταστάσεις στα Μυλωνιανά Κυδωνίας Χανίων, όπου στεγάζονται οι χώροι παραλαβής και φόρτωσης, οι αποθηκευτικοί χώροι και ψυκτικός θάλαμος με ελεγχόμενη ατμόσφαιρα, που επιτρέπει την ασφαλή διαχείριση και διακίνηση του προϊόντος.
Από την εικόνα που μεταφέρεται μέσω της αγοράς, η φετινή συγκομιδή του αβοκάντο στον νομό Χανίων βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, με διαφοροποιήσεις ανά ποικιλία. Οι πρώιμες ποικιλίες, με βασικότερες τις Zutano και Fuerte, έχουν ολοκληρώσει σχεδόν τον κύκλο τους, παρουσιάζοντας μειωμένη παραγωγή σε σχέση με την περσινή χρονιά, ενώ σταδιακά το ενδιαφέρον της αγοράς μεταφέρεται στις πιο όψιμες ποικιλίες, με κυρίαρχη τη Hass, η οποία αποτελεί και τη «ναυαρχίδα» του εμπορίου. Η συγκομιδή εξελίσσεται κλιμακωτά, ανάλογα με την ποικιλία και τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες, ώστε να διασφαλίζεται η σωστή ωρίμανση και η ποιότητα του καρπού.
Σε επίπεδο παραγωγής, η φετινή χρονιά καταγράφεται χαμηλότερη σε σχέση με πέρυσι, κυρίως λόγω προβλημάτων στην καρπόδεση των πρώιμων ποικιλιών. Οι έντονες εναλλαγές θερμοκρασίας κατά την περίοδο της ανθοφορίας επηρέασαν αρνητικά την εξέλιξη της παραγωγής, ενώ παράλληλα η λειψυδρία στον νομό Χανίων έχει καταστήσει τη χρονιά ιδιαίτερα απαιτητική. Η άρδευση δεν είναι πάντα ομοιόμορφη και δεν καλύπτονται πλήρως οι ανάγκες των δέντρων, γεγονός που επιβαρύνει την καλλιέργεια, παρότι καταβάλλονται προσπάθειες για καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων υδατικών πόρων και αναζήτηση πιο βιώσιμων λύσεων για το μέλλον.
Σε ό,τι αφορά τα φυτοϋγειονομικά ζητήματα, επισημαίνεται ότι μέχρι πρόσφατα το αβοκάντο στην Κρήτη παρουσίαζε περιορισμένα προβλήματα. Από τον Απρίλιο του 2024, ωστόσο, καταγράφηκε η εμφάνιση του τετράνυχου Oligonychus perseae στον νομό Χανίων, ο οποίος αποτελεί πλέον τον βασικό εχθρό της καλλιέργειας. Από την πλευρά της αγοράς, η ζήτηση για το κρητικό αβοκάντο παραμένει έντονη και σταθερή, τόσο στην εγχώρια αγορά όσο και στο εξωτερικό, με τη διάθεση της παραγωγής να εξελίσσεται ομαλά. Οι τιμές παραγωγού κινούνται σε ικανοποιητικά έως υψηλά επίπεδα, καλύπτοντας σε μεγάλο βαθμό το αυξημένο κόστος καλλιέργειας.