Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΛΓΑ η καλλιέργεια συµπύρηνου ροδάκινου στην χώρα μας για το 2025 ανέρχεται σε περίπου 168.000 στρέμματα.
«Η ποιότητα φέτος θα παίξει ρόλο στο συµπύρηνο ροδάκινο και ο καλός παραγωγός θα ανταµειφθεί µε υψηλότερη τιµή για την παραγωγή του», υποστηρίζει η μεταποίηση.
Και προσθέτει: «τα µικρόκαρπα ροδάκινα, τα χτυπηµένα, τα πράσινα και τα παραµορφωµένα, δύσκολα θα βρουν, φέτος, το δρόµο για τις γραµµές παραγωγής, καθώς η αγορά χυµού φράκαρε και αυτή της κοµπόστας φθίνει».
Κύκλοι της μεταποίησης ανέφεραν στον ΑγροΤύπο ότι σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία η φετινή παραγωγή στο συµπύρηνο ροδάκινο αναμένεται να κυμανθεί περίπου στους 300.000 τόνους, αυξημένη σε σχέση με πέρσι που ήταν γύρω στους 295.000 τόνους.
Αντίθετα οι παραγωγοί από την πλευρά τους αναφέρουν ότι η παραγωγή φέτος αναμένεται να είναι μειωμένη σε σχέση με την περσινή.
Ο κ. Πάνος Πασάκης, παραγωγός από την Σκύδρα, τονίζει στον ΑγροΤύπο ότι φέτος υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με το φαινόμενο των «Ξερών Βεργών» στις καλλιέργειες συµπύρηνου ροδάκινου. Ξεκίνησε η ανθοφορία αλλά στην συνέχεια δεν είχαμε καρπόδεση. Το φαινόμενο συνεχίζεται μέχρι σήμερα και βλέπουμε στο ίδιο δέντρο να υπάρχουν κλαδιά με φύλα και άλλα κλαδιά να μην έχουν. Το πρόβλημα αφορά ποικιλίες με μεγάλες ποσότητες (Άνδρος και Α34) και δεν είναι περιορισμένο σε συγκεκριμένες περιοχές αλλά σε όλες τις ζώνες καλλιέργειας. Είναι δεδομένο ότι η φετινή παραγωγή αναμένεται να είναι μειωμένη σε σχέση με την περσινή. Όσον αφορά τις τιμές παραγωγού αναμένουμε και φέτος να πάρουν τις υπερπρώιμες ποικιλίες «Ρομέο» και «Κατερίνα» με ανοικτές τιμές και από τα μέσα της Α34 μπορεί να ανακοινωθούν τιμές.
Από την πλευρά του ο Δημήτρης Τσιουλάκος, πρόεδρος της Ενωτικής Ομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων (ΕΟΑΣ) Ημαθίας, δηλώνει στον ΑγροΤύπο ότι «προσπαθούν να ρίξουν φέτος τις τιμές για αυτό μιλάνε για αυξημένη παραγωγή και ζητούν ποιότητα. Εμείς αντίθετα βλέπουμε ότι η παραγωγή στα συµπύρηνα φέτος αναμένεται να είναι μειωμένη. Ήδη έχουμε προβλήματα με καρπόπτωση και οι βασικές ποικιλίες Άνδρος (Andros) και Α34 φαίνεται να έχουν προβλήματα και μειωμένες αποδόσεις.
Οι μεταποιητές ζητούν ποιοτικά βιομηχανικά ροδάκινα, ενώ το αγροτικό εισόδημα συμπιέζεται και απειλούν ότι δεν θα αγοράσουν τους δεύτερης διαλογής καρπούς για χυμό. Οι παραγωγοί βρίσκονται αντιμέτωποι με τεράστια αύξηση του κόστους παραγωγής, πανάκριβο πετρέλαιο και ρεύμα, αυξήσεις σε λιπάσματα, φυτοφάρμακα και εφόδια, ελλείψεις εργατών γης, αλλά και συνεχείς ζημιές από παγετούς, χαλάζια, βροχοπτώσεις, καύσωνες και άλλα καταστροφικά φαινόμενα. Την ίδια ώρα πωλούν τα προϊόντα τους σε εξευτελιστικές τιμές, χωρίς ουσιαστική προστασία και στήριξη από το κράτος.
Τα προηγούμενα χρόνια ακόμη και ποιοτικό προϊόν υποβαθμιζόταν στην πράξη με παραλαβές ως «κλαρίσια», ενώ οι τιμές παραγωγού δεν ανταποκρίνονταν ούτε στην αξία του προϊόντος ούτε στο πραγματικό κόστος καλλιέργειας. Η κυβέρνηση παρακολουθεί αυτή την κατάσταση χωρίς να παρεμβαίνει υπέρ των παραγωγών. Την ίδια στιγμή, μεγάλες επιχειρήσεις του κλάδου κατέγραψαν αστρονομική αύξηση κερδών. Ενδεικτικά, για τη χρήση του 2023 σε συγκεκριμένες περιπτώσεις τα κέρδη αυξήθηκαν, κατά 2.778%, σε σχέση με το 2022. Αυτό αποδεικνύει ποιος πληρώνει το κόστος και ποιος καρπώνεται τα οφέλη.
Για τη νέα παραγωγική περίοδο, η Ενωτική Ομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων Ημαθίας διεκδικεί:
- Κατώτερες εγγυημένες τιμές παραλαβής που να καλύπτουν το κόστος παραγωγής.
- Ανακοίνωση τιμών και όρων παραλαβής πριν τη συγκομιδή.
- Άμεση πληρωμή των παραγωγών χωρίς καθυστερήσεις.
- Διαφανή ποιοτική κατάταξη χωρίς αυθαίρετες υποβαθμίσεις.
- Αφορολόγητο πετρέλαιο, φθηνό αγροτικό ρεύμα και μείωση του κόστους εφοδίων.
- Αποζημιώσεις στο 100% από τον ΕΛΓΑ για όλες τις ζημιές.
- Έργα άρδευσης, αντιχαλαζικής και αντιπαγετικής προστασίας.
Οι αγρότες δεν είναι υπεύθυνοι ούτε για τις επιλογές της μεταποιητικής βιομηχανίας ούτε για την κυβερνητική πολιτική που τους αφήνει εκτεθειμένους. Απαιτούν σεβασμό στον κόπο τους, δίκαιες τιμές και ουσιαστική προστασία της παραγωγής. Η Ενωτική Ομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων Ημαθίας καλεί τους αγρότες σε οργάνωση, συσπείρωση και κοινή δράση για την υπεράσπιση του εισοδήματος και της παραγωγής τους».
Ο κ. Τάσος Χαλκίδης, παραγωγός και πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Γεωργών Βέροιας, τονίζει στον ΑγροΤύπο ότι «οι μεταποιητές θέλουν ποιότητα στο συµπύρηνο ροδάκινο αλλά δεν μας είπαν πότε πλήρωσαν την ποιότητα στους παραγωγούς. Οι μεταποιητές φέτος θα πάρουν ακόμη και τα κουκούτσια αλλά δεν θέλουν να πληρώσουν. Η παραγωγή φέτος αναμένεται να είναι μειωμένη για την ποικιλία Άνδρος. Επίσης έχουμε φυτοπροστατευτικά προβλήματα με τις «Ξερές Βέργες» και όπως φαίνεται σε κάποιες πρώιμες ποικιλίες ροδάκινων συνεχίζονται τα προβλήματα με τους παραμορφωμένους καρπούς. Όσον αφορά την πρώιμη ποικιλία Κατερίνα κάθε χρόνο παραλαμβάνουν τα εργοστάσια αλλά με ανοικτές τιμές. Στο μεταξύ έρχονται οι εργάτες γης αλλά ακόμη δεν έχει ανοίξει η πλατφόρμα για να βγάλουμε τα χαρτιά τους και να μπορέσουν να εργαστούν νόμιμα στα χωράφια».
Από την πλευρά του ο κ. Γεώργιος Διαμαντόπουλος, παραγωγός και πρόεδρος Αγροτικού Συλλόγου Αλεξάνδρειας, αναφέρει στον ΑγροΤύπο ότι αυτή την στιγμή έχουμε αγροτεμάχια που έχουν πρόβλημα «Ξερών Βεργών» και δεν έχουν παραγωγή και άλλα που έχουν κιλά και αποδόσεις. Υπάρχει όμως και άλλο πρόβλημα γιατί μέσα στην προηγούμενη εβδομάδα είχαμε χαμηλές θερμοκρασίες και αναμένεται να στρεσάρουν τα δέντρα και να έχουμε μειωμένες αποδόσεις και μικροκαρπία. Ήδη πολλοί παραγωγοί αποφάσισαν να μην κάνουν αραιώματα. Όσον αφορά τις τιμές, ζητάνε οι μεταποιητές ποιότητα αλλά δεν την πληρώνουν. Το κόστος είναι ήδη υψηλό και δεν έχει ρευστότητα ο παραγωγός να προχωρήσει σε πρόσθετες φροντίδες για να έχει ποιότητα στο προϊόν.
Ο κ. Βασίλης Στογιαννίδης, παραγωγός ροδακίνων από τα Γιαννιτσά, δηλώνει στον ΑγροΤύπο ότι έχουμε μειωμένη παραγωγή στα συµπύρηνα για συγκεκριμένες ποικιλίες. Πρόβλημα έχουν οι Κατερίνα, Άνδρος και Α34 από τις «Ξερές Βέργες» και την καρπόπτωση. Σίγουρα αναμένεται μια μειωμένη παραγωγή σε σχέση με την περσινή στις περιοχές της βόρειας Πέλλας. Οι αρχικές προβλέψεις για την συνολική παραγωγή δείχνουν ότι δεν πρόκειται να ξεπεράσει τους 200.000 τόνους.