Η παγκόσμια αγορά καλαμποκιού μπαίνει σε τροχιά διαδοχικών ρεκόρ έως το 2030/31, με την παραγωγή να κατευθύνεται προς τα 1,4 δισ. τόνους, σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις του Διεθνούς Συμβουλίου Σιτηρών (International Grains Council -IGC). Πίσω όμως από την εικόνα αφθονίας, τα παγκόσμια αποθέματα προβλέπεται να υποχωρήσουν σταδιακά, ενώ ο δείκτης επάρκειας (stocks-to-use) μειώνεται αισθητά σε σχέση με την προηγούμενη πενταετία. Την ίδια στιγμή, το διεθνές εμπόριο διευρύνεται, με τις ΗΠΑ να διατηρούν την κυρίαρχη εξαγωγική θέση και την Ασία να οδηγεί την αύξηση των εισαγωγών.
Παραγωγή: Διαδοχικά ρεκόρ με οδηγό την παραγωγικότητα
Η παγκόσμια παραγωγή καλαμποκιού προβλέπεται να καταγράψει νέο ιστορικό υψηλό το 2025/26, για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, κυρίως λόγω ανάκαμψης της παραγωγής στις ΗΠΑ και αυξημένων σοδειών σε Κίνα, Ουκρανία και Ινδία. Στην πενταετία που ακολουθεί, η παραγωγή αναμένεται να αυξάνεται σταθερά, φθάνοντας τους 1.381 εκατ. τόνους το 2030/31, δηλαδή 83 εκατ. τόνους περισσότερους σε σχέση με την τρέχουσα περίοδο. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης εκτιμάται στο 1,3%.
Η αύξηση δεν θα προέλθει κυρίως από επέκταση των εκτάσεων, καθώς οι προβλέψεις κάνουν λόγο για περιορισμένες μεταβολές στη συγκομιζόμενη επιφάνεια. Το βάρος πέφτει στις αποδόσεις.
Η μέση παγκόσμια απόδοση έχει ήδη φτάσει τα 6,18 τόνους/εκτάριο το 2025/26, σημειώνοντας διαδοχικά ρεκόρ τα τελευταία τρία έτη. Έως το 2030/31 εκτιμάται ότι θα ανέλθει στα 6,44 τόνους/εκτάριο. Παρότι ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των αποδόσεων προβλέπεται στο 1,0%, χαμηλότερος από το 1,7% της προηγούμενης πενταετίας, παραμένει θετικός.
Από το 2027/28 και μετά, προβλέπεται εκ νέου αύξηση των εκτάσεων, όμως με ηπιότερο ρυθμό λόγω περιορισμών στη διαθέσιμη αρόσιμη γη, αστικοποίησης και αυστηρότερων περιβαλλοντικών κανονισμών. Στη Βραζιλία διαφαίνεται περιθώριο επέκτασης μέσω μετατροπής υποβαθμισμένων βοσκοτόπων σε αροτραίες καλλιέργειες. Οι ΗΠΑ θα παραμείνουν ο μεγαλύτερος παραγωγός παγκοσμίως, με ετήσια παραγωγή άνω των 400 εκατ. τόνων, χωρίς όμως να ξεπεραστεί το ρεκόρ του 2025/26, λόγω μικρότερων εκτάσεων.
Κατανάλωση: Σταθερή άνοδος με αιχμή τις ζωοτροφές
Η παγκόσμια κατανάλωση προβλέπεται να αυξάνεται κατά μέσο όρο 1,5% ετησίως έως το 2030/31, χαμηλότερα από το 2,4% της προηγούμενης πενταετίας. Ωστόσο, η συνολική ζήτηση θα φτάσει νέο ιστορικό υψηλό, στους 1.389 εκατ. τόνους το 2030/31, δηλαδή 101 εκατ. τόνους περισσότερους σε σχέση με το 2025/26.
Η χρήση για ζωοτροφές θα αποτελέσει τον βασικό μοχλό αύξησης, φθάνοντας τους 832 εκατ. τόνους, αυξημένη κατά 69 εκατ. τόνους. Το μερίδιο της ζωοτροφικής χρήσης διαμορφώνεται στο 60% της συνολικής κατανάλωσης.
Η βιομηχανική χρήση – κυρίως για αιθανόλη – θα συνεχίσει να αυξάνεται, αλλά με βραδύτερο ρυθμό 1,3% ετησίως, έναντι 3,0% της προηγούμενης περιόδου. Η Βραζιλία θα ηγηθεί της ανόδου, με νέες μονάδες παραγωγής αιθανόλης από καλαμπόκι, ενώ στις ΗΠΑ η ζήτηση προβλέπεται ουσιαστικά στάσιμη.
Η κατανάλωση για τρόφιμα θα αυξηθεί κυρίως σε υποσαχάρια Αφρική, λόγω δημογραφικών πιέσεων, αν και οι διατροφικές μετατοπίσεις προς σιτάρι και όσπρια περιορίζουν τον ρυθμό ανόδου.
Αποθέματα: Μείωση 20 εκατ. τόνων και χαμηλότερος δείκτης επάρκειας
Τα παγκόσμια αποθέματα προβλέπεται να μειωθούν στα 280 εκατ. τόνους το 2030/31, δηλαδή κατά 20 εκατ. τόνους σε σχέση με το 2025/26. Η Κίνα θα παραμείνει ο μεγαλύτερος κάτοχος αποθεμάτων, με 171 εκατ. τόνους, που αντιστοιχούν στο 61% των παγκόσμιων αποθεμάτων, μειωμένα κατά 7 εκατ. τόνους. Τα αποθέματα των τεσσάρων μεγάλων εξαγωγέων (ΗΠΑ, Βραζιλία, Αργεντινή, Ουκρανία) προβλέπεται να μειωθούν συνολικά κατά 13 εκατ. τόνους, στα 59 εκατ. τόνους. Ο παγκόσμιος δείκτης αποθεμάτων προς χρήση εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στο 20,1%, από μέσο όρο 24,3% της προηγούμενης πενταετίας.
Εμπόριο: Ρεκόρ εισαγωγών και σταθερή κυριαρχία των ΗΠΑ
Το παγκόσμιο εμπόριο (Ιούλιος/Ιούνιος) προβλέπεται να αυξάνεται κάθε χρόνο της επόμενης πενταετίας, φτάνοντας τους 214 εκατ. τόνους και καταγράφοντας καθαρή αύξηση 23 εκατ. τόνων.
Το Μεξικό θα παραμείνει ο μεγαλύτερος εισαγωγέας, με εισαγωγές 28,7 εκατ. τόνων το 2030/31. Η ΕΕ θα συνεχίσει να είναι βασικός εισαγωγέας, λόγω περιορισμένης εγχώριας παραγωγής. Η Κίνα, με αβεβαιότητες ως προς τα αποθέματα και την πολιτική εμπορίου, εκτιμάται ότι θα εισάγει 11,4 εκατ. τόνους στο τέλος της περιόδου.
Οι τέσσερις βασικοί εξαγωγείς θα καλύπτουν κατά μέσο όρο 90% του παγκόσμιου εμπορίου. Οι ΗΠΑ θα διατηρήσουν την πρώτη θέση με μερίδιο 37% και εξαγωγές 80,9 εκατ. τόνων το 2030/31, αυξημένες κατά 6,8 εκατ. τόνους σε σχέση με το 2025/26. Η Βραζιλία και η Αργεντινή θα κατέχουν από 20% η καθεμία του παγκόσμιου εμπορίου, με τις βραζιλιάνικες εξαγωγές να φθάνουν τους 44,0 εκατ. τόνους. Η Ουκρανία προβλέπεται να αυξήσει τις αποστολές της, χωρίς όμως να επιστρέψει στα προπολεμικά επίπεδα.
Η εικόνα του καλαμποκιού
Η παγκόσμια αγορά καλαμποκιού οδεύει προς ιστορικά υψηλά παραγωγής και κατανάλωσης έως το 2030/31. Ωστόσο, η σταδιακή μείωση των αποθεμάτων και η πτώση του δείκτη επάρκειας υποδηλώνουν ένα πιο «σφιχτό» ισοζύγιο σε σύγκριση με την προηγούμενη πενταετία. Η εξέλιξη των αποδόσεων, οι ενεργειακές πολιτικές για τα βιοκαύσιμα και η πορεία της ζήτησης ζωικών πρωτεϊνών θα αποτελέσουν τους βασικούς παράγοντες διαμόρφωσης της διεθνούς αγοράς.