Η ευρωπαϊκή αγορά χοιρινού κρέατος, έχοντας πλέον διανύσει το πρώτο τρίμηνο του 2026, παρουσιάζει σημάδια σταδιακής ενίσχυσης, κυρίως στο επίπεδο των τιμών, την ώρα που η παραγωγή του προηγούμενου έτους κατέγραψε αύξηση και το εξαγωγικό ισοζύγιο διατηρείται σε σταθερά επίπεδα. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, έως τα τέλη Μαρτίου, αποτυπώνουν μια αγορά με ανοδική πορεία στις τιμές, οι οποίες ωστόσο παραμένουν χαμηλότερες σε σχέση με προηγούμενα έτη.
Τιμές: Ανοδική πορεία σε μηνιαία βάση, χαμηλότερα από πέρυσι
Η μέση τιμή χοιρινού στην ΕΕ διαμορφώθηκε την 11η εβδομάδα (Μάρτιος) του 2026 στα 162 €/100 κιλά σφαγίου, σημειώνοντας αύξηση 10% σε σχέση με έναν μήνα πριν. Παρά την άνοδο αυτή, η τιμή παραμένει κατά 14% χαμηλότερη σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2025 και κατά 17% κάτω από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στα χοιρίδια, όπου η μέση τιμή έφτασε τα 59,8 ευρώ ανά κεφαλή, αυξημένη κατά 24% σε μηνιαία βάση, αλλά χαμηλότερη κατά 20% σε σχέση με πέρυσι και κατά 16% έναντι του πενταετούς μέσου όρου για την ίδια περίοδο.
Η εικόνα της αγοράς σφαγής εμφανίζεται βελτιωμένη την ίδια περίοδο, με τη μείωση της προσφοράς ζώων να καταγράφεται σε εποχική βάση και να συνδέεται με την άνοδο των τιμών.
Παραγωγή: Άνοδος το 2025 με πρωταγωνιστή την Ισπανία
Το 2025, η παραγωγή χοιρινού στην ΕΕ αυξήθηκε τόσο σε όγκο (+3,3%) όσο και σε αριθμό ζώων (+2,3%) σε σύγκριση με το 2024.
Την περίοδο Ιανουαρίου–Νοεμβρίου 2025, η παραγωγή ανήλθε σε 20 εκατ. τόνους (208 εκατ. ζώα), με την Ισπανία να διατηρεί την πρώτη θέση, καλύπτοντας περίπου το ένα τέταρτο της συνολικής παραγωγής της ΕΕ, ενώ ακολουθούν η Γερμανία, η Γαλλία και η Πολωνία.
Συνολικά, η σφαγή χοίρων αυξήθηκε στην πλειονότητα των κρατών-μελών, με αυξήσεις να καταγράφονται στη Βουλγαρία, τη Λιθουανία και την Κύπρο, ενώ μειώσεις σημειώθηκαν, μεταξύ άλλων, στην Ελλάδα.
Εξαγωγές: Σταθερός όγκος, μεταβολές ανά αγορά
Την περίοδο Ιανουαρίου–Νοεμβρίου 2025, οι εξαγωγές χοιρινού της ΕΕ διαμορφώθηκαν σε 4,02 εκατ. τόνους, με συνολική αξία 11,14 δισ. ευρώ.
Σε σύγκριση με το 2024, ο όγκος αυξήθηκε κατά 2,7%, ενώ η αξία παρουσίασε μείωση κατά 2,2%.
Η Κίνα παραμένει ο βασικός προορισμός, απορροφώντας το 24,2% των εξαγωγών, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο ακολουθεί με μερίδιο 19,9%. Σε όρους αξίας, το Ηνωμένο Βασίλειο κατέχει το 28,9% και η Κίνα το 16,3%, με αμφότερες τις αγορές να εμφανίζουν μείωση σε σχέση με το 2024.
Παράλληλα, αυξημένες ροές καταγράφηκαν προς αγορές όπως οι Φιλιππίνες, η Νότια Κορέα και το Βιετνάμ, ενώ μειώσεις σημειώθηκαν προς την Κίνα, την Ιαπωνία και την Αυστραλία.
Η ΕΕ διατήρησε τη θέση της ως ο μεγαλύτερος εξαγωγέας χοιρινού παγκοσμίως, με βασικές εξαγωγικές χώρες την Ισπανία, την Ολλανδία, τη Δανία, τη Γερμανία, την Πολωνία και τη Γαλλία.
Εισαγωγές και διεθνής εικόνα: Μικρές μεταβολές και ισχυρή θέση της ΕΕ
Την ίδια περίοδο, οι εισαγωγές χοιρινού στην ΕΕ ανήλθαν σε 146 χιλ. τόνους, με συνολική αξία 329 εκατ. ευρώ. Ο όγκος παρουσίασε οριακή αύξηση (+0,2%), ενώ η αξία μειώθηκε κατά 2% σε σύγκριση με το 2024.
Το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί τον βασικό προμηθευτή, καλύπτοντας το 66% των εισαγωγών της ΕΕ, ενώ ακολουθούν η Ελβετία και η Χιλή με χαμηλότερα μερίδια.
Κύριοι εισαγωγείς εντός της ΕΕ ήταν η Γαλλία, η Ιρλανδία, η Γερμανία, η Ιταλία και η Ολλανδία, που συγκεντρώνουν περίπου τα τρία τέταρτα των συνολικών εισαγωγών.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η ΕΕ διατήρησε την πρώτη θέση στις εξαγωγές χοιρινού, μπροστά από τις ΗΠΑ, τη Βραζιλία και τον Καναδά, ενώ η Κίνα και το Χονγκ Κονγκ παρέμειναν οι μεγαλύτεροι εισαγωγείς διεθνώς.