Οι πρόωρες κοπές επανέρχονται και φέτος στο προσκήνιο στην καλλιέργεια του ακτινιδίου, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα διαθέτει ένα προϊόν με έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό και ισχυρή παρουσία στις διεθνείς αγορές. Πίσω από τον χρόνο συγκομιδής, ωστόσο, βρίσκεται ένα ουσιαστικό ζήτημα ποιότητας, καθώς ένας καρπός μπορεί εξωτερικά να δείχνει αναπτυγμένος χωρίς να έχει ολοκληρώσει τις μεταβολές που απαιτούνται για να αποκτήσει τα επιθυμητά χαρακτηριστικά.
Για το ζήτημα των πρόωρων κοπών και κυρίως για το πώς αυτές συνδέονται με τα σάκχαρα, την ξηρά ουσία, το βάρος και τη συντηρησιμότητα του καρπού μίλησε στον ΑγροΤύπο ο γεωπόνος της Ομάδας Παραγωγών «Άραχθος», επισημαίνοντας παράλληλα τη σημασία που έχει η ποιότητα για τη διατήρηση της θέσης του ελληνικού ακτινιδίου στις αγορές.
Πρόωρες κοπές ακόμη και από τον Αύγουστο
Όπως αναφέρει ο γεωπόνος, περιπτώσεις πρόωρων κοπών έχουν παρατηρηθεί και τη φετινή περίοδο, ακόμη και από τις αρχές Αυγούστου, σε πρώιμες ποικιλίες, ενώ αντίστοιχες περιπτώσεις έχουν καταγραφεί και στη Hayward.
Για τη Hayward, το ισχύον ελληνικό πλαίσιο ορίζει ως ημερομηνία έναρξης της περιόδου συγκομιδής τη 15η Οκτωβρίου. Παράλληλα, οι ενωσιακές προδιαγραφές εμπορίας θέτουν ως ελάχιστη απαίτηση ωριμότητας στο στάδιο της συσκευασίας τους 6,2° Brix ή μέση περιεκτικότητα σε ξηρά ουσία 15%.
Η απόσταση από αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί να είναι σημαντική όταν η κοπή πραγματοποιείται πολύ νωρίς. Σύμφωνα με τον γεωπόνο της Ομάδας Παραγωγών «Άραχθος», σε περιπτώσεις Hayward που κόβονται πρόωρα αυτή την περίοδο μπορεί να καταγράφονται τιμές γύρω στους 4° Brix.
Χαρακτηριστικό είναι και το παράδειγμα που δίνει ο ίδιος για το βάρος: μια κλούβα που στον κανονικό χρόνο συγκομιδής μπορεί να φτάνει περίπου τα 21 κιλά, στην περίπτωση πολύ πρώιμης κοπής μπορεί, σύμφωνα με τον ίδιο, να βρίσκεται περίπου στα 16 κιλά, καθώς ο καρπός δεν έχει ακόμη αποκτήσει το βάρος που θα πάρει στη συνέχεια.
Πέρα από την επιδίωξη πρωιμότερης διάθεσης, ο γεωπόνος συνδέει το ενδιαφέρον για πρώιμο ελληνικό προϊόν και με την εικόνα της αγοράς αυτή την εποχή. Όπως αναφέρει, τα εισαγόμενα επώνυμα ακτινίδια βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα τιμών, περίπου στα 3,5–4 ευρώ το κιλό στην ελληνική αγορά και σε ορισμένες περιπτώσεις στα 4,5 ευρώ, ενώ στο εξωτερικό μπορεί να φτάσουν, σύμφωνα με την εικόνα που μεταφέρει από την αγορά, ακόμη και τα 7,5–8 ευρώ το κιλό. Κατά την εκτίμησή του, οι υψηλές αυτές τιμές, σε συνδυασμό με ενδεχόμενο κενό στην αγορά αυτή την περίοδο, μπορεί να ενισχύουν το ενδιαφέρον για πρωιμότερη διάθεση ελληνικών ακτινιδίων.
Η εξωτερική εικόνα δεν αποκαλύπτει την ποιότητα του καρπού
Ένα από τα βασικά προβλήματα είναι ότι η εξωτερική εμφάνιση του ακτινιδίου δεν αποτυπώνει απαραίτητα την κατάσταση στο εσωτερικό του. Ένας καρπός μπορεί οπτικά να φαίνεται κανονικός, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει αποκτήσει τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται για την κατανάλωσή του.
«Οπτικά δεν διαφέρει τίποτα. Δεν μπορείς να το καταλάβεις οπτικά», επισημαίνει ο γεωπόνος. Η πραγματική διαφορά γίνεται αντιληπτή όταν ο καρπός κοπεί και καταναλωθεί. Ένας πρόωρα συγκομισμένος καρπός μπορεί να παραμένει σκληρός και να μην έχει αποκτήσει ακόμη τα επιθυμητά επίπεδα σακχάρων και τα χαρακτηριστικά αρώματα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επομένως η περιεκτικότητα σε διαλυτά στερεά, η οποία παρακολουθείται μέσω των °Brix. Η μέτρηση πραγματοποιείται με διαθλασίμετρο και, όπως εξηγεί ο γεωπόνος, πρόκειται για έναν ευρέως χρησιμοποιούμενο έλεγχο στην πράξη.
Η αριθμητική διαφορά μπορεί να φαίνεται μικρή, στην πράξη όμως έχει σημασία για την ποιότητα του καρπού. Όπως επισημαίνει, ακόμη και μια διαφορά περίπου δύο μονάδων στα σάκχαρα μπορεί να συνδέεται με διαφορετική συμπεριφορά ως προς το μαλάκωμα και τη δυνατότητα συντήρησης.
Σημασία έχει και ο χρόνος κατά τον οποίο γίνεται η μέτρηση. Ένα ακτινίδιο που κόβεται πρόωρα δεν παραμένει αναλλοίωτο κατά την αποθήκευσή του: καθώς προχωρά η μετασυλλεκτική ωρίμανση, μαλακώνει και μεταβάλλεται η περιεκτικότητά του σε διαλυτά στερεά. Επομένως, μια μεταγενέστερη μέτρηση δεν αποτυπώνει κατ' ανάγκη την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο καρπός κατά τη στιγμή της κοπής.
Ξηρά ουσία και συντηρησιμότητα
Πέρα από τα σάκχαρα, σημαντική παράμετρος για την ποιότητα του ακτινιδίου είναι η ξηρά ουσία. Πρόκειται για διαφορετικό χαρακτηριστικό από τα °Brix και η σημασία της συνδέεται τόσο με την ποιότητα όσο και με τη συμπεριφορά του προϊόντος μετά τη συγκομιδή.
Όπως εξηγεί ο γεωπόνος της Ομάδας Παραγωγών «Άραχθος», η ξηρά ουσία σχετίζεται με τη συντηρησιμότητα του καρπού και με τη δυνατότητα του προϊόντος να φτάσει στον προορισμό του. Η πρόωρη συγκομιδή, σύμφωνα με τον ίδιο, επηρεάζει και αυτή την παράμετρο.
Η ξηρά ουσία δεν διαμορφώνεται ανεξάρτητα από την καλλιεργητική διαχείριση. Ο γεωπόνος αναφέρει μεταξύ των παραγόντων που την επηρεάζουν την άρδευση και τις εδαφικές συνθήκες, αλλά και τον αερισμό και τον φωτισμό της κόμης, στοιχεία που συνδέονται και με τις θερινές επεμβάσεις κλαδέματος.
Η μέτρησή της, ωστόσο, δεν είναι τόσο άμεση όσο εκείνη των σακχάρων. Όπως σημειώνει, τα °Brix μπορούν να ελεγχθούν με διαθλασίμετρο, ενώ για την ξηρά ουσία απαιτείται περισσότερο εξειδικευμένη διαδικασία μέτρησης. Για την αξιολόγηση του καρπού, πάντως, δεν αρκεί η απομόνωση ενός μόνο χαρακτηριστικού, καθώς οι διαφορετικές παράμετροι της ποιότητας πρέπει να εξετάζονται συνδυαστικά.
Το διακύβευμα για το ελληνικό ακτινίδιο
Το ζήτημα της πρόωρης συγκομιδής αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω της εξαγωγικής πορείας του ελληνικού ακτινιδίου. Όπως τονίζει ο γεωπόνος, πρόκειται πλέον για μία από τις δυναμικές καλλιέργειες της χώρας, γύρω από την οποία έχει σταδιακά δημιουργηθεί ένα όνομα στις αγορές.
«Είναι κρίμα να δίνουμε μη ποιοτικά πράγματα στο εξωτερικό», σημειώνει, εξηγώντας ότι ένας καταναλωτής που θα δοκιμάσει ένα ελληνικό ακτινίδιο χαμηλής ποιότητας μπορεί να μην επιλέξει ξανά το ελληνικό προϊόν.
Παράλληλα, η πρόωρη διάθεση δεν είναι αυτονόητο ότι λειτουργεί τελικά προς όφελος του ίδιου του παραγωγού. Μπορεί να σημαίνει ότι εισπράττει νωρίτερα, ωστόσο, όπως επισημαίνει ο γεωπόνος, δεν γνωρίζει εκ των προτέρων πού θα βρίσκονται οι τιμές όταν θα φτάσει ο κανονικός χρόνος συγκομιδής.
Την ίδια στιγμή, το εμπόριο του ακτινιδίου έχει αλλάξει σημαντικά. Η καλλιέργεια έχει αποκτήσει έντονο εξαγωγικό χαρακτήρα και στην αγορά έχουν εισέλθει μεγαλύτερες επιχειρήσεις, γεγονός που, σύμφωνα με τον ίδιο, απαιτεί διαφορετική οργάνωση και προετοιμασία του προϊόντος, ώστε να μπορεί να σταθεί στις αγορές του εξωτερικού.