Αλλαγές προοιωνίζονται στον αγροτικό χώρο με τη νέα ΚΑΠ, καθώς ο πυλώνας Ι διατηρείται αλλά ο πυλώνας ΙΙ έρχεται ν΄ ανταγωνιστεί άλλα επενδυτικά προγράμματα, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο πρέσβης Γιάννης Βράιλας, μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.).
Τους κινδύνους από τη συμφωνία ΕΕ- Mercosur για την Ελλάδα εξέφρασε κατά την 3η συνεδρίαση της Αγροτικής Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής, ο καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Δημήτρης Μπιλάλης.
Ο πρέσβης. Ευθύμιος Κωστόπουλος, αναπληρωτής μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην Ε.Ε. και η Αικατερίνη Τσακούμη, επικεφαλής της οργανικής μονάδας αγροτικής ανάπτυξης της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Ελλάδας στην Ε.Ε. έδωσαν με τη σειρά τους ένα περίγραμμα της νέας ΚΑΠ, η οποία, όπως εξήγησαν, δεν έχει πάρει την τελική της μορφή.
Σύμφωνα με όσα ανέφεραν τα στελέχη της μόνιμης ελληνικής αντιπροσωπείας στις Βρυξέλλες, γίνεται μία προσπάθεια για να βελτιωθούν οι πόροι της νέας ΚΑΠ, η οποία δεν έχει κλείσει ακόμη. Προστέθηκαν πρόσφατα στον κουμπαρά της νέας ΚΑΠ, όπως εξήγησε η πρώην υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Φωτεινή Αραμπατζή, περίπου 45 δις ευρώ. Το ποσό αφορά στον συνολικό προϋπολογισμό, που ήταν κατά πολύ μειωμένος λόγω απόσπασης κονδυλίων για την ευρωπαϊκή άμυνα.
1) «Σπάσιμο» Πυλώνα Ι – πυλώνα ΙΙ: Επισημάνθηκε ωστόσο, πως αναμένεται να «σπάσει» στα δυο ο Πυλώνας Ι από τον ΙΙ Πυλώνα, που αφορά κυρίως στα επενδυτικά προγράμματα. Ο Πυλώνας ΙΙ επίκειται να μπει σ΄ έναν συνολικό κουμπαρά, που αφορά και άλλες δράσεις κι αυτό θα δημιουργήσει αναπόφευκτα δυσχέρειες σε παραγωγούς, που θέλουν να κάνουν επενδύσεις.
2) Επανεθνικοποίηση πόρων: Το άλλο ζήτημα, που επισημάνθηκε είναι πως ένα κομμάτι της ΚΑΠ επανεθνικοποιείται – ακόμη περισσότερο σε σχέση με το παρελθόν – επομένως το ζήτημα είναι τι πόρους θα έχει κάθε χώρα.
3) Αυστηρότεροι έλεγχοι σε αγροτικά προϊόντα από τρίτες χώρες: Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης τονίστηκε ότι γίνεται μία μεγάλη προσπάθεια για να αμβλυνθούν οι συνέπειες από τη συμφωνία Mercosur και ήδη έχει συμφωνηθεί ότι είναι απαραίτητοι οι έλεγχοι, ώστε τα ποιοτικά προϊόντα της Ευρώπης να μην βρίσκονται σε μονίμως σε άμυνας, ανταγωνιζόμενα προϊόντα από χώρες της Mercosur και την Ινδία.
4) Προσπάθεια να υπάρξει καθεστώς προστασίας στα εσπεριδοειδή από τη Mercosur: Από την πλευρά της ευρωπαϊκής αντιπροσωπείας τονίστηκε πως γίνεται προσπάθεια να μειωθούν οι συνέπειες ειδικά στα εσπεριδοειδή από τη συμφωνία Mercosur. Επισημάνθηκε πως μία άλλη προσπάθεια που γίνεται είναι να γίνει η νέα ΚΑΠ λιγότερο γραφειοκρατική.
5) Δυσκολίες για την προστασία των ΠΟΠ, που δεν εντάχθηκαν αλλά και για τ’ άλλα ελληνικά προϊόντα από τη συμφωνία ΕΕ – Mercosur και ΕΕ - Ινδία: Την ίδια στιγμή, όμως τονίστηκε πως εκτός από τα ΠΟΠ, που δεν εντάσσονται στον κατάλογο προστατευόμενων προϊόντων, υπάρχουν κι εκείνα, που δεν θα τύχουν οποιασδήποτε προστασίας.
6) Προβλήματα με τις συνδεδεμένες χώρες με τις χώρες της Mercosur: Ο καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Δημήτρης Μπιλάλης, εξέφρασε τις επιφυλάξεις του για τη συμφωνία με τις χώρες της Mercosur τονίζοντας πως το θέμα των δασμών δεν αφορά μόνο αυτές τις 4 χώρες αλλά και τις συνδεόμενες μαζί τους, όπως λ.χ. είναι η Χιλή, η οποία λ.χ. πουλά κρασιά. Ειδικότερα, υπήρξε ιδιαίτερα επιφυλακτικός και σημείωσε πως κλασικές ελληνικές καλλιέργειες, όπως είναι η ελιά και το αμπέλι αναμένεται να πληγούν, διότι εκτός από τις 4 χώρες της συμφωνίας υπάρχουν και τα διασυνδεδεμένα μαζί τους κράτη, όπως είναι η Χιλή, το Περού και η Βολιβία.
7) Αγροτικά μεγέθη χωρών Λατινικής Αμερικής – Ελλάδας: Ο κ. Μπιλάλης αναφέρθηκε στα εντελώς διαφορετικά μεγέθη, που διέπουν αυτές τις χώρες σε σχέση με τη δική μας. Εξήγησε πως τα μεγέθη στον κλήρο απέχουν χιλιομετρικές αποστάσεις, διότι ένας και μόνο παραγωγός της Βραζιλίας μπορεί να έχει πάνω από 1 εκατομμύρια στρέμματα. «Φοβάμαι ότι θα ζήσουμε πάλι μία μείωση του αγροτικού πληθυσμού», είπε. Σημείωσε πως ακόμη και σήμερα ελάχιστοι παραγωγοί στην Ελλάδα ξεπερνούν τα 150 στρέμματα κι αυτοί είναι κυρίως σε δυναμικές καλλιέργειες, όπως είναι το βαμβάκι και το καλαμπόκι. Όπως επισημάνθηκε από εκπροσώπους φορέων, στην Ελλάδα μόλις το 3% των παραγωγών διαθέτουν γη άνω των 300 στρεμμάτων.