Οι σαλάτες αποτελούν βασικό προϊόν της ελληνικής πρωτογενούς παραγωγής, με παρουσία σχεδόν όλο τον χρόνο και έντονη διαφοροποίηση ως προς τις ποικιλίες, τη διαθεσιμότητα και τις τιμές. Πίσω από το τελικό προϊόν που φτάνει στον καταναλωτή, διαμορφώνεται ένα σύνθετο τοπίο καλλιεργητικών επιλογών, καιρικών προκλήσεων, κόστους παραγωγής και μεταβαλλόμενης ζήτησης, το οποίο επηρεάζει άμεσα τόσο τους παραγωγούς όσο και την αγορά.
Η εικόνα της καλλιέργειας
Για τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στην καλλιέργεια και εμπορία σαλατών μίλησε στο ρεπορτάζ ο κ. Κατσίγιαννης Αποστόλης, από την εταιρεία παραγωγής και εμπορίας φρούτων και λαχανικών Απόστολος Κατσίγιαννης ΕΕ, με έδρα την Αργολίδα. Όπως εξηγεί, η καλλιέργεια σαλατών στην περιοχή αφορά αποκλειστικά υπαίθριες καλλιέργειες, σε εκτάσεις που συνολικά φτάνουν τα 300–350 στρέμματα, μαζί με συνεργαζόμενους παραγωγούς. Η παραγωγή βασίζεται στη διαδοχική φύτευση, ώστε να υπάρχει συνεχής παρουσία προϊόντος στην αγορά από το φθινόπωρο έως και τα τέλη της άνοιξης. Ποικιλίες που καλλιεργούνται είναι Iceberg, Ρωμαίν (παραδοσιακό μαρούλι), Lolla (κόκκινες και πράσινες), Batavia (σγουρό μαρούλι)
Όπως σημειώνει ο ίδιος, η Batavia –το σγουρό μαρούλι– καταναλώνεται κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, ενώ το ρωμαίν προτιμάται περισσότερο στη Νότια. «Η Βόρεια Ελλάδα τρώει το σγουρό μαρούλι, δεν τρώει το ρωμαίν», αναφέρει χαρακτηριστικά. Η καλλιέργεια Iceberg συνεχίζεται ακόμη και μέσα στον Ιούνιο, με αυξημένο όμως ρίσκο, λόγω θερμοκρασιών και καιρικών συνθηκών. Οι πλημμύρες και οι συνεχείς βροχοπτώσεις της φετινής περιόδου επηρέασαν όλες τις ποικιλίες, προκαλώντας καθυστερήσεις στην ανάπτυξη και μείωση των συγκομιζόμενων ποσοτήτων. «Όταν έχεις βροχή κάθε μέρα, το φυτό σοκάρεται και πάει πίσω», τονίζει, επισημαίνοντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις δεν κόβονται οι αναμενόμενες ποσότητες.
Σύμφωνα με τον κ. Κατσίγιαννη, οι τιμές παραγωγού για τις σαλάτες παραμένουν σε υψηλά επίπεδα εδώ και μήνες. Από τον Σεπτέμβριο και μετά, οι τιμές στο χωράφι δεν έχουν πέσει κάτω από τα 30–40 λεπτά το τεμάχιο. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις τιμές παραγωγού στο χωράφι, ο κ. Κατσίγιαννης επισημαίνει ότι τα μαρούλια και η Batavia κινούνται αυτή την περίοδο περίπου στα 50 λεπτά το τεμάχιο, ενώ το Iceberg σε προηγούμενη φάση της σεζόν είχε φτάσει ακόμη και τα 70–80 λεπτά στο χωράφι, πριν αυξηθούν οι εισαγωγές και πιεστεί η αγορά. Για τις Lollo, οι τιμές παραγωγού κυμάνθηκαν περίπου κοντα στο iceberg το τεμάχιο, με ανοδικές τάσεις σε περιόδους αυξημένης ζήτησης. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «αν υπήρχε μεγάλη ποσότητα, θα ήταν τζάμπα· αν δεν υπάρχει προϊόν, ανεβαίνει η τιμή», περιγράφοντας με απλό τρόπο τη σχέση προσφοράς και ζήτησης που διαμορφώνει την αγορά.
Σε επίπεδο παράδοσης, μετά τη συγκομιδή και τη συσκευασία, οι τιμές διαμορφώνονται σημαντικά υψηλότερα σε σχέση με το χωράφι. Για τα μαρούλια, iceberg και τη Batavia, οι τιμές παράδοσης σε οργανωμένα σημεία διάθεσης κυμαίνονται από 60 έως και 90 λεπτά το τεμάχιο, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις, ανάλογα με την περίοδο και τη ζήτηση, έφτασαν ακόμη και το 1,59 ευρώ. Παρά τη γενικότερη πίεση που καταγράφεται στην αγορά λαχανικών, τα μαρουλοειδή παραμένουν από τα λίγα προϊόντα που διατηρούν σταθερά υψηλή τιμή παραγωγού, γεγονός που αποδίδεται κυρίως στις περιορισμένες διαθέσιμες ποσότητες. «Ακόμα και τώρα που άλλα προϊόντα πέφτουν, οι σαλάτες κρατάνε», σημειώνει.
Παραγωγός από τον Μαραθώνα, περιγράφει στον ΑγροΤύπο με την σειρά του την καλλιέργεια σαλατών ως «δύσκολη και απαιτητική», κυρίως λόγω της ευαισθησίας του φυλλώματος και της αυξημένης πιθανότητας να χαθεί η εμπορευσιμότητα αν παρουσιαστεί πρόβλημα στο προϊόν. Στην εκμετάλλευσή του καλλιεργούνται περίπου 40 στρέμματα, με κύρια προϊόντα το μαρούλι και την πράσινη λόλα. Όπως αναφέρει, το κόστος παραγωγής παραμένει αυξημένο, με τους σπόρους και τα εργατικά να αποτελούν τις βασικότερες δαπάνες. Η διάθεση γίνεται μέσω συνεργασιών με σούπερ μάρκετ, χωρίς συμβολαιακή δέσμευση, και οι τιμές παραγωγού διαμορφώνονται ανάλογα με την εποχή. «Μπορεί να πάει από 30 μέχρι και 45 λεπτά το τεμάχιο», σημειώνει, προσθέτοντας ότι το μαρούλι κινείται συνήθως υψηλότερα από τη λόλα. Η ζήτηση εμφανίζεται αυξημένη τους χειμερινούς μήνες, ενώ από την άνοιξη και μετά παρουσιάζει πτώση, στοιχείο που επηρεάζει άμεσα τον προγραμματισμό της καλλιέργειας και τις διαθέσιμες ποσότητες.
Βιολογική καλλιέργεια σαλατών: μικρή κλίμακα, υψηλές απαιτήσεις
Στο ρεπορτάζ μίλησε και ο βιολογικός παραγωγός κ. Γιώργος Κιμπεζής, ο οποίος καλλιεργεί σαλάτες σε μικρή έκταση, περίπου 8 στρεμμάτων, με διάθεση αποκλειστικά μέσω λαϊκών αγορών. Όπως περιγράφει, η παραγωγή του περιλαμβάνει κυρίως μαρούλι, κατσαρή σαλάτα πράσινη και κόκκινη, Iceberg, καθώς και σε μικρότερη κλίμακα Butterhead και Oak Leaf, με συνεχείς σπορές ώστε να υπάρχει προϊόν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο διάστημα μέσα στο έτος.
Η καλλιέργεια πραγματοποιείται τόσο σε χαμηλής κάλυψης τούνελ όσο και υπαίθρια, με τις υπαίθριες φυτεύσεις να ξεκινούν όταν το επιτρέψουν οι καιρικές συνθήκες. Όπως εξηγεί, φέτος οι συνεχείς βροχοπτώσεις και οι λάσπες καθυστέρησαν τις σπορές, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις χάθηκαν φυτά λόγω έντονης ανάπτυξης ζιζανίων. «Στη βιολογική καλλιέργεια το μεγαλύτερο θέμα είναι το χορτάρι», σημειώνει, τονίζοντας ότι το ξεχορτάριασμα απαιτεί πολλές εργατοώρες και αυξάνει σημαντικά το κόστος παραγωγής. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι σαλάτες δεν αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ασθενειών, ωστόσο ο ανταγωνισμός με τα ζιζάνια και η ανάγκη για καθαρό και καλά αεριζόμενο χωράφι καθιστούν την καλλιέργεια απαιτητική. Το κόστος επιβαρύνεται περαιτέρω από τα ακριβότερα βιολογικά λιπάσματα και σκευάσματα, με τα εργατικά να αποτελούν τη μεγαλύτερη δαπάνη.
Σε ό,τι αφορά τη διάθεση, οι βιολογικές σαλάτες πωλούνται στη λαϊκή αγορά περίπου στο 1 ευρώ το τεμάχιο, ανεξαρτήτως είδους. Όπως αναφέρει, η ζήτηση εξαρτάται κυρίως από τη φρεσκάδα και τη διαθεσιμότητα της αγοράς, ενώ οι καταναλωτικές προτιμήσεις διαφοροποιούνται: άλλοι επιλέγουν Iceberg για την ευκολία στη χρήση, άλλοι το παραδοσιακό μαρούλι ή τις κατσαρές σαλάτες. «Είναι καθαρά θέμα γούστου», τονίζει, προσθέτοντας ότι στη μικρή κλίμακα παραγωγής που διατηρεί, η άμεση διάθεση του προϊόντος μειώνει τον κίνδυνο απωλειών.
Η οπτική της εταιρείας σπόρων
Για την εικόνα της αγοράς από την πλευρά των σπόρων μίλησε στον ΑγροΤύπο εκπρόσωπος της ΓΑΙΩΓΝΩΣΗ Ε.Π.Ε., επισημαίνοντας ότι η εταιρεία αντιπροσωπεύει αντιπρόσωπος της Ολλανδικής εταιρείας BEJO ZADEN με δραστηριότητα και στον τομέα των σαλατών τα τελευταία χρόνια. Όπως ανέφερε, το χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνει ποικιλίες Batavia, Iceberg, Butterhead, Lollo πράσινη και κόκκινη, καθώς και Oak Leaf, με έμφαση στην ανθεκτικότητα στον περονόσπορο και στη σταθερή ποιότητα και παραγωγή. Σύμφωνα με την εκτίμησή του, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ενίσχυση του Iceberg και της Batavia έναντι των λόλων, ενώ συνολικά οι ποσότητες σαλάτας εμφανίζονται σχετικά σταθερές, με την αγορά να έχει φτάσει «στο ταβάνι της». Παράλληλα, σημείωσε ότι καταγράφεται στροφή προς τις κομμένες σαλάτες και τα κοπτήρια, γεγονός που περιορίζει την κατανάλωση ολόκληρης κεφαλής σαλάτας από τον τελικό καταναλωτή.