Φέτος σημειώνεται μεγάλη μείωση της παραγωγής ιδιαίτερα σε ξηρικά χωράφια με ελαιώνες λόγω του θερμικού στρες και της υδατικής καταπόνησης. Αυτήν την περίοδο πολλοί παραγωγοί αναφέρουν πρόσπτωση καρπών που οφείλεται στην παρατεταμένη ανομβρία.
Ο κ. Σεΐντης Παναγιώτης, γεωπόνος στον Αγροτικό Ελαιουργικό Συνεταιρισμό Στυλίδας, Φθιώτιδας όπου καλλιεργείται η ποικιλία Κονσερβολιά σχολιάζει το πρόβλημα του θερμικού στρες στην ελιά. «Στην περιοχή δεν έβρεξε καθόλου και παρ΄ όλο που τα δέντρα ποτίζονται υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί θερμικό στρες. Οι καλλιεργητικές πρακτικές που γίνονται αυτήν την περίοδο είναι ψεκασμοί με φυσικά ορυκτά σκευάσματα βιολογικής προέλευσης όπως ο ζεόλιθος και ο καολίνης με σκοπό να δημιουργηθεί ένα στρώμα προστασίας σε όλο το δέντρο για την αποφυγή των δυσμενών συνεπειών από την έντονη ηλιακή ακτινοβολία. Ο τρόπος εφαρμογής εξαρτάται από το μέγεθος της κρυσταλλικής μορφής των ορυκτών. Ένας τρόπος χορήγησης είναι με τουρμπίνες ψεκασμού με το χέρι και μπορεί να εφαρμοστεί μια φορά τον μήνα κατά τη διάρκεια της καλοκαιρινής περιόδου». Η παραγωγή, όπως σημειώνει ο κ. Σεΐντης φέτος θα είναι πολύ μειωμένη σε ποσοστό κάτω του 10% καθώς υπάρχουν πτώσεις καρπών λόγω της ξηρασίας.
«Παράλληλα, την περίοδο αυτήν γίνεται καθαρισμός των δέντρων μέσα στην κόμη για καλύτερο αερισμό και αφαιρούνται οι λαίμαργοι βλαστοί που βγαίνουν στη βάση του κορμού. Η περίοδος συγκομιδών ξεκινάει από τα μέσα με τέλη Σεπτεμβρίου όπου συγκομίζεται η πράσινη ελιά, τον Οκτώβριο οι ελιές που έχουν γίνει κόκκινες και από μέσα Νοεμβρίου οι μαύρες ελιές. Η συγκομιδή των πράσινων βιολογικών ελιών γίνεται στις αρχές της περιόδου συγκομιδής».
Ο Δρ. Ζώης Ζαρταλούδης, ιδρυτής της εταιρείας ΑγροΟΙΚΟσύστημα, μας δίνει αναλυτικές πληροφορίες για τη χρήση του ζεόλιθου ως προστατευτικό έναντι του θερμικού στρες των ελαιόδεντρων. «Η χρήση του απλού κλινοπτιλόλιθου (κοκκομετρική διάσταση <20μ), όπου είναι μικρότερης κρυσταλλικής μορφής ζεόλιθος, μπορεί να εφαρμοστεί μέσω ψεκασμών και συνιστάται για την αποφυγή του θερμικού στρες. «Ψεκάζουμε κανονικά όπως όλα τα φάρμακα. Δεν ξεπλένεται εύκολα και έχει πολύ καλή επαφή και συνοχή με την επιφάνεια του φυτού. Βοηθάει πάρα πολύ το δέντρο και τα αποτελέσματα είναι θεαματικά, σε διάστημα μίας εβδομάδας κατά τη διάρκεια του καύσωνα. Δεν χρειάζεται να γίνεται κάθε εβδομάδα. Αν γίνει μία-δύο φορές αρχικά φτάνει, γιατί ειδικά σε συνθήκες καύσωνα είναι πολύ αποτελεσματικό. Χορηγείται σε ξερικές και σε ποτιστικές ελιές, ωστόσο είναι σημαντικό να προσέξουμε τις δόσεις. Η συνιστώμενη από εμένα δόση είναι μέχρι 10 έως 12 kg/τόνο. Επίσης, αν χρησιμοποιηθεί στα 10 kg/τόνο είναι απωθητικό έναντι του δάκου και χρησιμοποιείται για βιολογική καλλιέργεια. Σε μικρότερη δόση (2kg/τόνο) είναι συνεργιστής του φυσικού πύρεθρου, του δίνει μεγαλύτερη διάρκεια καθώς το πύρεθρο είναι εύκολα διασπώμενο σε μεγάλες θερμοκρασίες. Δεν έχει κανένα πρόβλημα να παραμείνει πάνω στον καρπό, είναι βιολογικό και μάλιστα δεν απαιτείται χρόνος αναμονής πριν τη συγκομιδή. Όσον αφορά το ελαιόλαδο, ανεβάζει το αντιοξειδωτικό φορτίο βελτιώνοντας την ποιότητα του ελαιολάδου και αυτό μετρημένο πειραματικά».
Ο Δρ. Νεκτάριος Κουργιαλάς από τον ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ Κρήτης μας αναλύει το πρόβλημα της υδατικής καταπόνησης. «Η υδατική καταπόνηση ορίζεται ως η αδυναμία του φυτού να αναπληρώσει το νερό που χάνει από τις υδατικές απώλειες λόγω της έντονης διαπνοής που έχει κατά τη διάρκεια του καύσωνα και των υψηλών θερμοκρασιών. Σε αυτήν την περίπτωση εμφανίζονται κάποια προβλήματα τόσο στη φυσιολογία του φυτού δηλαδή στο φύλλωμά του όσο και στον καρπό. Δηλαδή, ουσιαστικά μειώνεται η δραστηριότητα της φωτοσύνθεσης που αυτό μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις καθώς αυξάνεται η ώσμωση των κυττάρων, κλείνουν τα στόμια και αυξάνεται η οξείδωση των λιπιδίων και των μεμβρανών στο φύλλωμα. Όλα αυτά μειώνουν τη φωτοσύνθεση και ζημιώνουν τους καρπούς. Επίσης, μπορεί να γίνει και διάρρηξη των ινών των καρπών με αποτέλεσμα να σταφιδιάσουν οι καρποί. Τέλος, έχουμε αρνητικές επιδράσεις και στην ποιότητα του ελαιολάδου λόγω του ότι αυξάνεται το ιξώδες του ελαιολάδου όσο παρατεταμένες είναι οι υψηλές θερμοκρασίες».
«Τα ελαιόδεντρα συνήθως αντέχουν πιο πολύ στη ξηρασία από ότι άλλα δέντρα, οπότε κυρίως οι ξερικοί ελαιώνες αντιμετωπίζουν προβλήματα σε περίπτωση καύσωνα λόγω της αδυναμίας του δέντρου να απορροφήσει νερό από το έδαφος εφόσον δεν αρδεύονται. Τώρα η αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος γίνεται με τους παρακάτω τρόπους. Μία λύση, η πιο απλή, είναι το θερινό κλάδεμα. Παραγωγοί ας πούμε στην Πελοπόννησο το εφαρμόζουν σε μεγάλο βαθμό. Ουσιαστικά αφαιρούμε κάποια βλάστηση που δεν είναι τόσο σημαντική τη θερινή περίοδο για να μπορέσει το φυτό να απορροφήσει ότι νερό έχει στο έδαφος και να μην στρεσάρεται τόσο πολύ. Αυτή η πρακτική θα βοηθήσει το δέντρο ότι καρπό έχει, να έχει καλύτερη απόδοση και έτσι αποφεύγεται και η καρπόπτωση. Οπότε είναι προτιμότερο να αφαιρέσουμε κάποια μικρή βλάστηση κάνοντας θερινό κλάδεμα. Καλό είναι να γίνεται αρχές καλοκαιριού, αν και η συγκομιδή αργεί ακόμα. Τα στάδια ανάπτυξης του δέντρου από εδώ και πέρα είναι η αύξηση του μεγέθους του καρπού και της σάρκας και η ελαιοπεριεκτικότητα».
«Τώρα άλλες πρακτικές που μπορούμε να εφαρμόσουμε είναι η εφαρμογή με ψεκασμό της καολίνης. Η καολίνη είναι ένα αδρανές υλικό το οποίο είναι ορυκτό. Κάνουμε κάλυψη στην επιφάνεια του φυλλώματος του δέντρου για προστασία από το θερμικό στρες. Παράλληλα, έχει αποδειχθεί ότι έχει ευεργετικές ιδιότητες και στην αποτροπή νυγμάτων από τον δάκο, έχει δηλαδή και εντομοαπωθητικές ιδιότητες. Χρειάζεται μία καλή κάλυψη του δέντρου, συνήθως βάζουμε γύρω στα 40 gr/ L νερού. Είναι πολύ εύχρηστο και αποτελεσματικό και είναι αδρανές υλικό, δηλαδή φεύγει με τις πρώτες βροχές, δεν αφήνει υπολείμματα. Ίδια χρήση έχει και ο ζεόλιθος».
«Υπάρχουν και άλλα σκευάσματα που είναι για ψεκασμό κόμης και χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Η μία κατηγορία είναι οι ωσμορυθμιστές, ρυθμίζουν ουσιαστικά και μειώνουν την ώσμωση των κυττάρων, δηλαδή το κλείσιμο των στομάτων. Υπάρχουν και σκευάσματα με αντιοξειδωτικούς παράγοντες που ουσιαστικά μειώνουν την οξείδωση των λιπιδίων των μεμβρανών. Είναι πιο εξειδικευμένα προϊόντα και υπάρχουν στην αγορά. Είναι καλό οι παραγωγοί που τα χρησιμοποιούν να προσέχουν τις ετικέτες των σκευασμάτων για τη συνιστώμενη δόση».
«Πέρα από αυτές τις ομάδες υπάρχουν και οι βιοδιεγέρτες. Μπορούν να εφαρμοστούν με ψεκασμούς στο φύλλωμα αλλά διοχετεύονται και μέσα από το νερό άρδευσης στο έδαφος. Υπάρχουν διάφοροι τύποι βιοδιεγερτών που αυξάνουν ουσιαστικά την αντοχή των φυτών στις βιοτικές και αβιοτικές καταπονήσεις και βελτιώνουν τη δομή του εδάφους. Είναι διάφοροι τύποι, από εκχύλισμα φυκών, προϊόντα υδρόλυσης, πρωτεϊνών και αμινοξέων, διαλύματα χουμικών οξέων, οι μυκόρριζες και τα βιοπολυμερή. Έχουν πολύ καλή αποτελεσματικότητα όσον αφορά το θερμικό στρες αλλά και γενικότερα βοηθούν τα φυτά ώστε να προσλάβουν καλύτερα τα θρεπτικά συστατικά από το έδαφος. Τα σκευάσματα καλό είναι να εφαρμόζονται πριν τον καύσωνα, έτσι ώστε να είναι προετοιμασμένο το φυτό να αντέξει αυτές τις καταστάσεις».
«Φυσικά εκτός όλων αυτών, στην περίπτωση που έχουμε νερό και μπορούμε να αρδεύσουμε, πολύ απλά και είναι πολύ σημαντικό αυτό, είναι να μπορούμε να ποτίζουμε σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες του φυτού και μάλιστα σε περίπτωση καύσωνα να ποτίζουμε πιο συχνά και σε μικρότερες ποσότητες. Δηλαδή σπάμε τις δόσεις σε μικρότερες δόσεις, έτσι ώστε να έχει το φυτό επάρκεια νερού και να μπορεί να αντέξει στη ξηρασία. Επίσης συνίσταται μία μέρα πριν τον έντονο καύσωνα να ποτίζουμε 50% περισσότερο από την δόση που θα βάζαμε υπό κανονικές συνθήκες».
«Τα ποτίσματα μπορούν να γίνουν 2-3 φορές την εβδομάδα. Πάντα είναι σημαντικό αν μπορούμε στα κρίσιμα στάδια ανάπτυξης του φυτού ανάλογα με τις υδατικές ανάγκες να παρέχουμε νερό. Στην περίπτωση της ελιάς δηλαδή χρειάζεται νερό στην ανθοφορία και οπωσδήποτε, την περίοδο που έχουμε έντονη αύξηση του καρπού δηλαδή τον Ιούνιο. Τώρα αυτή η περίοδος, τέλη Ιουλίου - αρχές Αυγούστου, δεν είναι τόσο κρίσιμη όσον αφορά τις υδατικές ανάγκες της ελιάς αλλά μέσα στον Αύγουστο πάλι πρέπει να έχουμε επάρκεια νερού, για να μπορέσει να αυξηθεί η σάρκα του καρπού και να έχουμε ελαιοποίηση. Σε περίπτωση αρδευόμενων ελαιώνων, να προσέχουμε επίσης έτσι ώστε να μην έχουμε απώλειες όσο είναι δυνατόν, για εξοικονόμηση νερού και για να ξέρουμε ότι ποτίζεται όντως το χωράφι στη συγκεκριμένη δόση που πρέπει να έχει η καλλιέργειά μας».
«Τέλος, αυτονόητο είναι να μην έχουμε ζιζάνια στο χωράφι γιατί λειτουργούν ανταγωνιστικά, τραβάνε νερό από το έδαφος. Εδώ στην Κρήτη, στην υπηρεσία μας βγάζουμε δελτία άρδευσης κάθε εβδομάδα για όλη την περιφέρεια της Κρήτης τα οποία δημοσιεύονται στην Περιφέρεια για τις κύριες καλλιέργειες της Κρήτης οι οποίες είναι: η ελιά, το αβοκάντο, τα εσπεριδοειδή και το αμπέλι».