Η μετακινούμενη κτηνοτροφία αποτελεί μία από τις πιο διαχρονικές μορφές εκτροφής αιγοπροβάτων στην Ελλάδα, διατηρώντας μέχρι σήμερα σημαντικό ρόλο στην αξιοποίηση των φυσικών βοσκοτόπων και στη διατήρηση της κτηνοτροφικής δραστηριότητας στις ορεινές περιοχές της χώρας. Παράλληλα, πρόκειται για ένα σύστημα εκτροφής που συνδέεται με την ευζωία των ζώων, τη μείωση του κόστους παραγωγής και τη διατήρηση της παραδοσιακής κτηνοτροφίας, το οποίο τα τελευταία χρόνια καλείται να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες που διαμορφώνουν οι ζωονόσοι, οι περιορισμοί βιοασφάλειας και το αυξημένο κόστος παραγωγής.
Για τον τρόπο λειτουργίας της μετακινούμενης κτηνοτροφίας, τα οφέλη που εξακολουθεί να προσφέρει, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι, αλλά και τις προοπτικές του θεσμού υπό το βάρος των πρόσφατων εξελίξεων, μιλήσαμε με τον ζωοτέχνη της Ομάδας Παραγωγών Γαλακτοκομικών του Αγροτικού Κτηνοτροφικού Συνεταιρισμού Βοΐου Κοζάνης, κ. Ιωάννη Χασιώτη.
Η μετακινούμενη κτηνοτροφία βασίζεται στην αξιοποίηση των θερινών βοσκοτόπων
Όπως εξηγεί ο κ. Χασιώτης, η μετακινούμενη κτηνοτροφία στην Ελλάδα βασίζεται στο ημινομαδικό σύστημα εκτροφής, σύμφωνα με το οποίο οι κτηνοτρόφοι διατηρούν μόνιμες εγκαταστάσεις στις πεδινές περιοχές κατά τους χειμερινούς μήνες και, από τα μέσα Μαΐου έως περίπου τα τέλη Οκτωβρίου, μετακινούν τα κοπάδια τους στις ορεινές ζώνες, προκειμένου να αξιοποιήσουν τους θερινούς βοσκότοπους. «Ο λόγος που γίνεται η μετακίνηση από πάντα ήταν η εξεύρεση τροφής για τα ζώα», αναφέρει χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η φυσική βόσκηση αποτελεί τον βασικό λόγο διατήρησης του συγκεκριμένου συστήματος εκτροφής μέχρι και σήμερα.
Η μετακίνηση, όπως σημειώνει, δεν περιορίζεται μόνο στην εξασφάλιση διαθέσιμης βοσκής. Τα ζώα μεταφέρονται σε περιοχές με ηπιότερες θερμοκρασίες κατά τους θερινούς μήνες, γεγονός που περιορίζει το θερμικό στρες, μειώνει την καταπόνησή τους από τη ζέστη και δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες εκτροφής. Παράλληλα, οι μετακινούμενες εκτροφές βασίζονται κυρίως σε αυτόχθονες φυλές αιγοπροβάτων, οι οποίες είναι προσαρμοσμένες στις ιδιαίτερες απαιτήσεις της εκτατικής βόσκησης. «Ένα βελτιωμένο ζώο, αν το ανεβάσεις στο βουνό, θα πρέπει να συνεχίσεις να το ταΐζεις και εκεί. Ουσιαστικά δεν κερδίζεις κάτι», επισημαίνει, εξηγώντας ότι οι αυτόχθονες φυλές είναι εκείνες που μπορούν να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά τη διαθέσιμη φυσική βλάστηση των ορεινών βοσκοτόπων.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στην περιοχή του Βοΐου, όπου εξακολουθούν να μετακινούνται κοπάδια από άλλες περιοχές της χώρας κατά τη θερινή περίοδο. Σύμφωνα με τον κ. Χασιώτη, στην περιοχή οι μετακινούμενες εκτροφές αφορούν αποκλειστικά ποίμνια αιγών, προέρχονται κυρίως από την Περιφερειακή Ενότητα Λάρισας και μεταφέρονται κάθε καλοκαίρι στους ορεινούς βοσκότοπους της περιοχής.
Μέχρι πριν από δύο χρόνια, πριν από την εμφάνιση των σοβαρών ζωονόσων που οδήγησαν σε αυστηρότερους περιορισμούς στις μετακινήσεις, αρκετοί κτηνοτρόφοι πραγματοποιούσαν ακόμη και τη φθινοπωρινή επιστροφή των κοπαδιών πεζή. «Μιλάμε για διαδρομές σχεδόν 200 χιλιομέτρων, που για ορισμένους χρειάζονταν περίπου δεκαπέντε ημέρες για να ολοκληρωθούν», αναφέρει. Σήμερα, ωστόσο, οι ανοιξιάτικες μετακινήσεις πραγματοποιούνται πλέον με φορτηγά, καθώς την περίοδο αυτή τα ζώα βρίσκονται ακόμη σε γαλακτοπαραγωγή και απαιτούν καθημερινή άμελξη.
Η φυσική βόσκηση μειώνει το κόστος και ενισχύει την ευζωία των ζώων
Σύμφωνα με τον κ. Χασιώτη, το σημαντικότερο πλεονέκτημα της μετακινούμενης κτηνοτροφίας παραμένει η αξιοποίηση της φυσικής βλάστησης, καθώς οι κτηνοτρόφοι μπορούν να καλύπτουν σημαντικό μέρος των διατροφικών αναγκών των ζώων μέσω της βόσκησης, μειώνοντας σημαντικά το κόστος αγοράς ζωοτροφών.
Παράλληλα, η μεταφορά των κοπαδιών στις ορεινές περιοχές συμβάλλει ουσιαστικά στη βελτίωση της ευζωίας τους, καθώς οι χαμηλότερες θερμοκρασίες περιορίζουν το θερμικό στρες που προκαλεί η θερινή ζέστη. Τα οφέλη αυτά αποτυπώνονται και στην παραγωγή γάλακτος. «Το πρώτο διάστημα μετά την άνοδο στους θερινούς βοσκότοπους υπάρχει συνήθως αύξηση της παραγωγής γάλακτος», σημειώνει, εξηγώντας ότι τα ζώα βρίσκονται σε ευνοϊκότερες κλιματολογικές συνθήκες και έχουν στη διάθεσή τους άφθονη φυσική βοσκή, σε αντίθεση με τις πεδινές περιοχές όπου η θερινή ξηρασία έχει περιορίσει σημαντικά τη διαθέσιμη βλάστηση.
Παρότι οι αυτόχθονες φυλές δεν χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερα υψηλές αποδόσεις, η φυσική βόσκηση συνδέεται και με καλύτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά του παραγόμενου γάλακτος. «Η βόσκηση προσφέρει πολλά καλά χαρακτηριστικά στο γάλα. Αυτό έχει αποδειχθεί και από σχετικές μελέτες. Δυστυχώς όμως αυτή η ποιότητα δεν πληρώνεται», υπογραμμίζει. Τα οφέλη της μετακινούμενης κτηνοτροφίας, ωστόσο, δεν περιορίζονται μόνο στην παραγωγή γάλακτος. Η συνεχής βόσκηση συμβάλλει στη διατήρηση των φυσικών βοσκοτόπων, περιορίζει τη συσσώρευση καύσιμης ύλης και λειτουργεί προληπτικά απέναντι στην εκδήλωση και την εξάπλωση πυρκαγιών.
Επιπλέον, η εποχική παρουσία των μετακινούμενων κτηνοτρόφων αποτελεί σημαντικό στοιχείο για τη ζωή των ορεινών χωριών. «Οι άνθρωποι αυτοί επιστρέφουν στα χωριά καταγωγής τους. Με έναν τρόπο τα χωριά ζωντανεύουν ξανά κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού», αναφέρει, υπογραμμίζοντας ότι η μετακινούμενη κτηνοτροφία συμβάλλει όχι μόνο στην παραγωγή, αλλά και στη διατήρηση της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής των ορεινών περιοχών.
Οι δυσκολίες της μετακίνησης και οι σύγχρονες προκλήσεις
Παρά τα σημαντικά πλεονεκτήματα που εξακολουθεί να προσφέρει, η μετακινούμενη κτηνοτροφία συνοδεύεται και από μια σειρά δυσκολιών, οι οποίες έχουν ενταθεί τα τελευταία χρόνια. Όπως εξηγεί ο κ. Χασιώτης, οι περισσότεροι μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι διαθέτουν πρόχειρες εγκαταστάσεις στους θερινούς βοσκότοπους, γεγονός που τους καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτους στα έντονα καιρικά φαινόμενα. «Ο καιρός είναι από τα μεγαλύτερα προβλήματα. Μια δυνατή μπόρα ή ένας κεραυνός μπορεί να δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα στις εγκαταστάσεις και στα ζώα», σημειώνει.
Στις δυσκολίες αυτές προστίθενται οι ζημιές από άγρια ζώα, αλλά και η απομακρυσμένη θέση πολλών θερινών μονάδων, καθώς αρκετές βρίσκονται σε περιοχές με δύσκολη πρόσβαση, γεγονός που δυσχεραίνει τόσο την καθημερινή διαχείριση των εκτροφών όσο και την αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών.
Παράλληλα, σημαντική πρόκληση αποτελεί και το κόστος της μετακίνησης των κοπαδιών. Ωστόσο, ως προς τη διαθεσιμότητα των θερινών βοσκοτόπων, η εικόνα σήμερα είναι διαφορετική σε σχέση με παλαιότερες δεκαετίες. «Σήμερα η διαθέσιμη βόσκηση όχι μόνο φτάνει, αλλά περισσεύει για τα μετακινούμενα κοπάδια», τονίζει.
Όπως εξηγεί, όταν ο αριθμός των μετακινούμενων ζώων ήταν σημαντικά μεγαλύτερος, η διαθέσιμη βλάστηση δεν επαρκούσε μέχρι το τέλος της θερινής περιόδου, με αποτέλεσμα ορισμένοι κτηνοτρόφοι να πραγματοποιούν ακόμη και δεύτερη μετακίνηση μέσα στο καλοκαίρι, αναζητώντας νέους βοσκότοπους. Αντίθετα, σήμερα η σημαντική μείωση των μετακινούμενων κοπαδιών έχει αλλάξει την εικόνα αυτή, με αποτέλεσμα στις περισσότερες περιοχές να υπάρχει πλέον επάρκεια φυσικής βοσκή
Οι ζωονόσοι αλλάζουν τα δεδομένα και δημιουργούν αβεβαιότητα για το μέλλον
Εκεί όπου, σύμφωνα με τον κ. Χασιώτη, εντοπίζεται πλέον η μεγαλύτερη πρόκληση για τη μετακινούμενη κτηνοτροφία είναι οι περιορισμοί που επιβάλλονται εξαιτίας των ζωονόσων και ιδιαίτερα της ευλογιάς των αιγοπροβάτων. Η αδυναμία μετακίνησης προς τους θερινούς βοσκότοπους ανατρέπει τον τρόπο λειτουργίας των συγκεκριμένων εκτροφών, καθώς οι κτηνοτρόφοι αναγκάζονται να διατηρούν τα ζώα στις μόνιμες εγκαταστάσεις τους και να καλύπτουν τις διατροφικές τους ανάγκες με αγοραζόμενες ζωοτροφές.
Παράλληλα, τα ζώα παραμένουν εκτεθειμένα στις υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού, γεγονός που αυξάνει το θερμικό στρες και επηρεάζει αρνητικά την παραγωγικότητά τους. Όπως εξηγεί, η συγκεκριμένη αλλαγή είναι ακόμη πιο δύσκολη για τις αυτόχθονες φυλές που έχουν εξελιχθεί ώστε να εκτρέφονται σε εκτατικά συστήματα βόσκησης.
«Δεν μπορεί ένα ζώο που έχει μάθει να ζει σε εκτατική εκτροφή να περιοριστεί απότομα μέσα σε μια σταβλική εγκατάσταση. Επιπλέον, οι συγκεκριμένες φυλές δεν είναι γενετικά φτιαγμένες για να αποδώσουν όπως οι φυλές υψηλών αποδόσεων σε ένα εντατικό σύστημα», επισημαίνει. Εκτιμά ότι αρκετοί μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι ενδέχεται να οδηγηθούν ακόμη και στη μείωση ή την εγκατάλειψη των εκτροφών τους.
«Εγώ θεωρώ ότι πολλά κοπάδια θα πουληθούν για σφαγή», αναφέρει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι οι συγκεκριμένες αυτόχθονες φυλές δεν μπορούν να αποδώσουν σε ένα εντατικό σύστημα εκτροφής όπως οι φυλές υψηλών αποδόσεων. Όπως εκτιμά, η μετακινούμενη κτηνοτροφία δύσκολα θα εκλείψει πλήρως, ωστόσο αναμένει σημαντική συρρίκνωσή της τα επόμενα χρόνια. «Δεν θα μηδενιστεί, αλλά θεωρώ ότι θα περιοριστεί πάρα πολύ», σημειώνει, επισημαίνοντας ότι, πέρα από τις οικονομικές δυσκολίες, οι περιορισμοί που επιβάλλονται για λόγους βιοασφάλειας επηρεάζουν πλέον καθοριστικά τον τρόπο λειτουργίας του συγκεκριμένου συστήματος εκτροφής.
Όπως διευκρινίζει, σήμερα δεν υπάρχουν μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι μεταξύ των μελών του Αγροτικού Κτηνοτροφικού Συνεταιρισμού Βοΐου. Ωστόσο, ο συνεταιρισμός συνεργάζεται κατά καιρούς με μετακινούμενους κτηνοτρόφους από τους οποίους συγκεντρώνει γάλα μέσω της Ομάδας Παραγωγών που διαθέτει. Οι εν λόγω μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι προέρχονται από την ευρύτερη περιοχή της Λάρισας και τη Συκιά Χαλκιδικής και μεταφέρουν τα κοπάδια τους στην ευρύτερη περιοχή του Βοΐου, αξιοποιώντας τους θερινούς βοσκότοπους της περιοχής.