Η κτηνοτροφία στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια σύνθετη κρίση, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στις ζωονόσους ή στο αυξημένο κόστος παραγωγής. Σύμφωνα με τον κ. Νίκο Δημόπουλο, πρόεδρο του Συλλόγου Κτηνοτρόφων Καβάλας και μέλος του συντονισμού των κτηνοτροφικών συλλόγων της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, τα προβλήματα συσσωρεύονται εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία και έχουν οδηγήσει σε σημαντική συρρίκνωση του ζωικού κεφαλαίου και των εκμεταλλεύσεων. Όπως επισημαίνει στον ΑγροΤύπο, η εικόνα που καταγράφεται στην Καβάλα είναι αντίστοιχη με αυτή που συναντάται σε Ξάνθη, Ροδόπη και Δράμα, καθώς οι κτηνοτρόφοι της περιοχής αντιμετωπίζουν κοινές δυσκολίες και λειτουργούν συντονισμένα μέσα από κοινές παρεμβάσεις και διεκδικήσεις.
Η μεγάλη μείωση του ζωικού κεφαλαίου
Ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία που παραθέτει ο κ. Δημόπουλος αφορά τη δραματική μείωση των αιγοπροβάτων στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Όπως αναφέρει, το 2015 στην Περιφέρεια καταγράφονταν περίπου 1.215.000 αιγοπρόβατα, ενώ σήμερα ο αριθμός τους έχει περιοριστεί σε περίπου 507.000 ζώα.
Πρόκειται για μια μείωση που δεν οφείλεται αποκλειστικά στις ζωονόσους. Σύμφωνα με τον ίδιο, χιλιάδες ζώα σφαγιάστηκαν, πολλά κοπάδια πουλήθηκαν σε άλλες περιοχές της χώρας, ενώ σημαντικός αριθμός κτηνοτρόφων εγκατέλειψε οριστικά το επάγγελμα. «Δεν είναι ότι ο ίδιος κτηνοτρόφος μείωσε απλώς το κοπάδι του. Πολλοί σταμάτησαν εντελώς, άλλοι πούλησαν τα ζώα τους και άλλοι αναγκάστηκαν να στραφούν σε διαφορετικές δραστηριότητες», σημειώνει.
Ο κ. Δημόπουλος επισημαίνει ότι η συρρίκνωση δεν ξεκίνησε με την πρόσφατη κρίση της ευλογιάς. Όπως αναφέρει, η Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης βρέθηκε επανειλημμένα αντιμέτωπη με σοβαρές ζωονόσους ήδη από το 2013 και το 2014, όταν καταγράφηκαν κρούσματα ευλογιάς και καταρροϊκού πυρετού, ενώ το 2015 ακολούθησε η οζώδης δερματίτιδα των βοοειδών. Κατά τον ίδιο, οι συνεχείς αυτές υγειονομικές κρίσεις επιβάρυναν σημαντικά την κτηνοτροφία της περιοχής, πολύ πριν εμφανιστούν τα σημερινά προβλήματα.
Παράλληλα, εκτιμά ότι οι αιγοπροβατοτροφικές εκμεταλλεύσεις της Περιφέρειας έχουν μειωθεί περίπου στο μισό, καθώς από 8.000-8.500 μονάδες έχουν απομείνει περίπου 4.000. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, στα βοοειδή η μείωση είναι σαφώς μικρότερη, καθώς το ζωικό κεφάλαιο παραμένει κοντά στις 100.000 κεφαλές, παρουσιάζοντας υποχώρηση της τάξης του 5%-6%.
Οι ανισότητες της ΚΑΠ
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο πρόεδρος των κτηνοτρόφων Καβάλας στις αποφάσεις που εφαρμόστηκαν από το 2015 και μετά στο πλαίσιο της ΚΑΠ. Όπως εξηγεί, η αντιστοίχιση βοσκοτόπων και ζωικών μονάδων στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη ήταν σημαντικά χαμηλότερη σε σχέση με άλλες περιοχές της χώρας.
Συγκεκριμένα, για την ίδια ζωική μονάδα ένας κτηνοτρόφος της περιοχής λάμβανε περίπου 3 στρέμματα βοσκοτόπου, όταν στην Ήπειρο η αντιστοίχιση έφτανε τα 4,6 στρέμματα και στην Κρήτη τα 5,7 στρέμματα. Αυτή η διαφοροποίηση, σύμφωνα με τον ίδιο, επηρέασε όχι μόνο τα δικαιώματα βασικής ενίσχυσης αλλά και μια σειρά άλλων παρεμβάσεων, όπως το πρασίνισμα, τα οικολογικά σχήματα και τις βιολογικές ενισχύσεις. «Με τα ίδια ζώα, ο ένας κτηνοτρόφος βρισκόταν σε εντελώς διαφορετική θέση από τον άλλο. Οι απώλειες δεν ήταν θεωρητικές. Μεταφράζονταν κάθε χρόνο σε χιλιάδες ευρώ», υποστηρίζει.
Ο πρόεδρος των κτηνοτρόφων Καβάλας υποστηρίζει ότι οι διαφοροποιήσεις αυτές επηρέασαν άμεσα την αξία των δικαιωμάτων βασικής ενίσχυσης. Όπως εξηγεί, η αντιστοίχιση λιγότερων στρεμμάτων βοσκοτόπου ανά ζωική μονάδα στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη οδήγησε σε διαφορετική αφετηρία κατά τον υπολογισμό των δικαιωμάτων και στη συνέχεια στη διαδικασία της σύγκλισης. Κατά τον ίδιο, η εξέλιξη αυτή είχε αλυσιδωτές συνέπειες όχι μόνο στη βασική ενίσχυση αλλά και στο πρασίνισμα που εφαρμοζόταν έως το 2022, καθώς και στα σημερινά οικολογικά σχήματα, όπου η ενίσχυση υπολογίζεται επίσης ανά στρέμμα βοσκοτόπου.
Στην ίδια λογική εντάσσει και τις αλλαγές στην εξισωτική αποζημίωση. Όπως αναφέρει, κτηνοτρόφοι που στο παρελθόν λάμβαναν 5.000 έως 7.000 ευρώ ετησίως, σήμερα συχνά περιορίζονται σε ποσά κοντά στα 1.800 ευρώ, γεγονός που μεταφράζεται σε απώλειες αρκετών χιλιάδων ευρώ κάθε χρόνο για μια μεσαία εκμετάλλευση. Κατά τον ίδιο, η μείωση αυτή επηρέασε καθοριστικά την οικονομική βιωσιμότητα πολλών μονάδων, ιδιαίτερα σε ορεινές και μειονεκτικές περιοχές.
Ευλογιά: Η ζωονόσος που επιτάχυνε την κρίση
Αν και τα προβλήματα προϋπήρχαν, η ευλογιά των αιγοπροβάτων λειτούργησε ως καταλύτης. Σύμφωνα με τον κ. Δημόπουλο, η Α. Μακεδονία - Θράκη συγκαταλέγεται στις περιοχές που επλήγησαν περισσότερο από τη νόσο, με τις απώλειες να υπολογίζονται σε περίπου 200.000 ζώα. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι οι αποζημιώσεις που καταβλήθηκαν δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό κόστος αντικατάστασης των παραγωγικών ζώων. Όπως αναφέρει, παρότι για ορισμένες κατηγορίες ζώων προβλέπονται υψηλότερα ποσά, ο μέσος όρος αποζημίωσης διαμορφώνεται περίπου στα 150 ευρώ ανά ζώο, όταν η αξία αγοράς ενός παραγωγικού ζώου είναι συχνά σημαντικά υψηλότερη.
Ιδιαίτερα σοβαρή χαρακτηρίζει την κατάσταση στην περιοχή του Νέστου, όπου, όπως αναφέρει, σφαγιάστηκαν περισσότερα από 45 παραγωγικά κοπάδια. «Σε πολλές περιπτώσεις δεν χάθηκαν απλώς ζώα. Χάθηκαν παραγωγικές μονάδες που λειτουργούσαν επί δεκαετίες», τονίζει.
Ο κ. Δημόπουλος εκφράζει έντονο προβληματισμό για το ύψος των αποζημιώσεων, υποστηρίζοντας ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική αξία των παραγωγικών ζώων που θα πρέπει να αντικατασταθούν. Παράλληλα, επισημαίνει ότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ένα ολοκληρωμένο και εφαρμόσιμο σχέδιο επανασύστασης των κοπαδιών, γεγονός που δημιουργεί αβεβαιότητα για το μέλλον πολλών εκτροφών.
Ακόμα, εκφράζει επιφυλάξεις για τα μέχρι σήμερα μέτρα επανασύστασης των κοπαδιών, επισημαίνοντας ότι εξακολουθούν να υπάρχουν περιορισμοί μετακίνησης και αβεβαιότητα σχετικά με τις προϋποθέσεις συμμετοχής των πληγέντων παραγωγών. Κατά τον ίδιο, χωρίς ουσιαστική οικονομική στήριξη και επαρκή χρηματοδότηση της επανεκκίνησης των εκτροφών, πολλοί παραγωγοί δύσκολα θα επιστρέψουν στην κτηνοτροφική δραστηριότητα. «Όταν σφάζονται παραγωγικά ζώα, δεν αρκεί μια αποζημίωση. Πρέπει να μπορεί ο άνθρωπος να ξαναστήσει το κοπάδι του», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Υψηλό κόστος παραγωγής, ελλιπείς έλεγχοι και αποθάρρυνση των νέων
Στην ήδη δύσκολη κατάσταση προστίθεται και το αυξημένο κόστος λειτουργίας των μονάδων. Ο κ. Δημόπουλος υπολογίζει ότι το ημερήσιο κόστος διατροφής και διαχείρισης ενός ζώου κυμαίνεται περίπου στο 1 έως 1,5 ευρώ, ενώ παράλληλα οι κτηνοτρόφοι επιβαρύνονται με αυξημένες δαπάνες για εργασία, καύσιμα, εξοπλισμό και ζωοτροφές.
Παρότι η τιμή του πρόβειου γάλακτος κινείται σήμερα σε σαφώς υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με προηγούμενα χρόνια, φτάνοντας περίπου στο 1,60 ευρώ το κιλό, ο κ. Δημόπουλος υποστηρίζει ότι πολλές εκμεταλλεύσεις δεν έχουν ακόμη ανακτήσει τις απώλειες που συσσωρεύτηκαν την προηγούμενη δεκαετία. Όπως σημειώνει, το 2019 οι παραγωγοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με τιμές που είχαν υποχωρήσει ακόμη και στα 75 λεπτά το κιλό, γεγονός που προκάλεσε σοβαρή οικονομική πίεση σε πολλές μονάδες. Κατά τον ίδιο, οι συνέπειες εκείνης της περιόδου εξακολουθούν να επηρεάζουν τη βιωσιμότητα αρκετών εκμεταλλεύσεων, παρά τη βελτίωση που καταγράφεται σήμερα στην αγορά του γάλακτος.
Την ίδια στιγμή, εκφράζει παράπονα για την αποτελεσματικότητα των ελέγχων, υποστηρίζοντας ότι οι πραγματικοί παραγωγοί συχνά βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα σύστημα που δεν αντιμετωπίζει επαρκώς τις στρεβλώσεις. «Ο έλεγχος είναι το πρώτο και βασικό. Αν δεν λειτουργήσει σωστά, οι πραγματικοί κτηνοτρόφοι θα συνεχίσουν να χάνουν πόρους», τονίζει. Ο ίδιος συνδέει το ζήτημα με τη διαχρονική συζήτηση γύρω από τους βοσκοτόπους και την κατανομή των ενισχύσεων, υποστηρίζοντας ότι η έλλειψη αποτελεσματικών ελέγχων επιτρέπει τη συνέχιση στρεβλώσεων που τελικά στερούν πόρους από τους ενεργούς παραγωγούς.
Όλα αυτά, όπως υποστηρίζει, επηρεάζουν άμεσα και τη διάθεση των νέων να ασχοληθούν με την κτηνοτροφία. «Ένας νέος δεν θα επιλέξει να μπει στο επάγγελμα όταν βλέπει τον πατέρα του να παλεύει συνεχώς με προβλήματα και αβεβαιότητα», σημειώνει. Όπως επισημαίνει, η οικονομική πραγματικότητα των σύγχρονων κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την είσοδο νέων ανθρώπων στον κλάδο, καθώς το κόστος εξοπλισμού, μηχανημάτων και υποδομών παραμένει ιδιαίτερα υψηλό σε σχέση με τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία. «Για να παραμείνει ένας νέος στην ύπαιθρο, πρέπει να βλέπει προοπτική. Δεν αρκεί να επιβιώνει. Πρέπει να μπορεί να ζει αξιοπρεπώς από τη δουλειά του», αναφέρει.