Ο ψευδόκοκκος είναι ένας γνώριμος επισκέπτης των ελληνικών αμπελώνων και ένας εχθρός που οι αμπελουργοί καλούνται να παρακολουθούν συστηματικά κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου. Αν και με την έγκαιρη παρακολούθηση και τη σωστή διαχείριση μπορεί να διατηρηθεί υπό έλεγχο, η ανάπτυξη υψηλών πληθυσμών είναι δυνατόν να επηρεάσει τόσο την παραγωγή όσο και την ποιότητα των σταφυλιών, καθιστώντας αναγκαία τη λήψη κατάλληλων μέτρων όταν αυτό απαιτείται.
Στο πλαίσιο αυτό, συνομιλήσαμε με τη γεωπόνο κα. Ζαΐρα Παπαφίγκου από τον Οινοποιητικό Συνεταιρισμό Τυρνάβου, η οποία αναφέρθηκε στη διαχείριση του ψευδόκοκκου στην άμπελο και στα βασικά σημεία που πρέπει να γνωρίζουν οι παραγωγοί για την παρακολούθηση και την αντιμετώπισή του.
Η βιολογία του εχθρού και η σημασία της έγκαιρης επέμβασης
Όπως εξηγεί η κα. Παπαφίγκου στον ΑγροΤύπο, ο ψευδόκοκκος (Planococcus ficus) διαχειμάζει τόσο στο πρέμνο όσο και στο έδαφος, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την έναρξη της διαχείρισής του πολύ νωρίς μέσα στη χρονιά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, οι επεμβάσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν ακόμη και πριν από την έκπτυξη των οφθαλμών, με στόχο να περιοριστούν οι πληθυσμοί που κρύβονται στις σχισμές και τα τυχώματα του πρέμνου. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποιούνται κατάλληλα εντομοκτόνα σκευάσματα σε συνδυασμό με προσκολλητικά ή λάδια, ώστε να βελτιώνεται η διείσδυσή τους στα σημεία όπου προστατεύεται το έντομο.
Με την έναρξη της βλάστησης, το θηλυκό άτομο μετακινείται προς τη νέα πράσινη βλάστηση, ενώ το αρσενικό είναι πτερωτό και μετακινείται πετώντας. Το θηλυκό είναι αυτό που συναντάται πάνω στους βλαστούς και αργότερα στα φύλλα, όπου εγκαθίσταται και αναπτύσσεται. Η αναπαραγωγική του ικανότητα είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς μπορεί να γεννήσει χιλιάδες αυγά, γεγονός που εξηγεί γιατί οι πληθυσμοί του μπορούν να αυξηθούν γρήγορα όταν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές.
Η γεωπόνος υπογραμμίζει ότι η επιτυχία της καταπολέμησης συνδέεται άμεσα με το μέγεθος του εντόμου κατά τη στιγμή της επέμβασης. «Όσο μικρότερο είναι το θηλυκό, τόσο καλύτερη γίνεται η αντιμετώπισή του», επισημαίνει, τονίζοντας ότι όσο αναπτύσσεται και μεγαλώνει, η αποτελεσματικότητα των φυτοπροστατευτικών μέτρων μειώνεται σημαντικά. Παράλληλα, σημειώνει ότι ο ψευδόκοκκος εμφανίζει αρκετές γενιές μέσα στη χρονιά, συχνά με αλληλεπικάλυψη μεταξύ τους, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συνεχή παρακολούθηση των πληθυσμών του.
Ένα ακόμη στοιχείο που ξεχωρίζει είναι η μεγάλη διαφοροποίηση που μπορεί να παρατηρηθεί από αγροτεμάχιο σε αγροτεμάχιο. Σε αντίθεση με άλλους εχθρούς, η εμφάνιση και η εξέλιξη των πληθυσμών δεν είναι πάντοτε συγχρονισμένη, γεγονός που δυσκολεύει τη λήψη γενικών αποφάσεων για ολόκληρες περιοχές και ενισχύει την ανάγκη εξατομικευμένης παρακολούθησης.
Ζημιές στην παραγωγή και τρόποι εξάπλωσης
Το πρόβλημα που συνδέεται με την παρουσία του ψευδόκοκκου είναι η έκκριση μελιτώματος (κόλλας) πάνω στα φυτικά όργανα. Καθώς τρέφεται από την πράσινη βλάστηση, τα φύλλα και τις ράγες, αφήνει πάνω τους τις χαρακτηριστικές αυτές εκκρίσεις. Το μελίτωμα αυτό ευνοεί την ανάπτυξη των μυκήτων της καπνιάς, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η σταφιδοποίηση των σταφυλιών. Παράλληλα, τα οινοποιήσιμα σταφύλια υποβαθμίζονται όταν η καπνιά αναπτυχθεί πριν από τον τρύγο, ενώ τα επιτραπέζια χάνουν την εμπορική τους αξία και καθίστανται μη εμπορεύσιμα.
«Ο παραγωγός αν δεν δράσει, μπορεί να είναι καταστροφικό για το αμπέλι», αναφέρει χαρακτηριστικά η κα. Παπαφίγκου, υπογραμμίζοντας ότι σε υψηλές πληθυσμιακές πυκνότητες οι απώλειες μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντικές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος εξάπλωσης του εντόμου. Παρότι το θηλυκό κινείται αργά και η εξάπλωση μέσα στον αμπελώνα δεν είναι θεαματικά γρήγορη, ο άνθρωπος μπορεί άθελά του να συμβάλει στη μεταφορά του. Σύμφωνα με τη γεωπόνο, ο ψευδόκοκκος μπορεί να μεταφερθεί με τα ρούχα των εργατών, τις κλούβες συγκομιδής, τα εργαλεία και γενικότερα με τον εξοπλισμό που μετακινείται από σημείο σε σημείο. Για τον λόγο αυτό δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στο σχολαστικό καθάρισμα και πλύσιμο των μέσων που χρησιμοποιούνται στον αμπελώνα.
Η πρακτική εμπειρία από το πεδίο έχει οδηγήσει και σε μια ιδιαίτερα χρήσιμη οδηγία: όταν η προσβολή είναι περιορισμένη, τα προσβεβλημένα πρέμνα μπορούν να επισημαίνονται με κορδέλες και να γίνονται στοχευμένες επεμβάσεις μόνο σε αυτά. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγονται άσκοποι ψεκασμοί και περιορίζεται η χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Βέβαια, όταν η προσβολή έχει επεκταθεί σε μεγάλη έκταση, η πρακτική αυτή δεν είναι πλέον εφικτή.
Παρακολούθηση, κομφούζιο και προστασία των ωφέλιμων οργανισμών
Η παρακολούθηση αποτελεί βασικό εργαλείο στη διαχείριση του ψευδόκοκκου. Φερομονικές παγίδες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την καταγραφή του πληθυσμού του εντόμου, ωστόσο, όπως επισημαίνει η κα. Παπαφίγκου, κάθε αμπελοτεμάχιο παρουσιάζει τις δικές του ιδιαιτερότητες, γεγονός που απαιτεί ξεχωριστή αξιολόγηση των δεδομένων σε επίπεδο αγροτεμαχίου.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο κομφούζιο (παρεμπόδιση σύζευξης), μια τεχνική που τα τελευταία χρόνια εφαρμόζεται και για τον ψευδόκοκκο. Σύμφωνα με την εμπειρία που υπάρχει μέχρι σήμερα, τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά και δείχνουν ότι η μέθοδος μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο στο ολοκληρωμένο πρόγραμμα διαχείρισης του εχθρού, όπως συμβαίνει ήδη σε άλλες περιπτώσεις εντόμων της αμπέλου.
Παράλληλα, η γεωπόνος στάθηκε ιδιαίτερα στην ανάγκη προστασίας των ωφέλιμων οργανισμών. «Θέλουμε να έχουμε τα ωφέλιμα», αναφέρει, εξηγώντας ότι η αλόγιστη χρήση εντομοκτόνων μπορεί να εξοντώσει φυσικούς εχθρούς του ψευδόκοκκου και να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο τη διαχείρισή του. Για τον λόγο αυτό συστήνεται η αποφυγή άσκοπων εφαρμογών και η λήψη αποφάσεων με βάση την πραγματική εικόνα του αγρού.
Η επέμβαση, όταν απαιτείται, πρέπει να πραγματοποιείται τη σωστή χρονική στιγμή. Όπως περιγράφει η κα. Παπαφίγκου, το ιδανικό στάδιο είναι όταν τα νεαρά άτομα βρίσκονται ακόμη σε πολύ μικρό μέγεθος, «στο μέγεθος του κεφαλιού της καρφίτσας». Ωστόσο, μια πρακτική δυσκολία είναι ότι το στάδιο αυτό συμπίπτει συχνά με την ανθοφορία της αμπέλου, περίοδο κατά την οποία αποφεύγονται οι ψεκασμοί. Για τον λόγο αυτό απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση και επανεκτίμηση της κατάστασης αμέσως μετά.