Με την ψήφιση της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur αναμένονται ιδιαίτερα δυσμενείς εξελίξεις για τα αγροτικά προϊόντα της Μεσσηνίας και συνολικά της ελληνικής γεωργίας, αναφέρει σε άρθρο του στον ΑγροΤύπο ο κ. Μιχάλης Αντωνόπουλος, πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Καλαμάτας.
Και προσθέτει: «Η κυβέρνηση, αντί να θωρακίσει τον πρωτογενή τομέα, επιλέγει να στηρίξει μια πολιτική που ενισχύει τις εισαγωγές από τρίτες χώρες, υποκαθιστώντας το αγροτικό εισόδημα και το ίδιο το αγροτικό επάγγελμα.
Ας δούμε τι σημαίνει αυτό στην πράξη, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το ελαιόλαδο ΠΟΠ Καλαμάτα και την επιτραπέζια ελιά Καλαμών. Τα προϊόντα ΠΟΠ, αλλά και τα μη προστατευόμενα προϊόντα, οδηγούνται σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση, καθώς αυξάνεται δραστικά ο ανταγωνισμός εντός της Ευρωπαϊκής αγοράς από πολύ φθηνότερα προϊόντα της Λατινικής Αμερικής. Το επιχείρημα ότι αυτά τα προϊόντα είναι «υποδεέστερα» έρχεται σε δεύτερη μοίρα, και αυτό είναι ακόμη πιο επικίνδυνο. Διότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο την τσέπη του καταναλωτή, αλλά πρωτίστως την υγεία του και την ασφάλεια των τροφίμων.
Ήδη μέχρι σήμερα, στις αγορές των ΗΠΑ, όπου κατευθύνεται σημαντικό μέρος των εξαγωγών Ελληνικής ελιάς και ελαιολάδου, υπάρχει σοβαρό πρόβλημα σύγχυσης και παραπλάνησης.
Μαύρες ελιές από τη Χιλή και γενικότερα τη Λατινική Αμερική πωλούνται ως «Kalamata olives», εκμεταλλευόμενες τη διεθνή φήμη του ονόματος. Ο καταναλωτής αδυνατεί να ξεχωρίσει ποιο προϊόν προέρχεται πραγματικά από την Ελληνική Καλαμάτα και ποιο όχι.
Το ίδιο φαινόμενο βιώνουμε και στο εσωτερικό της χώρας. Ελαιόλαδα Τυνησίας, ελιές Αιγύπτου και Τουρκίας εισάγονται νόμιμα, καταναλώνονται ή επαναεξάγονται, συχνά με «ελληνοποιήσεις», ως προϊόντα Καλαμάτας.
Αντί η κυβέρνηση να ενισχύσει τους μηχανισμούς ελέγχου και προστασίας της Ελληνικής παραγωγής, αποδέχεται και επεκτείνει ένα μοντέλο που οδηγεί στη συστηματική αποδυνάμωσή της.
Μπροστά σε μια αγροτική πολιτική που αντικαθιστά τον Έλληνα αγρότη με εισαγωγές από τρίτες χώρες και ταυτόχρονα ψηφίζει συμφωνίες που θεσμοθετούν αυτή την κατάσταση, εύλογα τίθεται το ερώτημα: για ποιο λόγο να προσέλθουν οι αγρότες σε διάλογο με την κυβέρνηση;
Αν πρόκειται να υπάρξει διάλογος ουσίας, αυτός δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει με απαιτήσεις διπλάσιες από τις προηγούμενες, ειδικά μετά την ψήφιση αυτής της συμφωνίας. Υπάρχει άραγε κάποιος που πιστεύει σοβαρά ότι η θέση του Έλληνα αγρότη θα βελτιωθεί;
Η πραγματικότητα αποδεικνύει το αντίθετο.
Διαχρονικά, οι αγρότες λιγοστεύουν χρόνο με τον χρόνο. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις μειώνονται, όπως μειώνεται και ο αριθμός των ενεργών και αποκλειστικής απασχόλησης αγροτών. Αν δεν υπήρχαν οι αθρόες εισαγωγές, οι Ελληνοποιήσεις και η συστηματική υπονόμευση των τιμών, γιατί να εγκαταλείπεται η καλλιέργεια και η παραγωγή της ελιάς ΠΟΠ Καλαμάτα;
Ποιος θα είναι τελικά ο μεγάλος κερδισμένος από μια Ευρωπαϊκή συμφωνία με μια ολόκληρη ήπειρο; Προφανώς όσοι εισάγουν, μεταπωλούν και εμπορεύονται. Όχι ο παραγωγός.
Σε βάθος χρόνου, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα «γλιτώσει» και τις αγροτικές επιδοτήσεις, αφού απλούστατα δεν θα υπάρχει πλέον αγροτικός πληθυσμός σε χώρες όπως η Ελλάδα. Τα αγροτικά προϊόντα της Βόρειας Ευρώπης δεν θίγονται, καθώς μόνο οι Μεσογειακές χώρες παράγουν παρεμφερή προϊόντα με τη Νότια Αμερική.
Το πρόβλημα, επομένως, εντοπίζεται κυρίως στην Ελλάδα.
Οι άλλες Μεσογειακές χώρες διαθέτουν ισχυρό βιομηχανικό τομέα, ικανό να συμψηφίσει, και με το παραπάνω, τις απώλειες από τις αγροτικές εισαγωγές. Η Ελλάδα όχι.
Και αυτό καθιστά τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur όχι απλώς προβληματική, αλλά βαθιά αντιαγροτική και εθνικά επιζήμια».