Ο πυρηνοτρήτης αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εντομολογικούς εχθρούς της ελιάς, με τη ζημιά που προκαλεί να διαφοροποιείται σημαντικά από περιοχή σε περιοχή και από χρονιά σε χρονιά. Η εξέλιξη των γενεών του εντόμου, οι κλιματικές συνθήκες που επικρατούν σε κάθε ελαιοκομική ζώνη και η έγκαιρη παρακολούθηση των πληθυσμών του αποτελούν παράγοντες που καθορίζουν τόσο το μέγεθος του προβλήματος όσο και την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων.
Με αφορμή την τρέχουσα περίοδο, συνομιλήσαμε με τον έμπειρο γεωπόνο και Προϊστάμενο του Κέντρου Προστασίας Φυτών, Ποιοτικού και Φυτοϋγειονομικού Ελέγχου Ιωαννίνων, κ. Ανδρέα Καμπλέτσα, σχετικά με τον πυρηνοτρήτη, τη βιολογία του εντόμου και τη σημασία της σωστής ενημέρωσης των παραγωγών.
Ο πυρηνοτρήτης ως εχθρός της ελιάς
Ο πυρηνοτρήτης (Prays oleae) αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους εχθρούς της ελιάς και αναπτύσσει τρεις γενεές κατά τη διάρκεια του έτους. Οι προνύμφες κάθε γενεάς προσβάλλουν διαφορετικά όργανα του δένδρου, γι’ αυτό και διακρίνονται σε φυλλόβια, ανθόβια και καρπόβια γενεά.
Η εμφάνιση, η εξέλιξη των γενεών και η ένταση των προσβολών διαφοροποιούνται ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε περιοχή, γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη συστηματική παρακολούθηση των πληθυσμών του εντόμου. Ειδικότερα, οι κλιματικές συνθήκες, αλλά και οι ποικιλίες ελιάς που καλλιεργούνται σε κάθε περιοχή, είτε πρόκειται για πρώιμες, μεσοπρώιμες ή όψιμες, επηρεάζουν τον ρυθμό εμφάνισης του εντόμου. Ως αποτέλεσμα, η εικόνα του εχθρού και οι ανάγκες διαχείρισής του ενδέχεται να διαφέρουν ακόμη και μεταξύ γειτονικών ελαιοκομικών περιοχών. Για τον λόγο αυτό, ιδιαίτερη σημασία έχει η παρακολούθηση των τοπικών δεδομένων, ώστε να προσδιορίζεται με ακρίβεια το στάδιο ανάπτυξης του πυρηνοτρήτη σε κάθε περιοχή.
Η καρπόβια γενεά και οι ζημιές που προκαλεί
Αυτή την περίοδο το ενδιαφέρον των παραγωγών στρέφεται στην καρπόβια γενεά του πυρηνοτρήτη, η οποία συνδέεται άμεσα με απώλειες καρπών κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου. Τα ενήλικα έντομα ωοτοκούν πάνω στους νεαρούς καρπούς και οι προνύμφες που εκκολάπτονται εισέρχονται άμεσα στο εσωτερικό τους.
Αρχικά οι προνύμφες τρέφονται από τη σάρκα του καρπού, προκαλώντας ένα πρώτο κύμα καρπόπτωσης στις αρχές του καλοκαιριού. Οι μικροί καρποί ξηραίνονται και πέφτουν, καθώς διακόπτεται η επικοινωνία μεταξύ ποδίσκου και σάρκας. Στη συνέχεια οι προνύμφες εισχωρούν στον σχηματισμένο πυρήνα, όπου συνεχίζουν την ανάπτυξή τους. Η προσβολή αυτή οδηγεί σε σταδιακή νέκρωση των καρπών και τελικά σε ένα δεύτερο κύμα καρπόπτωσης το φθινόπωρο, το οποίο είναι συνήθως και το πιο εμφανές στους παραγωγούς.
Όπως επισημαίνεται, η πρώτη καρπόπτωση συχνά περνά απαρατήρητη, ενώ η δεύτερη είναι εκείνη που μπορεί να προκαλέσει ανησυχία, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις αυξημένων πληθυσμών του εντόμου.
Η έκταση της ζημιάς δεν είναι ίδια κάθε χρονιά, καθώς επηρεάζεται τόσο από τον πληθυσμό του πυρηνοτρήτη που αναπτύσσεται στον ελαιώνα όσο και από το φορτίο των δέντρων. Για τον λόγο αυτό, η αξιολόγηση της κατάστασης θα πρέπει να γίνεται με βάση τα δεδομένα κάθε ελαιώνα και όχι μόνο την παρουσία του εντόμου.
Δεν είναι όλες οι περιοχές ίδιες
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία που αναδείχθηκαν κατά τη συζήτηση είναι ότι δεν υπάρχουν ενιαίες ημερομηνίες ή κοινά χρονοδιαγράμματα για όλες τις περιοχές της χώρας. «Κάθε περιοχή έχει τις δικές της κλιματικές συνθήκες», γεγονός που επηρεάζει τόσο την εμφάνιση όσο και την εξέλιξη των γενεών του πυρηνοτρήτη.
Αυτό σημαίνει ότι οι πληροφορίες που ισχύουν για μία περιοχή δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσιες σε μια άλλη. Για τον λόγο αυτό, οι παραγωγοί θα πρέπει να βασίζονται στα δεδομένα που αφορούν τη δική τους ελαιοκομική ζώνη και όχι σε γενικές εκτιμήσεις ή εμπειρικές πρακτικές που εφαρμόζονται αλλού.
Οι παγίδες και οι δειγματοληψίες δείχνουν τον σωστό χρόνο επέμβασης
Η παρακολούθηση των πληθυσμών αποτελεί το σημαντικότερο εργαλείο για τη λήψη σωστών αποφάσεων. Σε περιοχές όπου ο πυρηνοτρήτης εμφανίζει αυξημένη παρουσία ή όπου είχαν παρατηρηθεί υψηλοί πληθυσμοί σε προηγούμενες γενεές, είναι απαραίτητη η συστηματική παρακολούθηση της καρπόβιας γενεάς μέσω φερομονικών παγίδων και δειγματοληψιών καρπών.
Οι παγίδες επιτρέπουν την καταγραφή της πτήσης των ακμαίων αρσενικών εντόμων, με τις καταμετρήσεις να πραγματοποιούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα, συνήθως κάθε 3 έως 5 ημέρες. Παράλληλα, οι τακτικοί έλεγχοι στους νεαρούς καρπούς δίνουν εικόνα για την εναπόθεση αυγών και τις εκκολάψεις. Μόνο μέσα από αυτή τη διαδικασία μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια η χρονική στιγμή κατά την οποία απαιτείται επέμβαση.
Εφόσον διαπιστωθεί εναπόθεση αυγών σε υψηλό ποσοστό καρπών, μπορεί να απαιτηθεί επέμβαση με εγκεκριμένα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, κατάλληλα για το σύστημα καλλιέργειας που εφαρμόζει ο παραγωγός (συμβατική ή βιολογική). Καθοριστικής σημασίας είναι ο σωστός χρόνος εφαρμογής, καθώς η αντιμετώπιση είναι αποτελεσματικότερη πριν οι προνύμφες εισέλθουν στον πυρήνα του καρπού.
Όπως τονίστηκε χαρακτηριστικά, «δεν αρκεί να γνωρίζουμε ότι υπάρχει πυρηνοτρήτης στην περιοχή, πρέπει να γνωρίζουμε πότε ακριβώς δραστηριοποιείται». Η έγκαιρη γνώση της πτήσης του εντόμου και της εξέλιξης των προσβολών είναι εκείνη που καθορίζει και την επιτυχία της αντιμετώπισης.
Η σημασία της συνεργασίας παραγωγών, γεωπόνων και υπηρεσιών
Η αποτελεσματική αντιμετώπιση του πυρηνοτρήτη δεν βασίζεται μόνο στα διαθέσιμα μέσα φυτοπροστασίας, αλλά κυρίως στην ορθή πληροφόρηση και στον σωστό χρόνο εφαρμογής των μέτρων. Οι γεωπόνοι που παρακολουθούν τις καλλιέργειες και οι αρμόδιες υπηρεσίες διαθέτουν δίκτυα παρακολούθησης και στοιχεία από παγίδες πεδίου, τα οποία επιτρέπουν τον προσδιορισμό της εμφάνισης των γενεών και της έντασης των πληθυσμών στις περιοχές ευθύνης τους.
Για τον λόγο αυτό, η συνεχής επικοινωνία των παραγωγών με τον γεωπόνο που τους παρακολουθεί, αλλά και η αξιοποίηση των ενημερωτικών δελτίων των αρμόδιων υπηρεσιών, αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη λήψη ορθών αποφάσεων. «Η σωστή ενημέρωση είναι εξίσου σημαντική με την ίδια την επέμβαση», καθώς επιτρέπει στον παραγωγό να δράσει την κατάλληλη στιγμή και όχι εκ των υστέρων, όταν η ζημιά έχει ήδη εγκατασταθεί μέσα στον καρπό.
Έτσι, σε μια περίοδο όπου οι ελαιοπαραγωγοί παρακολουθούν με αυξημένο ενδιαφέρον την εξέλιξη του πυρηνοτρήτη, η γνώση των τοπικών δεδομένων, η αξιοποίηση των δικτύων παρακολούθησης και η συνεργασία με τους ειδικούς παραμένουν τα σημαντικότερα εφόδια για την προστασία της παραγωγής.