Ο περονόσπορος αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ασθένειες της αμπέλου, ωστόσο η εικόνα που καταγράφεται φέτος σε περιοχές της Περιφερειακής Ενότητας Καβάλας ξεπερνά τα συνηθισμένα δεδομένα. Οι συνεχείς βροχοπτώσεις, η παρατεταμένη διαβροχή της βλάστησης και οι ευνοϊκές για την ανάπτυξη του παθογόνου θερμοκρασίες οδήγησαν σε εκτεταμένες προσβολές, προκαλώντας πολύ σοβαρές απώλειες στην παραγωγή.
Με στόχο να καταγράψουμε τη φετινή εικόνα της αμπελοκαλλιέργειας στην Καβάλα και να αποτυπώσουμε τις πραγματικές διαστάσεις της έξαρσης του περονοσπόρου, μιλήσαμε με τον κ. Γρηγόρη Τιμοσίδη, γεωπόνο από την Καβάλα και Γραμματέα του ΓΕΩΤ.Ε.Ε. Ανατολικής Μακεδονίας.
Οι περιοχές που επλήγησαν περισσότερο – Ζημιές που σε πολλές περιπτώσεις φτάνουν το 100%
Σύμφωνα με τον κ. Τιμοσίδη, τη φετινή χρονιά παρατηρείται έξαρση του περονοσπόρου σε όλες τις αμπελουργικές περιοχές της Καβάλας, με την έκταση και τα ποσοστά των ζημιών να διαφοροποιούνται ανάλογα με την περιοχή.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα καταγράφεται στη Δημοτική Ενότητα Ελευθερών, στην οποία περιλαμβάνονται περιοχές όπως οι Ελευθερές, το Ελαιοχώρι, η Νέα Πέραμος, το Μυρτόφυτο και η Φωλιά. Σε μεγάλο μέρος του κάμπου η εικόνα είναι ιδιαίτερα επιβαρυμένη, με εκτεταμένες καταστροφές στους αμπελώνες. «Σε μεγάλη έκταση του κάμπου η ζημιά ανέρχεται σχεδόν στο 100%. Έχουμε ολοσχερή καταστροφή των αμπελιών», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Σημαντικές προσβολές έχουν καταγραφεί επίσης στη Δημοτική Ενότητα Πιερέων, στη Δημοτική Ενότητα Ορφανού, καθώς και σε περιοχές του Δήμου Νέστου όπου καλλιεργούνται σταφύλια, με τις μέχρι σήμερα εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για ζημιές της τάξης του 60%-80%.
Η έκταση του προβλήματος, όπως τόνισε, δεν περιορίζεται σε μεμονωμένα αγροτεμάχια. Υπάρχουν ολόκληρες αμπελουργικές ζώνες έκτασης περίπου 500 στρεμμάτων, στις οποίες δεν εντοπίζεται υγιής αμπελώνας και δραστηριοποιούνται 50, 60 ή ακόμη και 70 διαφορετικοί παραγωγοί. Το στοιχείο αυτό, κατά τον ίδιο, καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένο πρόβλημα λανθασμένης διαχείρισης, αλλά για επιδημιολογική έξαρση που έπληξε συνολικά την περιοχή.
Ο κ. Τιμοσίδης διευκρίνισε ότι η καλλιεργητική περίοδος δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και, κατά συνέπεια, δεν έχει διαμορφωθεί η τελική εικόνα των ζημιών. Παράλληλα, το μολυσματικό φορτίο εξακολουθεί να παραμένει υψηλό, με αποτέλεσμα να μην αποκλείεται νέα έξαρση, εφόσον επικρατήσουν εκ νέου ευνοϊκές συνθήκες.
Όπως ανέφερε, την προηγουμένη της συνομιλίας είχε σημειωθεί νέα βροχόπτωση σε ορισμένες περιοχές, ενώ την ημέρα της συνέντευξης η θερμοκρασία έφτανε τους 30°C. «Τα σπόρια του μύκητα βρίσκονται ακόμη στον αέρα και με οποιαδήποτε νέα βροχή, σε συνδυασμό με τις θερμοκρασίες που επικρατούν, είναι πολύ πιθανό να υπάρξει νέα έξαρση», επισήμανε.
Οι συνεχείς βροχοπτώσεις δημιούργησαν ιδανικές συνθήκες για τον περονόσπορο
Όπως εξήγησε ο κ. Τιμοσίδης, η φετινή εικόνα δεν μπορεί να αποδοθεί σε ελλιπή φυτοπροστασία, αλλά στις εξαιρετικά ευνοϊκές για την ανάπτυξη του περονοσπόρου κλιματολογικές συνθήκες που επικράτησαν κατά τους μήνες Μάιο και Ιούνιο. Οι επαναλαμβανόμενες βροχοπτώσεις διατήρησαν υψηλή την υγρασία στους αμπελώνες και, ταυτόχρονα, δυσχέραναν σημαντικά την πρόσβαση των παραγωγών στα αγροτεμάχια. Παρότι οι αμπελουργοί προσπαθούσαν σχεδόν καθημερινά να διατηρήσουν τα αμπέλια τους υγιή και να πραγματοποιήσουν τους απαραίτητους ψεκασμούς, σε πολλές περιπτώσεις η είσοδος στα χωράφια ήταν πρακτικά αδύνατη λόγω των νερών.
Σύμφωνα με τα μετεωρολογικά δεδομένα που επικαλέστηκε, μόνο τον Μάιο σημειώθηκαν βροχοπτώσεις για περίπου 17-18 ημέρες, δηλαδή σχεδόν μέρα παρά μέρα, ενώ αντίστοιχη εικόνα επικράτησε και κατά τον Ιούνιο. Την ίδια περίοδο, οι θερμοκρασίες παρέμειναν κοντά στο εύρος που ευνοεί την ανάπτυξη του παθογόνου, χωρίς να είναι ούτε τόσο υψηλές ούτε τόσο χαμηλές ώστε να περιορίσουν την εξέλιξή του.
Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε και το φαινολογικό στάδιο της καλλιέργειας. Η έξαρση συνέπεσε με περίοδο έντονης βλάστησης, όταν οι ιστοί των φύλλων ήταν ακόμη τρυφεροί και η επιδερμίδα τους δεν είχε αποκτήσει ακόμη τη σκληρότητα που θα δυσχέραινε την είσοδο του παθογόνου. «Ήταν συνδυασμός του φαινολογικού σταδίου των αμπελιών και των κλιματολογικών συνθηκών. Εγώ, σε 30 χρόνια, δεν έχω ξαναδεί τόσο μεγάλες ζημιές και τόσο έντονη έξαρση», τόνισε.
Χαρακτηριστική ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, η ταχύτητα με την οποία εξελισσόταν η ασθένεια. «Ο παραγωγός πήγαινε το απόγευμα, ψέκαζε και έβλεπε ένα υγιές αμπέλι και την επόμενη ημέρα το απόγευμα η προσβολή είχε ήδη φτάσει στα τσαμπιά», ανέφερε. Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε και η παρατεταμένη παραμονή της υγρασίας πάνω στη βλάστηση. «Υπήρχαν περιπτώσεις που στις 11 το πρωί τα φύλλα διατηρούσαν ακόμη υγρασία. Ο συνδυασμός μικροσταγονιδίων και κατάλληλων θερμοκρασιών είναι ό,τι καλύτερο για την έξαρση του περονοσπόρου», σημείωσε.
Ακόμη και ποικιλίες που θεωρούνται σχετικά πιο ανθεκτικές προσβλήθηκαν, καθώς οι κλιματολογικές συνθήκες και το ευαίσθητο στάδιο της βλάστησης δημιούργησαν ιδιαίτερα αυξημένη πίεση προσβολής.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στη φετινή παραγωγή
Οι συνέπειες της φετινής έξαρσης δεν αφορούν μόνο την ποσότητα και την εμπορευσιμότητα της τρέχουσας παραγωγής, αλλά ενδέχεται να επηρεάσουν και την επόμενη καλλιεργητική περίοδο. Όπως εξήγησε ο κ. Τιμοσίδης, ο περονόσπορος έχει εμφανιστεί και στις κληματίδες, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει τους οφθαλμούς που θα βλαστήσουν και θα καρποφορήσουν την επόμενη χρονιά.
Παράλληλα, ακόμη και στα αγροτεμάχια όπου η καταστροφή δεν είναι ολοκληρωτική, απαιτείται σημαντική πρόσθετη εργασία για τον καθαρισμό των τσαμπιών, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο το ήδη επιβαρυμένο κόστος παραγωγής. «Ακόμη και στα αμπέλια με ζημιές της τάξης του 80%, η εργασία που πρέπει να γίνει στη συνέχεια για να καθαριστούν τα τσαμπιά επιβαρύνει τόσο πολύ το κόστος, που ουσιαστικά είναι σαν να μην υπάρχει παραγωγή», ανέφερε.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, παραγωγοί προχωρούν ή εξετάζουν ακόμη και την κοπή των αμπελιών πολύ χαμηλά, καθώς θεωρούν ότι δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Σύμφωνα με τον ίδιο, η απομάκρυνση της έντονα προσβεβλημένης βλάστησης γίνεται σε κάποιες περιπτώσεις και με την πρόθεση να περιοριστεί η επιβάρυνση των γειτονικών αμπελώνων, ενώ παράλληλα τίθεται ζήτημα αλλαγής ποικιλίας ή ακόμη και εγκατάλειψης αγροτεμαχίων που έχουν υποστεί πολύ μεγάλες ζημιές.
Η οικονομική διάσταση του προβλήματος είναι ιδιαίτερα σοβαρή, καθώς σε περιοχές όπως το Ελαιοχώρι η αμπελοκαλλιέργεια αποτελεί κύρια καλλιέργεια και βασική πηγή εισοδήματος. Ιδιαίτερα περιορισμένη αναμένεται, σύμφωνα με την εκτίμηση του κ. Τιμοσίδη, να είναι και η τελική εμπορεύσιμη παραγωγή. «Δεν νομίζω ότι η εμπορεύσιμη παραγωγή θα ξεπεράσει συνολικά το 25% στον νομό», σημείωσε, διευκρινίζοντας ότι το μεγαλύτερο μέρος της αναμένεται να προέρχεται από τις παραθαλάσσιες ζώνες, όπου το αεράκι συνέβαλε στο ταχύτερο στέγνωμα των φύλλων, με αποτέλεσμα οι προσβολές να είναι σημαντικά περιορισμένες.
Αυτοψίες, συσκέψεις και αίτημα για κατ’ εξαίρεση αποζημιώσεις
Το βασικό θεσμικό ζήτημα, σύμφωνα με τον κ. Τιμοσίδη, είναι ότι οι συγκεκριμένες ζημιές θεωρούνται εκτός του ισχύοντος κανονισμού του ΕΛΓΑ, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω της συνήθους διαδικασίας αποζημίωσης. Για τον λόγο αυτό, οι παραγωγοί ζητούν από την πολιτεία να υπάρξει κατ’ εξαίρεση αναγγελία της ζημιάς και να εξεταστεί ειδική διαδικασία αποζημίωσής τους.
Μετά τις κινητοποιήσεις των αμπελουργών έχει ξεκινήσει σειρά ενεργειών σε επίπεδο Περιφερειακής Ενότητας. Μέχρι τον χρόνο της συνομιλίας είχαν πραγματοποιηθεί, σύμφωνα με τον κ. Τιμοσίδη, τρεις συσκέψεις στο γραφείο του Αντιπεριφερειάρχη, με τη συμμετοχή του ΓΕΩΤ.Ε.Ε., εκπροσώπων αγροτικών συλλόγων, της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής και άλλων υπηρεσιακών παραγόντων.
Παράλληλα, συγκροτήθηκαν κλιμάκια της ΔΑΟΚ, τα οποία πραγματοποίησαν επιτόπιες επισκέψεις και διαπίστωσαν το μέγεθος του προβλήματος στους αμπελώνες. Το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. έχει επίσης συντάξει σχετική έκθεση για την επιδημιολογική έξαρση του περονοσπόρου, ενώ έχουν αποσταλεί επιστολές προς το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με αίτημα να αναζητηθεί τρόπος κατ’ εξαίρεση στήριξης και αποζημίωσης των πληγέντων παραγωγών.
Όπως υπογράμμισε ο κ. Τιμοσίδης, πρόκειται για επαγγελματίες αμπελουργούς με μακρά εμπειρία, οι οποίοι γνωρίζουν πολύ καλά την καλλιέργεια, πραγματοποιούν συστηματικά τους απαραίτητους ψεκασμούς και εφαρμόζουν ολοκληρωμένη διαχείριση. Πολλοί από αυτούς καλλιεργούν αμπέλια στην περιοχή εδώ και δεκαετίες, ακόμη και επί 50 χρόνια, ενώ δίπλα τους δραστηριοποιούνται γεωπόνοι με βαθιά γνώση της καλλιέργειας. «Δεν πρόκειται για αμέλεια των παραγωγών. Μιλάμε για επαγγελματίες αμπελουργούς, οι οποίοι είναι συνεπείς και τακτικοί στους ψεκασμούς τους. Οι φετινές συνθήκες ήταν τέτοιες που ήταν αδύνατο να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα», επισήμανε.
Κλείνοντας, ο κ. Τιμοσίδης ανέφερε ότι, βάσει της ενημέρωσης που είχε μέχρι τότε, είχαν υπάρξει ορισμένες σποραδικές αναφορές για συμπτώματα στον Τύρναβο. Ωστόσο, δεν είχε περιέλθει σε γνώση του αντίστοιχη εικόνα τόσο μεγάλης έκτασης σε άλλες αμπελουργικές περιοχές, όπως η Χαλκιδική, η Κρήτη και η Κόρινθος.
Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη προσβολή εκτεταμένων ζωνών και πολλών διαφορετικών εκμεταλλεύσεων στην Καβάλα, ενισχύει, σύμφωνα με τον ίδιο, την εκτίμηση ότι η φετινή εικόνα συνδέεται άμεσα με τις ιδιαίτερες τοπικές κλιματολογικές συνθήκες που επικράτησαν κατά τους μήνες Μάιο και Ιούνιο.

