Οι υψηλές θερμοκρασίες μπορούν να επηρεάσουν την ακτινιδιά, ιδιαίτερα όταν συνδυάζονται με ανεπαρκή εδαφική υγρασία, σε μια περίοδο κατά την οποία οι καρποί εξακολουθούν να αυξάνονται σε μέγεθος. Με αφορμή τις συνθήκες καύσωνα, ο ΑγροΤύπος συνομίλησε με τον γεωπόνο της Ομάδας Παραγωγών «Άραχθος», στην Άρτα, καταγράφοντας τις βασικές επισημάνσεις για τα συμπτώματα της θερμικής καταπόνησης και την προστασία της καλλιέργειας.
Περίοδος-«κλειδί» για το τελικό μέγεθος του καρπού
Η περίοδος που διανύουμε είναι ιδιαίτερα σημαντική για την εξέλιξη των καρπών. Κατά τη διάρκεια των πολύ υψηλών θερμοκρασιών, η φυσιολογική δραστηριότητα των φυτών και η αύξηση των καρπών μπορεί προσωρινά να περιοριστούν. «Ουσιαστικά, όταν έχουμε καύσωνα, τα δέντρα σταματούν να δουλεύουν στο βέλτιστο βαθμό», σημειώνει χαρακτηριστικά ο γεωπόνος, εξηγώντας ότι μετά την υποχώρηση των υψηλών θερμοκρασιών αναμένεται νέα ανάπτυξη των καρπών, κυρίως κατά το πρώτο δεκαήμερο του Αυγούστου.
Σύμφωνα με την εμπειρία από την περιοχή, μετά το συγκεκριμένο διάστημα η περαιτέρω εξέλιξη των καρπών αφορά περισσότερο την αύξηση του βάρους και τη συσσώρευση σακχάρων και λιγότερο τη μεταβολή των διαστάσεών τους. «Ό,τι συμβεί τώρα ουσιαστικά θα επηρεάσει το τελικό μέγεθος του καρπού», τονίζει.
Τα συμπτώματα και οι πιθανές επιπτώσεις στους καρπούς
Η θερμική καταπόνηση μπορεί αρχικά να εκδηλωθεί με ήπια και παροδικά συμπτώματα, περισσότερο εμφανή κατά τις μεσημεριανές ώρες, όπως μάρανση και κατσάρωμα των φύλλων ή ξήρανση και σκούρυνση των άκρων τους.
Τα συμπτώματα αυτά δεν αποτελούν πάντοτε από μόνα τους ένδειξη σοβαρής ζημιάς. Μεγαλύτερη προσοχή απαιτείται όταν παρατηρείται περιορισμός της ανάπτυξης των καρπών, μαλάκωμα ή συρρίκνωση. Σύμφωνα με την εμπειρία του γεωπόνου, όταν οι καρποί αρχίζουν να μαλακώνουν απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, καθώς σε συνθήκες έντονου υδατικού στρες μπορεί να χάσουν νερό και να περιοριστεί η περαιτέρω ανάπτυξή τους, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί η ποιότητα και η εμπορική τους αξία. «Το χειρότερο είναι ο συνδυασμός πολύ υψηλών θερμοκρασιών, δηλαδή καύσωνα, και ξηρασίας», επισημαίνει ο γεωπόνος. Όταν το έδαφος δεν διαθέτει την αναγκαία υγρασία, η καταπόνηση του φυτού εντείνεται και αυξάνεται ο κίνδυνος να επηρεαστούν το μέγεθος και η ποιότητα των καρπών.
Σε εντονότερες συνθήκες μπορεί να υποβαθμιστεί και η εξωτερική εμφάνιση των ακτινιδίων, καθώς οι καρποί ενδέχεται να χάσουν την καθαρή και ομοιόμορφη όψη τους, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις είναι πιθανή και η καρπόπτωση. Η πτώση λίγων καρπών, ωστόσο, δεν σημαίνει απαραίτητα σοβαρό πρόβλημα θερμικής καταπόνησης. Πρέπει να αξιολογείται η έκταση του φαινομένου και να εξετάζονται και άλλες πιθανές αιτίες, όπως η ανεπαρκής γονιμοποίηση. «Αν πέσουν ένα, δύο ή τρία ακτινίδια από ένα δέντρο, δεν υπάρχει πρόβλημα. Το ζήτημα είναι να πέφτουν πολλά», διευκρινίζει.
Σύμφωνα με την εμπειρία του γεωπόνου, τα ηλιοεγκαύματα δεν εμφανίζονται συχνά στους οπωρώνες της περιοχής. Μπορεί, ωστόσο, να παρατηρηθούν σε νεαρά φυτά ή όταν, μετά από έντονο ή ακατάλληλο κλάδεμα, οι καρποί εκτεθούν απότομα στην άμεση ηλιακή ακτινοβολία.
Οι νεαρές φυτείες είναι γενικά περισσότερο ευάλωτες, καθώς διαθέτουν μικρότερο και λιγότερο ανεπτυγμένο ριζικό σύστημα και, επομένως, μικρότερη δυνατότητα να αξιοποιήσουν την υγρασία του εδάφους.
Όπως διευκρινίζει ο γεωπόνος, στην Άρτα δεν έχει παρατηρηθεί έως σήμερα εκτεταμένη υποβάθμιση της παραγωγής που να μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στον καύσωνα. Τα σοβαρότερα προβλήματα των προηγούμενων ετών συνδέονταν κυρίως με τις βροχοπτώσεις του χειμώνα.
Διαχείριση του νερού και προστασία της καλλιέργειας στον καύσωνα
Η βασικότερη σύσταση προς τους παραγωγούς είναι να μην αφήνουν το έδαφος να στεγνώνει. Το ζητούμενο δεν είναι μία μεγάλη και περιστασιακή εφαρμογή νερού, αλλά η διατήρηση επαρκούς και σχετικά σταθερής εδαφικής υγρασίας κατά τη διάρκεια του καύσωνα.
«Όσο ποτίζεις σωστά και σταθερά, δεν θα υπάρξει θέμας», αναφέρει χαρακτηριστικά ο γεωπόνος, υπογραμμίζοντας ότι το φυτό δεν πρέπει να αφήνεται να φτάσει σε έντονη καταπόνηση και στη συνέχεια να δέχεται απότομα μεγάλη ποσότητα νερού. «Όλα θέλουν την ισορροπία τους», επισημαίνει, εξηγώντας ότι ένα ήδη καταπονημένο φυτό δεν επανέρχεται αυτόματα μόνο και μόνο επειδή αρδεύτηκε ξαφνικά με πολύ νερό.
Η συχνότητα και η διάρκεια της άρδευσης δεν μπορούν να είναι ίδιες σε όλα τα αγροτεμάχια. Εξαρτώνται από τη σύσταση του εδάφους, τη θέση και την κλίση του χωραφιού, την απορροή, την ικανότητα συγκράτησης νερού και τα χαρακτηριστικά του αρδευτικού συστήματος.
Σύμφωνα με την εμπειρία από την περιοχή, σε ορισμένα επικλινή ή περισσότερο αποστραγγιζόμενα αγροτεμάχια μπορεί να απαιτείται συχνότερη αναπλήρωση της εδαφικής υγρασίας κατά τις πολύ θερμές ημέρες. Αντίθετα, σε εδάφη με μεγαλύτερη ικανότητα συγκράτησης νερού τα μεσοδιαστήματα μεταξύ των αρδεύσεων μπορεί να είναι μεγαλύτερα. Σε κάθε περίπτωση, η συχνότητα και η ποσότητα του νερού πρέπει να προσαρμόζονται στις συνθήκες του αγροτεμαχίου και στην παροχή του αρδευτικού συστήματος.
Η καθημερινή παρατήρηση του οπωρώνα παραμένει κρίσιμη. Ο παραγωγός χρειάζεται να παρακολουθεί την κατάσταση των φύλλων, των καρπών και του εδάφους και να προσαρμόζει το πρόγραμμα άρδευσης στις ιδιαίτερες συνθήκες του αγροτεμαχίου του, σε συνεργασία με τον γεωπόνο.
Η υπερβολική άρδευση, ωστόσο, δεν αποτελεί λύση. Όπως αναφέρει ο γεωπόνος, σε αρκετές περιπτώσεις οι παραγωγοί δεν γνωρίζουν με ακρίβεια πόσο νερό εφαρμόζουν και τελικά δίνουν στην καλλιέργεια μεγαλύτερες ποσότητες από όσες πραγματικά χρειάζεται. Η πρακτική αυτή μπορεί να περιορίζει την εμφάνιση συμπτωμάτων από τη ζέστη, συνοδεύεται όμως από σοβαρούς κινδύνους, καθώς η υπερβολική υγρασία μπορεί να προκαλέσει κορεσμό του εδάφους, ανεπαρκή αερισμό και συνθήκες ασφυξίας στο ριζικό σύστημα, ενώ ευνοεί και την εμφάνιση ασθενειών, όπως η φυτόφθορα. «Γι’ αυτό δεν βλέπουμε καταπονήσεις στο δέντρο, αλλά μετά βλέπουμε να χάνονται δέντρα και να υπάρχουν φυτόφθορες», επισημαίνει.
Πέρα από την άρδευση, προσοχή απαιτείται και στους υπόλοιπους καλλιεργητικούς χειρισμούς κατά τις πολύ θερμές ημέρες. Πρέπει να αποφεύγονται οι ψεκασμοί στις μεσημεριανές ώρες, ενώ δεν συνιστάται ούτε η αφαίρεση φύλλων που βρίσκονται κοντά στους καρπούς και τους σκιάζουν. Το φύλλωμα προσφέρει φυσική προστασία από την άμεση ηλιακή ακτινοβολία και συμβάλλει στον περιορισμό των ηλιοεγκαυμάτων.
Σε ό,τι αφορά πρόσθετα μέτρα προστασίας, όπως η εφαρμογή καολίνης ή άλλων σκευασμάτων που περιορίζουν την έκθεση των καρπών στην ηλιακή ακτινοβολία, ο γεωπόνος διευκρινίζει ότι δεν αποτελούν διαδεδομένη πρακτική στους ακτινιδεώνες της περιοχής και δεν εφαρμόζονται συστηματικά.
Υψηλό το κόστος άρδευσης για μία απαιτητική καλλιέργεια
Η συχνή άρδευση συνεπάγεται σημαντικό κόστος για τους παραγωγούς ακτινιδίου της περιοχής. Οι οπωρώνες αρδεύονται κυρίως από γεωτρήσεις, με τη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας ή πετρελαίου, καθώς δεν υπάρχει οργανωμένο αρδευτικό δίκτυο που να καλύπτει τις ανάγκες τους μέσω κλειστού συστήματος.
Όπως επισημαίνει ο γεωπόνος, το κόστος της άρδευσης έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια λόγω της ανόδου των τιμών της ενέργειας και των καυσίμων, ενώ η σχετική δαπάνη επιβαρύνει άμεσα τους ίδιους τους παραγωγούς.
Η ακτινιδιά είναι μια ιδιαίτερα απαιτητική καλλιέργεια, τόσο ως προς το νερό όσο και ως προς τη θρέψη και τη φυτοπροστασία. Σε περιόδους παρατεταμένων υψηλών θερμοκρασιών, η διατήρηση της καλλιέργειας σε καλή κατάσταση και η παραγωγή ποιοτικού και εμπορεύσιμου καρπού προϋποθέτουν σημαντικές εισροές, συστηματική παρακολούθηση και προσαρμογή των καλλιεργητικών χειρισμών στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε οπωρώνα.
