Η ευρωπαϊκή κτηνοτροφία φαίνεται, τουλάχιστον σε επίπεδο αριθμών, να εισέρχεται σε μια φάση σχετικής ισορροπίας. Οι έντονες αναταράξεις των προηγούμενων ετών δείχνουν να υποχωρούν, οι τιμές δεν καταγράφουν ακραίες διακυμάνσεις και η παραγωγή συνεχίζεται. Όμως αυτή η εικόνα δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε αίσθημα ασφάλειας για τον κτηνοτρόφο. Πίσω από τους δείκτες και τα στατιστικά, και ειδικά στον τομέα του γάλακτος, η καθημερινότητα στις κτηνοτροφικές μονάδες παραμένει εύθραυστη και γεμάτη ερωτήματα για το επόμενο διάστημα.
Τι δείχνουν οι τιμές γάλακτος στην Ευρώπη
Η μέση τιμή αγελαδινού γάλακτος στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώνεται στα 50,3 ευρώ ανά 100 κιλά, επίπεδο που παραμένει υψηλότερο σε σύγκριση με παλαιότερα χρόνια. Ωστόσο, μέσα σε έναν μόλις μήνα καταγράφεται πτώση της τάξης του 4,1%, γεγονός που δείχνει πόσο εύθραυστη παραμένει αυτή η ισορροπία. Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές τιμές κινούνται σε διαφορετικό επίπεδο από τις αντίστοιχες διεθνείς, με τις αγορές των ΗΠΑ και της Νέας Ζηλανδίας να ακολουθούν δική τους πορεία. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια αγορά που δεν καταρρέει, αλλά ούτε προσφέρει τη σταθερότητα που απαιτείται για μακροπρόθεσμο προγραμματισμό. Για τον κτηνοτρόφο, οι γρήγορες μεταβολές στις τιμές σημαίνουν ότι το εισόδημα μπορεί να αλλάξει πριν προλάβει να προσαρμοστεί το κόστος ή η παραγωγή.
Πιέσεις στα βασικά γαλακτοκομικά προϊόντα
Η εικόνα γίνεται πιο σύνθετη όταν εξετάζονται τα κύρια γαλακτοκομικά προϊόντα. Το βούτυρο καταγράφει αισθητή πτώση σε μηνιαία βάση, ενώ το τυρί τύπου Cheddar παρουσιάζει ακόμη μεγαλύτερη υποχώρηση, ακολουθώντας τις διακυμάνσεις της διεθνούς αγοράς. Την ίδια στιγμή, το αποβουτυρωμένο γάλα σε σκόνη εμφανίζει μικρή άνοδο, χωρίς όμως να ανατρέπει τη συνολική εικόνα. Οι διαφοροποιήσεις αυτές συνδέονται όχι μόνο με την κατανάλωση, αλλά και με το εξωτερικό εμπόριο, καθώς ορισμένα προϊόντα διατηρούν τη ζήτησή τους σε τρίτες χώρες, ενώ άλλα δέχονται ισχυρότερες πιέσεις. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά όπου η αξία του γάλακτος επηρεάζεται από πολλαπλούς παράγοντες, πέρα από τον άμεσο έλεγχο του παραγωγού.
Παραγωγή που συνεχίζεται, αλλά με αυξημένο ρίσκο
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η συλλογή αγελαδινού γάλακτος εμφανίζει αύξηση περίπου 1,2% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Η παραγωγή όχι μόνο διατηρείται, αλλά ενισχύεται ελαφρώς, γεγονός που δείχνει ότι οι μονάδες παραμένουν ενεργές και ανθεκτικές. Παράλληλα, όμως, η διεθνής εικόνα δείχνει ότι και άλλες μεγάλες παραγωγικές χώρες κινούνται ανοδικά, εντείνοντας τον ανταγωνισμό. Σε αυτό το περιβάλλον, η αύξηση της παραγωγής δεν συνεπάγεται αυτόματα και βελτίωση του εισοδήματος. Αντίθετα, σε μια αγορά με ευμετάβλητες τιμές, περισσότερη παραγωγή μπορεί να σημαίνει και μεγαλύτερη έκθεση στον οικονομικό κίνδυνο.
Κόστος που δεν υποχωρεί πραγματικά
Το κόστος ζωοτροφών και ενέργειας εμφανίζεται σταθεροποιημένο σε σχέση με τις προηγούμενες εβδομάδες, χωρίς έντονες αυξήσεις. Παρ’ όλα αυτά, η σταθερότητα αυτή έρχεται μετά από μια μακρά περίοδο ανατιμήσεων και παραμένει σε επίπεδα που συνεχίζουν να βαραίνουν τη βιωσιμότητα των μονάδων. Η εξέλιξη των ενεργειακών τιμών και οι διακυμάνσεις στο διεθνές περιβάλλον επηρεάζουν έμμεσα το κόστος παραγωγής, ακόμη και όταν δεν αποτυπώνονται άμεσα σε νέες αυξήσεις. Για τον κτηνοτρόφο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν το κόστος ανεβαίνει ή κατεβαίνει πρόσκαιρα, αλλά αν μπορεί να καλυφθεί από την τελική τιμή πώλησης. Και σε αυτό το σημείο, τα περιθώρια εξακολουθούν να παραμένουν περιορισμένα.
Η αντίφαση της «ομαλοποίησης»
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή μιας αγοράς που προσπαθεί να ισορροπήσει. Οι δείκτες δείχνουν σχετική σταθεροποίηση, οι τιμές δεν καταρρέουν και η παραγωγή συνεχίζεται. Στο επίπεδο της μονάδας, όμως, η αβεβαιότητα παραμένει. Οι διακυμάνσεις στις τιμές, το κόστος που δεν υποχωρεί ουσιαστικά και η έλλειψη προβλεψιμότητας καθιστούν δύσκολο τον προγραμματισμό της επόμενης ημέρας. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν αυτή η «σταθερότητα» αρκεί για να στηρίξει τη βιωσιμότητα της κτηνοτροφίας ή αν απλώς μεταφέρει το βάρος της προσαρμογής στον ίδιο τον παραγωγό.
Πηγή: DG AGRI – Market Observatory

