Ο βοτρύτης αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μυκητολογικές ασθένειες του αμπελιού, καθώς μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ποιοτικές και ποσοτικές απώλειες στην παραγωγή όταν επικρατήσουν ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξή του. Αν και ο μύκητας μπορεί να προσβάλει όλα τα μέρη του φυτού, οι σημαντικότερες ζημιές καταγράφονται κατά την ανθοφορία και αργότερα, στην περίοδο της ωρίμανσης των σταφυλιών.
Δεδομένου ότι η ανθοφορία έχει πλέον ολοκληρωθεί, αυτή την περίοδο η προσοχή των αμπελουργών στρέφεται κυρίως στην προστασία των σταφυλιών κατά την ωρίμανση, όταν οι συνθήκες μπορούν να ευνοήσουν την εκδήλωση της ασθένειας.
Από την ανθοφορία έως την ωρίμανση: Τα στάδια με τη μεγαλύτερη επικινδυνότητα
Όπως εξηγεί η κα. Παπαφίγκου, ο βοτρύτης μπορεί να προσβάλει όλα τα μέρη του αμπελιού, ωστόσο οι μεγαλύτερες ζημιές παρατηρούνται κατά την ανθοφορία και αργότερα, στο στάδιο της ωρίμανσης των σταφυλιών.
Κατά την ανθοφορία, η προσβολή των ταξιανθιών μπορεί να προκαλέσει ανθόρροια, ενώ σε σοβαρές περιπτώσεις οι ταξιανθίες είναι δυνατόν να ξεραθούν ολοκληρωτικά, μειώνοντας σημαντικά το παραγωγικό δυναμικό του πρέμνου.
Αργότερα, κατά την ωρίμανση, η ασθένεια εκδηλώνεται στα σταφύλια με χαρακτηριστικά συμπτώματα. Οι προσβεβλημένες ρώγες αποκτούν μωβ-καφέ χρωματισμό και εμφανίζουν τη χαρακτηριστική γκρίζα σήψη, η οποία αποτελεί το γνώρισμα της ασθένειας.
«Αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι η προσβολή κατά την ανθοφορία και στη συνέχεια κατά την ωρίμανση, γιατί τότε προκαλούνται και τα σημαντικότερα προβλήματα στην παραγωγή», επισημαίνει χαρακτηριστικά.
Πότε αυξάνεται ο κίνδυνος προσβολής
Στο στάδιο της ωρίμανσης, όπου βρίσκεται αυτή την περίοδο η καλλιέργεια, ο κίνδυνος εμφάνισης του βοτρύτη αυξάνεται σημαντικά όταν τα σταφύλια αποκτήσουν περιεκτικότητα σε σάκχαρα τουλάχιστον 8%. Ωστόσο, για την εγκατάσταση και την ανάπτυξη του μύκητα καθοριστικό ρόλο παίζει και η ύπαρξη τραυματισμών στις ρώγες.
Όπως αναφέρει η κα. Παπαφίγκου, πληγές που έχουν προκληθεί από προσβολές ωιδίου, ευδεμίδας, χαλαζόπτωσης ή από οποιοδήποτε άλλο μηχανικό αίτιο αποτελούν πύλες εισόδου για τον μύκητα και αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα ανάπτυξης της ασθένειας.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται επίσης σε περιόδους βροχοπτώσεων, ειδικά όταν συνυπάρχουν τραυματισμοί στους καρπούς. Όπως σημειώνει, σε τέτοιες συνθήκες έχουν παρατηρηθεί έντονες προσβολές σε αμπελοτεμάχια της περιοχής.
Παράλληλα, κατά τον σχεδιασμό της φυτοπροστασίας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και το ιστορικό προσβολών κάθε αμπελώνα, καθώς αγροτεμάχια που έχουν παρουσιάσει προβλήματα στο παρελθόν ενδέχεται να εμφανίσουν αυξημένο κίνδυνο και τις επόμενες καλλιεργητικές περιόδους.
Προληπτική προστασία και σωστή διαχείριση του αμπελώνα
Η γεωπόνος τονίζει ότι η αντιμετώπιση του βοτρύτη βασίζεται κυρίως στην πρόληψη. Για τον λόγο αυτό συστήνεται η εφαρμογή εγκεκριμένων βοτρυδιοκτόνων προληπτικά, καθώς όταν η ασθένεια εγκατασταθεί, η καταπολέμησή της γίνεται δυσκολότερη.
Η ασθένεια μπορεί να εμφανιστεί τόσο στις λευκές όσο και στις ερυθρές ποικιλίες, με μεγαλύτερη όμως ευπάθεια να παρουσιάζουν οι πυκνόραγες ποικιλίες. Όπως εξηγεί η κα. Παπαφίγκου, στις περιπτώσεις αυτές ο μύκητας μπορεί να βρίσκεται λανθάνων ήδη από το στάδιο της ανθοφορίας και, όταν αργότερα αυξηθούν τα σάκχαρα και δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες, να εκδηλωθεί η προσβολή.
Εκτός από τις πυκνόραγες ποικιλίες, αυξημένη ευαισθησία εμφανίζουν και ποικιλίες με λεπτό φλοιό στις ρώγες. Σύμφωνα με την κα. Παπαφίγκου, στην περιοχή του Τυρνάβου χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν ο Ροδίτης και η Μαλαγουζιά.
Για τον λόγο αυτό, στις πυκνόραγες ποικιλίες θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική η προληπτική εφαρμογή βοτρυδιοκτόνου πριν από το κλείσιμο του σταφυλιού. Διαφορετικά, ακόμη και αν πραγματοποιηθεί μεταγενέστερος ψεκασμός, είναι δύσκολο να επιτευχθεί ικανοποιητική κάλυψη στο εσωτερικό του σταφυλιού.
«Αν δεν γίνει προληπτικός ψεκασμός πριν από το κλείσιμο του τσαμπιού, στις πυκνόραγες ποικιλίες η αντιμετώπιση γίνεται πολύ πιο δύσκολη, γιατί πλέον δεν μπορεί να καλυφθεί σωστά το σταφύλι», υπογραμμίζει.
Οι κρίσιμες επεμβάσεις και οι καλλιεργητικές πρακτικές
Πέρα από τη χημική προστασία, σημαντικό ρόλο στη διαχείριση του βοτρύτη διαδραματίζουν και οι καλλιεργητικές πρακτικές που συμβάλλουν στη βελτίωση του μικροκλίματος μέσα στην κόμη.
Εργασίες όπως το κορυφολόγημα, το βλαστολόγημα και το ξεφύλλισμα, όταν πραγματοποιούνται στο κατάλληλο στάδιο, βελτιώνουν τον αερισμό και τον φωτισμό των πρέμνων, περιορίζουν τη σχετική υγρασία και διευκολύνουν την καλύτερη κάλυψη των σταφυλιών κατά τους ψεκασμούς.
Παράλληλα, συνιστάται η απομάκρυνση των ζιζανίων και της αυτοφυούς βλάστησης από τη βάση των πρέμνων, καθώς και η αποφυγή υπερβολικής αζωτούχου λίπανσης, ώστε να μην αναπτύσσεται υπερβολική βλάστηση που δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για την εγκατάσταση του μύκητα. Όπως επισημαίνει η γεωπόνος, πρόκειται για βασικές πρακτικές που εφαρμόζονται γενικότερα στη διαχείριση πολλών μυκητολογικών ασθενειών.
Ειδικότερα στις οινοποιήσιμες ποικιλίες, οι σημαντικότερες επεμβάσεις για τον βοτρύτη είναι τρεις: η πρώτη κατά την έναρξη ή προς το τέλος της ανθοφορίας, όταν περίπου το 80% των ανθέων βρίσκεται ανοικτό, η δεύτερη πριν από το κλείσιμο του σταφυλιού και η τρίτη στο στάδιο της ωρίμανσης.
Σύμφωνα με την κα. Παπαφίγκου, οι συγκεκριμένες εφαρμογές αποτελούν τους βασικότερους χρόνους προστασίας απέναντι στον βοτρύτη και συμβάλλουν ουσιαστικά στον περιορισμό των προσβολών όταν συνδυάζονται με σωστή καλλιεργητική διαχείριση.