Η περίοδος που διανύουμε, από τα μέσα του χειμώνα έως τα πρώτα στάδια πριν την άνθηση, είναι καθοριστικής σημασίας για τη ροδακινιά. Σε αυτή τη φάση διαμορφώνονται οι «βάσεις» τόσο για τη σωστή θρέψη όσο και για τη φυτοπροστασία της νέας καλλιεργητικής χρονιάς, με αποφάσεις που επηρεάζουν άμεσα την εξέλιξη της παραγωγής.
Ο ΑγροΤύπος συνομίλησε με τους γεωπόνους του Α.Σ. Βελβεντού «Η Δήμητρα», κ. Θωμά Στεργίου και κ. Αργύρη Σιλίρη, οι οποίοι μεταφέρουν την εικόνα από τα κτήματα της περιοχής και εξηγούν ποιες παρεμβάσεις πραγματοποιούνται αυτή την περίοδο, ποια σημεία απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή και πώς διαμορφώνεται στην πράξη η στρατηγική λίπανσης και φυτοπροστασίας.
Βασική λίπανση: φωσφόρος τώρα, προσοχή στο κάλιο, αναμονή για το άζωτο
Η συζήτηση ξεκινά από τις αναλύσεις εδάφους. Όπως επισημαίνουν οι γεωπόνοι, οι αναλύσεις γίνονται κυρίως Νοέμβριο–Δεκέμβριο, ιδιαίτερα σε νέες φυτεύσεις αλλά και σε παραγωγικά κτήματα, σε έναν ορίζοντα τρία–τέσσερα χρόνια, ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν εξαντληθεί αποθέματα μακροστοιχείων και ιχνοστοιχείων. Τα δείγματα αποστέλλονται είτε σε κρατικό φορέα είτε σε ιδιωτικά εργαστήρια και, βάσει αποτελεσμάτων, καθορίζεται η μορφή και η ποσότητα της λίπανσης. Στην περιοχή της Κοζάνης τα εδάφη είναι κατά κανόνα επικλινή και στραγγιστικά, με χαμηλή οργανική ουσία. Υπάρχουν αμμώδη, αμμοπηλώδη και αργιλοπηλώδη εδάφη, όμως «μέσα στον μέσο όρο στραγγίζουν», γεγονός που συνδέεται με μειωμένα οργανικά αποθέματα.
Πώς κινείται η βασική λίπανση αυτή την περίοδο
Στα παραγωγικά δέντρα, η βασική κοκκώδης λίπανση πραγματοποιείται Ιανουάριο έως Φεβρουάριο. Οι γεωπόνοι τονίζουν ότι δεν πρέπει να φτάνει κανείς στα τέλη Φεβρουαρίου, καθώς γύρω στις 10–15 Μαρτίου μπορεί να έχει ήδη ξεκινήσει η άνθηση. Ο φωσφόρος, όπως αναφέρει ο κ. Σιλίρης, «καλό είναι να πέφτει όλος τώρα», στο διάστημα Νοεμβρίου–Φεβρουαρίου. Δεν ξεπλένεται όπως το άζωτο και πρέπει να είναι διαθέσιμος ώστε να στηρίξει τους ανθοφόρους οφθαλμούς Μάρτιο–Απρίλιο. «Έχει δεν έχει φορτίο, ο φωσφόρος πέφτει όλος τώρα».
Για το κάλιο, μπορεί να δοθεί είτε ολόκληρο είτε σπαστά. Σε περιπτώσεις όπου υπάρχει ρίσκο παγετού, αρκετοί παραγωγοί επιλέγουν να ρίξουν «τη μισή ποσότητα τώρα και την υπόλοιπη τον Απρίλιο», όταν θα έχει διαπιστωθεί η καρπόδεση και το φορτίο πριν το αραίωμα. Αν χαθεί η παραγωγή από παγωνιά, η στρατηγική διαφοροποιείται. Ο κ. Στεργίου διευκρινίζει ότι μπορεί να δοθεί και όλο το κάλιο τώρα, και στη συνέχεια να συνεχιστεί η θρέψη μόνο με άζωτο.
Σε ό,τι αφορά το άζωτο, ξεκαθαρίζεται ότι «άζωτο δεν ρίχνουμε τώρα» στη βασική χειμερινή λίπανση. Το άζωτο συνδέεται άμεσα με την ύπαρξη καρπού. Στην ανθοφορία μπορεί να δοθεί το 1/3 έως 1/2 της συνολικής ποσότητας, ώστε να ενισχυθεί η άνθηση και η καρπόδεση. Αν όμως υπάρξει παγετός ή απώλεια φορτίου, η στρατηγική προσαρμόζεται. Γίνεται επίσης αναφορά σε ουρία ή αμμωνιακό άζωτο, με τη διευκρίνιση ότι αν εφαρμοστούν νωρίς, «δεν θα εξυπηρετήσουν», καθώς το δέντρο δεν μπορεί να τα αξιοποιήσει. Παράλληλα, αναφέρθηκε ότι αρκετοί παραγωγοί εφαρμόζουν μετασυλλεκτικά, τον Νοέμβριο και ενώ το δέντρο έχει ακόμη φύλλο, περίπου 300 γραμμάρια νιτρικής αμμωνίας ανά δέντρο. Το άζωτο αυτό αποθηκεύεται στους οφθαλμούς και αξιοποιείται την άνοιξη, με την έκπτυξη. Ακόμη, διευκρινίζεται ότι βόριο και ψευδάργυρος εφαρμόζονται διαφυλλικά, μετασυλλεκτικά ή στην ανθοφορία, και όχι ως εδαφική λίπανση αυτή την περίοδο.
Τέλος, την τρέχουσα περίοδο εφαρμόζονται επιπλέον σκευάσματα οργανικά όπως υπογραμμίζει στον ΑγροΤύπο ο κ. Σιλίρης (πελλετοποιημένα, με χουμικά ή φουλβικά οξέα, λεοναρδίτη κ.α.), τα οποία ενισχύουν τη μικροβιακή δραστηριότητα και τη δομή του εδάφους. Όπου υπάρχει δυνατότητα, εφαρμόζεται χωνεμένη κοπριά, με την επισήμανση ότι πρέπει να είναι καλά χωνεμένη. Η κοπριά απαιτεί ειδικό δενδροκομικό κοπροδιανομέα, ενώ τα οργανικά σκευάσματα μπορούν να διανεμηθούν και με λιπασματοδιανομέα.
Φυτοπροστασία: επίκαιρη στρατηγική
Οι γεωπόνοι του Α.Σ. Βελβεντού «Η Δήμητρα» ξεκαθαρίζουν ότι τον χειμώνα δεν γίνεται ουσιαστική εντομολογική καταπολέμηση. Οι παρεμβάσεις στοχεύουν κυρίως στις ασθένειες και στη μείωση διαχειμαζόντων μορφών. Ως νούμερο ένα πρόβλημα για το ροδάκινο χαρακτηρίζει τη μονίλια ο κ. Στεργίου, με παρουσία και των τριών ειδών: Monilinia laxa, Monilinia fructigena και Monilinia fructicola. Ακολουθεί ο εξώασκος. Μικρότερη ένταση παρουσιάζουν το κλαδοσπόριο και το κορύνεο, ενώ εντοπίζονται και βακτηριώσεις, όπως Pseudomonas syringae pv. morsprunorum. Για τη μονίλια επισημαίνεται ότι οι βασικές επεμβάσεις έχουν ήδη γίνει. «Ό,τι κάναμε για τη μονίλια, κάναμε μέχρι τώρα», αναφέρουν, εξηγώντας ότι οι χαλκούχοι ψεκασμοί του φθινοπώρου και της αρχής του χειμώνα καλύπτουν αυτό το κομμάτι.
Οι γεωπόνοι επισημαίνουν ότι με την πλήρη πτώση των φύλλων, «ο χαλκός είναι νόμος». Η εφαρμογή γίνεται ανεξαρτήτως συνθηκών, εκτός εάν επικρατούν ακραία καιρικά φαινόμενα. Πρόκειται για βασικό απολυμαντικό ψεκασμό. Ακολουθεί επαναληπτικός χαλκούχος ψεκασμός Ιανουάριο–αρχές Φεβρουαρίου, περίπου δύο μήνες δηλαδή, μετά τον πρώτο, καθώς το δέντρο έχει μείνει ένα διάστημα χωρίς προστασία. Η δοσολογία που αναφέρεται είναι περίπου 2,5–3 κιλά χαλκού ανά τόνο ψεκαστικού υγρού.
Στην περιοχή προτείνεται χαλκός σε συνδυασμό με θειασβέστιο. Το θειασβέστιο, πέρα από την απολυμαντική του δράση, μπορεί να συμβάλει στη μείωση αυγών αφίδων, ιδιαίτερα της πράσινης αφίδας, που χαρακτηρίζεται σημαντικό πρόβλημα για την καλλιέργεια, όπως αναφέρει ο κ. Σιλίρης. Επιπλέον, δημιουργεί ένα φιλμ πάνω στους οφθαλμούς και μπορεί να επιβραδύνει ελαφρώς την έκπτυξή τους, «να πάει όσο πιο πίσω γίνεται» η άνθηση, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος ζημιάς από ανοιξιάτικες παγωνιές. Παράλληλα, γίνονται εφαρμογές χειμερινών λαδιών, με στόχο διαχειμαζόμενες μορφές εντόμων.
Έμφαση στον Εξώασκο
Την περίοδο αυτή, η προσοχή στρέφεται στον εξώασκο. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά από τον κ. Στεργίου, «αν δεν τον καταπολεμήσουμε τώρα, όλο το καλοκαίρι θα τρέχουμε». Ο εξώασκος προσβάλλει τον βλαστοφόρο οφθαλμό κατά την έκπτυξη. Στόχος είναι να μην επιτραπεί στον μύκητα να εισχωρήσει στον οφθαλμό τη στιγμή που ανοίγει. Για την αντιμετώπισή του εφαρμόζονται από τον συνεταιρισμό ψεκασμοί είτε με ziram είτε με dodine. Οι δύο αυτές δραστικές αφορούν αποκλειστικά τον εξώασκο.
Η εφαρμογή γίνεται στην κατάλληλη φαινολογική φάση κάθε ποικιλίας και επαναλαμβάνεται μετά από 7–10 ημέρες, ανάλογα με τον καιρό και τις βροχοπτώσεις. Σε περίπτωση μη έγκαιρης αντιμετώπισης, παρατηρείται καρούλιασμα και παραμόρφωση φύλλων, καθυστέρηση βλάστησης, μικρότερος καρπός και, σε έντονες προσβολές, ακόμη και επίδραση στην παραγωγή.