Στη σύγχρονη γεωργική πρακτική συναντά κανείς μια ιδιαίτερη κατηγορία λιπασμάτων, τα οργανοχημικά. Πρόκειται για σκευάσματα στα οποία συνυπάρχουν, στον ίδιο κόκκο, οργανικά υλικά βιολογικής – κυρίως φυτικής – προέλευσης μαζί με ανόργανα θρεπτικά στοιχεία. Δεν είναι ούτε καθαρά οργανικά ούτε συμβατικά ανόργανα λιπάσματα, αλλά προϊόντα στα οποία τα δύο κλάσματα συνδυάζονται με τρόπο που επιτρέπει την αλληλεπίδρασή τους. Η σημασία τους σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο τα οργανικά συστατικά επηρεάζουν τη διαθεσιμότητα και τη συμπεριφορά των ανόργανων θρεπτικών στοιχείων στο έδαφος.
Η δράση στο σημείο εφαρμογής
Η δράση των οργανοχημικών λιπασμάτων είναι κατά βάση εντοπισμένη, καθώς εκδηλώνεται στα σημεία διαλυτοποίησης των κόκκων (pellets) του λιπάσματος. Εκεί, στο άμεσο μικροπεριβάλλον όπου ο κόκκος έρχεται σε επαφή με το έδαφος, αναμένεται ενίσχυση της Ικανότητας Ανταλλαγής Κατιόντων, αύξηση της υπολειμματικής επίδρασης και βελτίωση του συντελεστή ανάκτησης των θρεπτικών στοιχείων που περιέχονται στο λίπασμα, ιδιαίτερα ως προς τη διαθεσιμότητα του φωσφόρου. Παράλληλα, στο ίδιο σημείο ευνοείται η δημιουργία διαλυτών οργανoμεταλλικών (χηλικών) συμπλόκων των μικροθρεπτικών κατιόντων. Για να εκδηλωθεί ουσιαστικά αυτή η θετική επίδραση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η άμεση γειτνίαση των κόκκων του λιπάσματος με το ριζικό σύστημα των αναπτυσσόμενων φυτών. Επιπλέον, η εκδήλωση συνεργισμού μεταξύ οργανικών και ανόργανων συστατικών προϋποθέτει κατάλληλη προέλευση και ποιότητα του οργανικού κλάσματος.
Ικανότητα Ανταλλαγής Κατιόντων και προστασία από έκπλυση
Η ενεργός οργανική ύλη διαθέτει σημαντική Ικανότητα Ανταλλαγής Κατιόντων (ΙΑΚ), μεγαλύτερη από εκείνη του κλάσματος της αργίλου. Τα αρνητικά φορτία που προέρχονται από ιονιζόμενες ομάδες, όπως οι καρβοξυλικές και φαινολικές, προσδίδουν στους κόκκους του λιπάσματος αυξημένη ικανότητα συγκράτησης κατιόντων.
Κατά τη φάση διάλυσης, τα θρεπτικά κατιόντα – όπως το αμμώνιο (NH4+), το κάλιο (K+) και το μαγνήσιο (Mg2+) – συγκρατούνται σε ανταλλάξιμη μορφή και προστατεύονται από την έκπλυση, όπως επίσης και το ασβέστιο (Ca2+) του εδάφους. Ιδιαίτερη σημασία έχει αυτό σε όξινα εδάφη, όπου οι απώλειες είναι συχνότερες. Παράλληλα, συγκρατούνται και μικροθρεπτικά κατιόντα, όπως ο σίδηρος (Fe2+) και ο ψευδάργυρος (Zn2+), τα οποία αποδίδονται βαθμιαία στο εδαφικό διάλυμα και παραμένουν άμεσα αφομοιώσιμα από τα φυτά.
Συμπλοκοποίηση μικροθρεπτικών στοιχείων
Τα οργανικά μακρομόρια διαθέτουν δραστικές λειτουργικές ομάδες, όπως καρβοξυλικές (COOH) και υδροξυλικές (ΟΗ), οι οποίες τους προσδίδουν ιδιότητες χηλικών παραγόντων. Οι ομάδες αυτές έχουν τη δυνατότητα να συγκρατούν μεταλλικά μικροθρεπτικά κατιόντα του εδάφους ή του λιπάσματος, σχηματίζοντας διαλυτά οργανoμεταλλικά (χηλικά) σύμπλοκα. Με τον τρόπο αυτό τα μικροθρεπτικά διατηρούνται σε διαλυτή μορφή στο εδαφικό διάλυμα και καθίστανται διαθέσιμα για απορρόφηση από τα φυτά.
Διαθεσιμότητα φωσφόρου
Σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά του φωσφόρου στο έδαφος, η παρουσία δραστικών οργανικών ομάδων συνδέεται με μεταβολές στις διεργασίες δέσμευσής του. Σύμφωνα με βιβλιογραφικά δεδομένα, τα φωσφορικά ανιόντα μπορούν να σχηματίζουν «γέφυρες» με μεταλλικά ιόντα όπως Fe³⁺, Al³⁺ και Ca²⁺, ενώ η οργανική ύλη είναι δυνατόν να σχηματίζει οργανικά σύμπλοκα με ιόντα ασβεστίου (Ca²⁺), απομακρύνοντάς τα από το εδαφικό διάλυμα και αυξάνοντας τη διαλυτότητα – ή ενεργότητα – των φωσφορικών ιόντων.
Επιπλέον, σε ασβεστούχα εδάφη οι οργανικές ομάδες και τα φωσφορικά ανιόντα ανταγωνίζονται για τις ίδιες θέσεις προσρόφησης στην επιφάνεια του ασβεστίτη, γεγονός που μπορεί να μειώσει την ενέργεια δέσμευσης του προσροφημένου φωσφόρου και να τον καταστήσει περισσότερο διαθέσιμο για τα φυτά.
Υδατικές σχέσεις και ταχύτερη διάλυση
Η οργανική ύλη υπεισέρχεται στις υδατικές σχέσεις του εδάφους, συμβάλλοντας στη βελτίωση της ωφέλιμης υδατοϊκανότητάς του. Η αυξημένη αυτή υδατοϊκανότητα διευκολύνει τη διαβροχή των κόκκων του οργανοχημικού λιπάσματος και κατ’ επέκταση τη διαλυτοποίησή τους. Ως αποτέλεσμα, η διάλυση των κόκκων μπορεί να είναι ταχύτερη και πληρέστερη σε σύγκριση με τα συμβατικά ανόργανα λιπάσματα, ακόμη και υπό συνθήκες περιορισμένης εδαφικής υγρασίας, με την προϋπόθεση ότι οι χημικές μορφές των ανόργανων θρεπτικών στοιχείων είναι ισοδύναμες.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τον παραγωγό
Για τον παραγωγό, το ζήτημα μεταφράζεται σε πιο σταθερή διαχείριση της θρέψης και σε καλύτερη αξιοποίηση των θρεπτικών στοιχείων στο άμεσο περιβάλλον της ρίζας, εκεί όπου εκδηλώνεται η δράση του λιπάσματος. Η χρήση τους δεν υποκαθιστά τη σωστή ανάλυση εδάφους και τον ορθολογικό σχεδιασμό της λίπανσης. Ανήκουν όμως σε μια κατηγορία λιπασμάτων με συγκεκριμένο μηχανισμό δράσης, ο οποίος εστιάζει στη μικροκλίμακα του κόκκου και της ρίζας. Η κατανόηση αυτού του τρόπου λειτουργίας αποτελεί βασική προϋπόθεση πριν από οποιαδήποτε επιλογή εφαρμογής στο χωράφι.
Πηγή: Γεωργία – Κτηνοτροφία, 9/2006, «Οργανοχημικά Λιπάσματα», Δρ Δ. Αναλογίδης, σελ. 42–45