Οι πρόσφατες πυρκαγιές στη χώρα μας, εκτός από τις δασικές εκτάσεις, κατέκαψαν και εμπορικούς ελαιώνες, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν σημαντικές ζημιές στο φυτικό κεφάλαιο με οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό αντίκτυπο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αποκαρδιωτική εικόνα της καμένης υπερονόβιας ελιάς στις Ροβιές Ευβοίας. Με αφορμή τα παραπάνω, θα ήθελα να επισημάνω ορισμένα θέματα αναφορικά με την διαχείριση των πυρόπληκτων ελαιόδεντρων και την αποκατάσταση των ζημιών τους.
Αυτό που θα πρέπει αρχικά να επισημανθεί είναι ότι αν και ένας ελαιώνας που έχει πληγεί από την πυρκαγιά μπορεί να φαίνεται ολοκληρωτικά κατεστραμμένος, τα δέντρα ενδεχομένως μπορεί να ανακάμψουν και να γίνουν πάλι παραγωγικά εφόσον υπάρξει ορθή διαχείριση.
Συνεπώς δεν θα πρέπει να ληφθούν βιαστικές αποφάσεις εκρίζωσης των καμένων δένδρων και αντικατάστασής τους με νεαρά δενδρύλλια διότι εκτός από την οικονομική επιβάρυνση των παραγωγών μπορεί να προκληθούν και διαδικασίες υποβάθμισης του εδάφους (π.χ. διάβρωση εδάφους εξαιτίας της απομάκρυνσης του ριζικού συστήματος των ελαιοδένδρων).
Επίσης θα πρέπει να έχουμε υπόψιν μας ότι η ζημιά που έχουν υποστεί τα ελαιόδεντρα είναι συνδυαστική απόρροια πολλών παραμέτρων, όπως η ηλικία των δένδρων, η ταχύτητα του πνέοντος ανέμου και η ύπαρξη ετήσιας-ξηρής βλάστησης στον ελαιώνα, γεγονός που μπορεί να επιφέρει μεγάλη παραλλακτικότητα στο μέγεθος της ζημιάς των δένδρων που βρίσκονται στην ίδια περιοχή ακόμη και μέσα στον ίδιο ελαιώνα.
Για παράδειγμα, η πλήρη νέκρωση των ελαιόδεντρων από πυρκαγιά είναι πιο πιθανό να συμβεί σε νεότερους οπωρώνες που η πλειοψηφία των δέντρων έχει διάμετρο βλαστού μικρότερη από 2 εκ. Συνεπώς, απαιτείται αρχικά η χωροχρονική επιθεώρηση τόσο του ελαιώνα όσο και του κάθε δένδρου χωριστά, η αξιολόγηση της έκτασης της ζημιάς και μετέπειτα η επιλογή της στρατηγικής αποκατάστασης με βάση το μέγεθος της ζημιάς που έχει προκληθεί.
Σε δένδρα που έχουν υποστεί ελαφριά ζημιά από την πυρκαγιά, ήτοι σε δένδρα που διατηρούν μέρος της πράσινης κόμης και οι βραχίονες και ο κορμός τους δεν έχουν καταστραφεί, αποκρίνεται με κλάδευμα η καταστραμμένη επιφάνεια του δένδρου.
Στα ελαιοδένδρα όμως που έχουν υποστεί σοβαρότερες ζημιές, το μέγεθος της ζημίας και οι αποφάσεις σχετικά με τη βιωσιμότητα του ελαιώνα θα ληφθούν με βάση τον ρυθμό αναβλάστησης των δένδρων. Επισημαίνεται ότι τα σοβαρά πληγέντα δέντρα δεν θα πρέπει να κλαδεύονται μέχρι να αξιολογηθεί η δυνατότητα αναβλάστησης του δένδρου, γεγονός που θα εκτιμηθεί μετά τις επόμενες δυο βλαστικές περιόδους (φθινόπωρο και άνοιξη).
Τα ελαιόδεντρα, εφόσον δεν έχουν καταστραφεί ολοσχερώς, αναβλαστάνουν σχετικά εύκολα, ιδιαίτερα μετά από καταπόνηση-ζημιά (π.χ. παγετός, φωτιά) από λανθάνοντες οφθαλμούς στη βάση κυρίως του κορμού, οι οποίοι δίδουν ζωηρούς βλαστούς και συνεπώς νέα βλάστηση.
Ειδικότερα, η προηγούμενη εμπειρία από τις καταστροφικές πυρκαγιές που έγιναν το 2007 στην Ηλεία έδειξε ότι η συντριπτική πλειονότητα των πυρόπληκτων ελαιόδενδρων αναβλάστησε. Το ποσοστό και η ταχύτητα αναβλάστηση των δέντρων εξαρτάται από βαθμό ζημιάς από τη θερμότητα, το μέγεθος και την ηλικία του δέντρου, την υδατική καταπόνηση πριν και μετά το συμβάν και την παρουσία άθικτου κορμού και κλαδιών επάνω από το σημείο εμβολιασμού. Η αναγέννηση θα συμβεί συνήθως στην πλευρά του δέντρου που επλήγη λιγότερο από την πυρκαγιά.
Οι ελιές μπορούν να ξεκινήσουν να βλαστάνουν, από το ριζικό σύστημα και το υπέργειο μέρος, μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες και η διαδικασία αυτή θα πρέπει να προστατευτεί και να βοηθηθεί με κατάλληλες καλλιεργητικές πρακτικές.
Η άρδευση - εφόσον αναφερόμαστε σε αρδευόμενους ελαιώνες - γενικά μπορεί να συμβάλλει στην αναγέννηση αν και τα πυρόπληκτα δέντρα έχουν συνήθως χαμηλότερη υδατική καταπόνηση και υψηλότερη διαθεσιμότητα εδαφικής υγρασίας σε σύγκριση με τα άθικτα δέντρα με πλήρη κόμη. Έτσι, δέντρα που βρίσκονται στην διαδικασία αναβλάστησης χρειάζονται πολύ λιγότερο νερό λόγω της ύπαρξης μικρότερης φυλλικής επιφάνειας ανά όγκο ριζικού συστήματος.
Ομοίως λόγω της μικρής φυλλικής επιφάνειας σε σχέση με τη μεγάλη μάζα ριζών των δέντρων που αναβλαστάνουν, θα πρέπει να γίνεται λελογισμένη χρήση λιπασμάτων. Ιδιαίτερα, η αζωτούχα λίπανση θα πρέπει να αποφευχθεί το επόμενο διάστημα διότι μπορεί να κάνει την νέα βλάστη πιο ευάλωτη στον χειμερινό παγετό. Κατάλληλη μερίμνα στη νέα βλάστηση θα πρέπει να δοθεί, ανά περίπτωση, σε ότι αφορά και την φυτοπροστασία (ενδεικτικά εφαρμογή χαλκούχωνν σκευασμάτων) των πληγέντων ελαιοδένδρων.
Σε ότι αφορά τη νέα βλάστηση, εάν το ελαιόδεντρο προέρχεται από εμβολιασμό σε υποκείμενο άγρια ελιά ή σπορόφυτο, τότε η βλάστηση που θα προκύψει κάτω από το σημείο εμβολιασμού θα πρέπει να αφαιρεθεί. Αντίθετα, διατηρείται μόνο η νέα βλάστηση που προκύπτει πάνω από το σημείο εμβολιασμού.
Στην περίπτωση όμως που το υποκείμενο είναι σπορόφυτο και η αναβλάστηση έγινε αποκλειστικά κάτω από το σημείο εμβολιασμού, τότε χρειάζεται εμβολιασμός. Σε μη-εμβολιασμένα ελαιόδεντρα (π.χ. δένδρα που προήλθαν από μοσχεύματα) μπορεί να χρησιμοποιήθεί όλη τη νέα βλάστηση που θα προκύψει από τους λανθάνοντες οφθαλμούς.
Η διαχείριση των δένδρων που αναβλάστησαν αποτελεί το επόμενο στάδιο της αποκατάστασης του ελαιώνα και θα μας απασχολήσει στη συνέχεια.
Αθανάσιος Μολασιώτης, Καθηγητής, Διευθυντής Εργαστηρίου Δενδροκομίας,
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Αγρόκτημα ΑΠΘ, Θέρμη-Θεσσαλονίκη.