Η περίοδος των τοκετών σε μια χοιροτροφική εκμετάλλευση αποτελεί ίσως το πιο απαιτητικό και ευαίσθητο στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας. Για όσους οργανώνουν νέες γέννες ή σχεδιάζουν την ενίσχυση της μονάδας τους, η σωστή διαχείριση των θηλαζόντων χοιριδίων δεν είναι μια απλή τεχνική λεπτομέρεια· είναι παράγοντας που καθορίζει την επιβίωση και τη μελλοντική απόδοση του κοπαδιού. Η ελαχιστοποίηση των απωλειών κατά τον θηλασμό και η μεγιστοποίηση του βάρους στον απογαλακτισμό αποτελούν τον βασικό στόχο κάθε οργανωμένης εκτροφής.
Το περιβάλλον του θαλάμου τοκετού – θηλασμού
Στον θάλαμο τοκετού οι χοιρομητέρες τοποθετούνται σε ατομικά κελιά που περιορίζουν τις κινήσεις τους, ενώ τα χοιρίδια κινούνται ελεύθερα στον περιβάλλοντα χώρο. Σε ειδικά διαμορφωμένο σημείο τοποθετείται θερμαντική πηγή για τα νεογνά, καθώς οι θερμικές τους ανάγκες είναι σημαντικά υψηλότερες από εκείνες της μητέρας. Η θερμοκρασία του θαλάμου κυμαίνεται μεταξύ 15–18°C, όμως τα χοιρίδια χρειάζονται 28–30°C και συγκεντρώνονται στη θερμαντική ζώνη. Η σχετική υγρασία πρέπει να διατηρείται γύρω στο 60%, με ήρεμο περιβάλλον και επαρκή φωτισμό. Η θερμική υποστήριξη έχει καθοριστική σημασία. Μία έως δύο ώρες μετά τη γέννηση, η θερμοκρασία του σώματος των νεογνών μειώνεται φυσιολογικά κατά 2–3°C. Η επαναφορά της εξαρτάται από την άμεση λήψη γάλακτος και τη διαθεσιμότητα ενέργειας.
Πρωτόγαλα και ανάπτυξη: Το κρίσιμο πρώτο διάστημα
Τα νεογέννητα χοιρίδια γεννιούνται χωρίς έτοιμη ανοσία, καθώς τα αντισώματα της χοιρομητέρας δεν διέρχονται μέσω του πλακούντα. Η προστασία τους εξαρτάται αποκλειστικά από την έγκαιρη και επαρκή λήψη πρωτογάλακτος, το οποίο περιέχει 7–8% ανοσοσφαιρίνες και κυρίως IgA που προστατεύουν το πεπτικό και το αναπνευστικό σύστημα. Η κατανάλωση πρέπει να γίνεται άμεσα: μέσα στις πρώτες 6 ώρες η συγκέντρωση αντισωμάτων μειώνεται στο 50%, ενώ στις 15–16 ώρες περιορίζεται στο 10–15% της αρχικής. Μόνο κατά το πρώτο 24ωρο είναι δυνατή η απορρόφηση ακέραιων αντισωμάτων από το έντερο του νεογνού και για επαρκή θωράκιση απαιτούνται άνω των 150 g πρωτογάλακτος ανά χοιρίδιο στις πρώτες 12 ώρες. Σε αντίθετη περίπτωση εξαντλούνται τα ενεργειακά αποθέματα, μειώνεται η ζωτικότητα και η θνησιμότητα μπορεί, υπό δυσμενείς συνθήκες, να φτάσει έως και το 60%.
Παράλληλα, το πεπτικό σύστημα είναι προσαρμοσμένο στη χώνευση του γάλακτος: κατά τη γέννηση κυριαρχεί η λακτάση και η λιπάση, ενώ η πεψίνη, η θρυψίνη και ιδιαίτερα η αμυλάση είναι περιορισμένες. Με την πάροδο των εβδομάδων η ενζυμική δραστηριότητα μεταβάλλεται και έως την πέμπτη εβδομάδα προσεγγίζει εκείνη των ανεπτυγμένων ζώων. Ο ρυθμός ανάπτυξης είναι ιδιαίτερα ταχύς, καθώς το βάρος διπλασιάζεται την πρώτη εβδομάδα, διπλασιάζεται εκ νέου τη δεύτερη και έως την τέταρτη μπορεί να έχει εξαπλασιαστεί σε σχέση με το βάρος γέννησης.
Πρώτες παρεμβάσεις μετά τον τοκετό
Αμέσως μετά τη γέννηση πραγματοποιούνται βασικές παρεμβάσεις, όπως η απολύμανση του ομφαλού, η κοπή των αιχμηρών δοντιών για αποφυγή τραυματισμών των μαστών και η περιποίηση της ουράς. Τα νεογνά σκουπίζονται, στεγνώνονται και, εφόσον χρειάζεται, βοηθούνται να θηλάσουν. Τη δεύτερη έως τρίτη ημέρα χορηγείται ενδομυϊκά 100 mg σιδήρου υπό μορφή δεξτράνης, λόγω της χαμηλής περιεκτικότητας του γάλακτος σε σίδηρο και των αυξημένων αναγκών των χοιριδίων. Η παρέμβαση αυτή προλαμβάνει την αναιμία της τρίτης εβδομάδας, ενώ καθυστέρηση πέραν των τεσσάρων ημερών δεν προσφέρει ουσιαστικό όφελος.
Επιλογή και καταρτισμός σιτηρεσίου
Από την πέμπτη ημέρα ζωής μπορεί να χορηγείται μικρή ποσότητα στερεής τροφής σε μορφή αλευρώδους μίγματος ή συμπήκτων. Τα συμπήκτα ευνοούν περισσότερο την ανάπτυξη και μειώνουν σημαντικά την εμφάνιση διάρροιας. Το γάλα παραμένει πλήρης και αναντικατάστατη τροφή τις πρώτες εβδομάδες, παρέχοντας πρωτεΐνες υψηλής αξίας, λίπος, λακτόζη, ανοσοσφαιρίνες, βιταμίνες, ανόργανα στοιχεία και αυξητικούς παράγοντες.
Η επιλογή των ζωοτροφών βασίζεται στην υψηλή πεπτικότητα και ελκυστικότητα. Για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών χρησιμοποιούνται κυρίως αραβόσιτος, κριθάρι και σιτάρι, καθώς και λίπη ή έλαια υψηλού ενεργειακού περιεχομένου. Για την κάλυψη των πρωτεϊνικών αναγκών απαιτούνται πηγές υψηλής βιολογικής αξίας. Τα μίγματα πρέπει να είναι άριστης ποιότητας και απαλλαγμένα από επιβλαβείς ουσίες. Στις οργανωμένες εκτροφές ο θηλασμός διαρκεί 26–32 ημέρες. Από το τέλος της πρώτης εβδομάδας χορηγείται εναρκτήριο σιτηρέσιο υψηλής ποιότητας, ενώ μία εβδομάδα μετά τον απογαλακτισμό χορηγείται σιτηρέσιο ανάπτυξης, ώστε να περιοριστεί το διατροφικό στρες. Παράλληλα, η πρόσβαση σε καθαρό νερό είναι απαραίτητη, καθώς η κατανάλωση τροφής συνδέεται άμεσα με την κατανάλωση νερού.
Η βάση για ένα σταθερό ξεκίνημα
Η περίοδος του θηλασμού δεν αποτελεί απλώς ένα μεταβατικό στάδιο, αλλά το θεμέλιο της μελλοντικής πορείας της εκτροφής. Για τον παραγωγό που σχεδιάζει την επόμενη περίοδο τοκετών ή εξετάζει την ενίσχυση της μονάδας του, η φροντίδα των πρώτων εβδομάδων ζωής αποτελεί πρακτική επιλογή με άμεσο αντίκτυπο στη βιωσιμότητα και στο βάρος απογαλακτισμού. Διότι, το ξεκίνημα είναι εκείνο που διαμορφώνει τη συνέχεια.
Πηγή: Γεωργία – Κτηνοτροφία, τεύχος 10|21, «Διατροφή Χοιριδίων κατά τον Θηλασμό», Χ.Β. Παρασκευόπουλος, σελ. 70–72.