Η καλλιεργητική περίοδος για τη βερικοκιά έχει ήδη ξεκινήσει, με τα δέντρα να εισέρχονται στο στάδιο της διόγκωσης των οφθαλμών. Πρόκειται για μια καθοριστική φάση, καθώς από αυτήν τη χρονική στιγμή τίθενται οι βάσεις τόσο για την ανθοφορία όσο και για τη μετέπειτα καρποφορία.
Μιλήσαμε με τη γεωπόνο κα. Ανδρονίκη Μέλλιου από τον Αγροτικό Συνεταιρισμό Ράχης Πιερίας «Ο Άγιος Λουκάς», η οποία μας περιέγραψε τις πρακτικές που εφαρμόζονται αυτή την περίοδο στην καλλιέργεια, τόσο στη λίπανση όσο και στη φυτοπροστασία.
Λίπανση στη βερικοκιά: βασική εφαρμογή και θρεπτική ισορροπία
Η βασική λίπανση στη βερικοκιά πραγματοποιείται στο στάδιο της διόγκωσης των οφθαλμών, όταν «μόλις αρχίζει να ξυπνά το δέντρο». Πρόκειται για το χρονικό σημείο που επιτρέπει στο φυτό να απορροφήσει εγκαίρως τα απαραίτητα θρεπτικά στοιχεία πριν την άνθηση, ώστε να υποστηριχθεί σωστά η ανθοφορία και η καρπόδεση. Η εφαρμογή βασίζεται σε ισορροπημένο λίπασμα που περιέχει άζωτο, φώσφορο και κάλιο, συνήθως σε αναλογία τύπου 1:1:1 (ενδεικτικά 12-12-17). Όπως επισημάνθηκε από την γεωπόνο στον ΑγροΤύπο, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η εδαφολογική ανάλυση, η οποία στον Συνεταιρισμό πραγματοποιείται ανά 3–5 χρόνια για το σύνολο των παραγωγών, ώστε η λίπανση να προσαρμόζεται στα πραγματικά δεδομένα κάθε αγροτεμαχίου.
Κατά τη βασική λίπανση, ο φώσφορος δίνεται σχεδόν εξ ολοκλήρου, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του καλίου εφαρμόζεται επίσης σε αυτή τη φάση, με δυνατότητα συμπλήρωσης αργότερα. Το άζωτο χορηγείται σε σημαντικό ποσοστό τώρα, ώστε το δέντρο να υποστηριχθεί στα πρώτα κρίσιμα στάδια ανάπτυξης. Μετά τον σχηματισμό του καρπού, πραγματοποιείται συμπληρωματική λίπανση, συχνά με νιτρικό κάλιο, ανάλογα με το φορτίο κάθε δέντρου και την ποικιλία.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στα ιχνοστοιχεία, κυρίως στο βόριο και στον ψευδάργυρο. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά η κα. Μέλλιου, «αν υπάρχει πολύ χαμηλό βόριο, θα δημιουργήσει προβλήματα στην καρπόδεση και στην ανθοφορία». Η έλλειψη μπορεί να γίνει αντιληπτή από συμπτώματα όπως η ξήρανση των ματιών πριν την παραγωγή, γεγονός που οδηγεί σε διορθωτικές παρεμβάσεις, συνήθως κατά τη χειμερινή περίοδο, ώστε την άνοιξη το δέντρο να έχει καλύψει τις ανάγκες του. Παρότι οι ποσότητες των ιχνοστοιχείων είναι μικρές, «μπορούν να κάνουν τη διαφορά», με αποτελέσματα που συχνά είναι ορατά ακόμη και την επόμενη καλλιεργητική χρονιά.
Όσο για την οργανική θρέψη, η γεωπόνος αναφέρει στον ΑγροΤύπο ότι, στην περιοχή, τα περισσότερα εδάφη εμφανίζουν ικανοποιητικό ποσοστό οργανικής ουσίας (2–3%), οπότε δεν γίνεται εκτεταμένη χρήση οργανικών λιπασμάτων. Σε περιπτώσεις χαμηλής οργανικής ουσίας, γίνεται στοχευμένη προσθήκη (π.χ. χωνεμένης κοπριά). Παράλληλα, τα υπολείμματα κλαδέματος τεμαχίζονται και ενσωματώνονται στο έδαφος, συμβάλλοντας σταδιακά στη βελτίωση της γονιμότητας.
Φυτοπροστασία: επίκαιρες επεμβάσεις
Ασθένειες
Στο στάδιο της διόγκωσης των οφθαλμών ξεκινούν οι πρώτοι ψεκασμοί για το κορύνεο, τον εξώασκο και τη μονίλια. Σε αυτή τη φάση εφαρμόζεται προληπτικά κάτλαλληλο χαλκούχο σκεύασμα, το οποίο καλύπτει τις ασθένειες της περιόδου.
Η μονίλια θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς, όπως αναφέρθηκε, «μπορεί να στεγνώσει την άνθηση και μέρος από τα κλαδάκια». Το παθογόνο διαχειμάζει ως μυκήλιο σε μουμιοποιημένους καρπούς πάνω στο δένδρο και σε έλκη προσβεβλημένων κλαδίσκων. Από αυτούς τους καρπούς και τα έλκη προέρχονται οι πρωτογενείς μολύνσεις που μολύνουν τα άνθη. Για τον λόγο αυτό οι επεμβάσεις επαναλαμβάνονται στα κρίσιμα στάδια της καλλιέργειας: στη διόγκωση των οφθαλμών, στη λευκή κορυφή, πριν την άνθηση και κατά την άνθηση. Ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, μπορεί να χρειαστούν τρεις ή και τέσσερις εφαρμογές. Οι ψεκασμοί έχουν προληπτικό χαρακτήρα, αλλά διαθέτουν και θεραπευτική δράση εφόσον έχει ήδη ξεκινήσει προσβολή.
Στο κορύνεο προσβάλλονται οι βλαστοί, ενώ ο μύκητας προκαλεί αρχικά κόκκινες κηλίδες στα φύλλα, οι οποίες στη συνέχεια γίνονται καστανές και ξηραίνονται στο κέντρο. Οι νεκροί ιστοί πέφτουν, με αποτέλεσμα να σχηματίζονται οπές, γνωστές ως «τρύπες από σκάγια». Παρόμοιες, συχνά βυθισμένες, κηλίδες εμφανίζονται και στους καρπούς, οι οποίες εξελίσσονται σε καστανά δερματώδη λέπια. Πολλές φορές πάνω στις κηλίδες εμφανίζεται έκκριση κόμμεος.
Ο εξώασκος αποτελεί επίσης σημαντική ασθένεια. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν κατσάρωμα και παραμόρφωση των φύλλων, ανώμαλη πάχυνση του ελάσματος και ερυθροκίτρινο χρωματισμό. Τα φύλλα τελικά πέφτουν, ενώ η νέα βλάστηση αποδυναμώνει το δένδρο, απορροφώντας πολλά θρεπτικά στοιχεία. Η αντιμετώπιση επιτυγχάνεται με την εφαρμογή κατάλληλων μυκητοκτόνων, με ψεκασμούς που πραγματοποιούνται από την πτώση των φύλλων έως το φούσκωμα των ματιών και κατά τη διάρκεια του λήθαργου των δένδρων, με στόχο την καταστροφή των μολυσμάτων. Συγκεκριμένα, η καταπολέμηση γίνεται με χαλκούχα μυκητοκτόνα σκευάσματα στην πτώση των φύλλων και με ψεκασμό πριν από τη διόγκωση των οφθαλμών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο ρόλος των καιρικών συνθηκών. Σε περιόδους αυξημένης υγρασίας απαιτείται άμεση αντίδραση, καθώς η υγρασία ευνοεί την εγκατάσταση των παθογόνων. Όπως τονίστηκε χαρακτηριστικά απο την κα. Μέλλιου: «Μόλις σταματήσει η βροχή, πρέπει να μπουν μέσα και να ψεκάσουν». Η χρονική ακρίβεια των επεμβάσεων είναι καθοριστική.
Έντομα και ακάρεα
Αυτή την περίοδο εφαρμόζεται παραφινέλαιο σε συνδυασμό με ακαρεοκτόνο για την αντιμετώπιση των διαχειμαζουσών μορφών. Σημαντικότερος εχθρός της βερικοκιάς θεωρείται η Ανάρσια, η οποία προσβάλλει τον καρπό. Η πρώτη γενιά ξεκινά την άνοιξη (Απρίλιο–Μάιο), ωστόσο η διαχείριση ξεκινά από τώρα, με στόχο τον περιορισμό των πληθυσμών. Αρχικά, την περίοδο της άνοιξης, η ανάρσια προσβάλλει τους τρυφερούς νεαρούς βλαστούς της βερικοκιάς, δημιουργώντας στοές κατά μήκος των βλαστών, με αποτέλεσμα το κορυφαίο τμήμα τους να μαραίνεται και να πέφτει. Στα τέλη της άνοιξης, η προνύμφη του εντόμου προσβάλλει και τους πράσινους ανώριμους καρπούς, προκαλώντας ζημιά στο εξωτερικό του καρπού, κυρίως κοντά στον ποδίσκο.
Η προσβολή συνεχίζεται την περίοδο του καλοκαιριού εντός των προσβεβλημένων βλαστών αλλά και στο εσωτερικό των ώριμων καρπών. Σε αυτό το στάδιο γίνεται έντονα αντιληπτή, κατατρώγοντας τη σάρκα των βερίκοκων, γεγονός που καθιστά ακατάλληλους τους καρπούς για κατανάλωση και μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική καταστροφή της παραγωγής. Επίσης, απαντώνται κοκκοειδή και φυλλοδέτες, χωρίς όμως να αποτελούν το βασικό πρόβλημα της καλλιέργειας, όπως μας αναφέρει η γεωπόνος.